Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

Οι τρεις Ιεράρχες και η παρούσα ζωή

 



Με αφορμή τη μεγάλη εορτή των τριών Ιεραρχών, η Χριστιανική Φοιτητική Δράση εύχεται στον καθένα που αναζητεί τη γνώση εντός και εκτός πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου, να γνωρίσει και να κατακτήσει Εκείνον που είναι η Αλήθεια με οδηγό τους τρεις μεγίστους φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος.

Οι μέγιστοι Οικουμενικοί Διδάσκαλοι Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, φωτισμένοι από το Πνεύμα του Θεού, έχουν αναφερθεί στα συγγράμματά τους με πολλούς τρόπους για το πώς έβλεπαν την παρούσα ζωή μας. Φιλοσοφούσαν επάνω στην πραγματικότητα της ζωής και κατέληγαν σε θαυμάσια συμπεράσματα και για τους τότε ακροατές τους και για τους σημερινούς αναγνώστες τους. Οι γνώμες τους ισχύουν αιώνια, διότι αγγίζουν κάθε άνθρωπο, σ’ όποια εποχή κι αν ζει.

Μερικές από τις απόψεις αυτές των μεγάλων Αγίων για την παρούσα ζωή μας παραθέτουμε στη συνέχεια, διότι τις θεωρούμε πολύ χρήσιμες, καθώς βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου χρόνου.

Ο Μέγας Βασίλειος λοιπόν γράφει ότι η ζωή μας μοιάζει με ένα ποτάμι που κυλάει συνεχώς και γεμίζει με αλλεπάλληλα κύματα.Το ένα μέρος των υδάτων έφυγε και χάθηκε ήδη, ,το άλλο προχωρεί τώρα, το άλλο μόλις αναβλύζει από τις πηγές του και το υπόλοιπο πρόκειται να αναβλύσει. Και όλοι τρέχουμε μαζί με το ποτάμι προς την κοινή θάλασσα του θανάτου.

«Ποταμός ο βίος ημών, ρέων ενδελεχώς και κύμασιν αλλεπαλλήλοις πληρούμενος.Το μεν γαρ του προέρρευσεν ήδη, το δε έτι πορεύεται· και το μεν άρτι προέκυψε των πηγών, το δε μέλλει· και προς την κοινήν άπαντες του θανάτου σπεύδομεν θάλατταν» (ΕΠΕ 7, 196).

Ο άγιος Γρηγόριος, έχοντας υπόψη του την παρομοίωση της ζωής με ποτάμι που τρέχει ασταμάτητα, την οποία έκανε ο φίλος του Μ.Βασίλειος, έλεγε: ‘Όποιος εμπιστεύεται και στηρίζει τη ζωή του σε πράγματα που έρχονται και παρέρχονται και χάνονται εύκολα, στην ουσία δίνει εμπιστοσύνη σ’ ένα ποτάμι που δεν σταματάει ποτέ. «Όστις ἀπερχομένοισι καί έρχομένοισι πέποιθε, ρεύματι πιστεύει ού ποτε ἱσταμένῳ» (ΕΠΕ 9, 398).

Την ίδια έννοια τόνιζε και ο ιερός Χρυσόστομος, επαναλαμβάνοντας σε κάθε περίσταση ότι τα πράγματα και τα θέματα της παρούσης ζωής, και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα, «ποταμίων ρευμάτων δίκην παραρρέουσι»· σαν ρεύματα ποταμού περνούν σύντομα και χάνονται (ΕΠΕ 37, 368).

Το επισημαίνει αυτό και ο Φωστήρ της Καισαρείας άγιος Βασίλειος: «Τοιούτος ό βίος· ούτε τα τερπνά μόνιμα, ούτε τα λυπηρά διαρκή κεκτημἐνος». Τέτοια είναι η ζωή μας, ώστε δεν έχει μόνιμα και διαρκή ούτε τα χαρμόσυνα γεγονότα ούτε τα λυπητερά (ΕΠΕ 5, 28).

Είμαστε ένα άστατο όνειρο, έλεγε με το δικό του τρόπο και ο άγιος Γρηγόριος. “Ενα πέταγμα πουλιού που χάνεται στα ύψη. Ένα καράβι που διασχίζει το πέλαγος και σύντομα σβήνουν τα ίχνη του… σκόνη, αχνός, μια πρωινή δροσιά, ένα λουλούδι που δεν προλαβαίνει να ανθίσει και μαραίνεται… Τέτοια είναι η ζωή μας. «Τοιοῦτος ό βίος ἡμῶν, αδελφοί, όναρ ἐσμέν οὐχ ίστάμενον… πτῆσις όρνέου παρερχομένου, ναύς ἐπί θαλάσσης ίχνος οὐκ έχουσα, κόνις, ἀτμίς, ἑωθινή δρόσος, άνθος καιρῷ φυόμενον καί καιρῷ λυόμενον…» (ΕΠΕ 6, 412).

Και οι τρεις άγιοι Πατέρες όμως έβλεπαν αυτήν την πρόσκαιρη και άστατη ζωή ως στάδιο προετοιμασίας και καλού αγώνα για την κατάκτηση της ευτυχίας της αιώνιας Βασιλείας του Θεού.

Ο Μέγας Βασίλειος έλεγε ότι η ζωή αυτή είναι ο καιρός της μετανοίας, ενώ η μέλλουσα είναι ο καιρός της ανταποδόσεως. Τώρα είναι ο καιρός της ύπομονής των διαφόρων δυσκολιών και πειρασμών, τότε ο καιρός της άναπαύσεως και παρακλήσεως. «0ύτος ό αίών τῆς μετανοίας, ἐκεῖνος τής ἀνταποδόσεως· ούτος τῆς ύπομονῆς, ἐκεῖνος της παρακλήσεως» (ΕΠΕ 8, 166).

Την ίδια έννοια παρουσίαζε με τον τρόπο του και ο ιερός Χρυσόστομος, λέγοντας ότι η παρούσα ζωή είναι καιρός αγώνων, στην άλλη ζωή μας περιμένουν τα έπαθλα και τα στεφάνια. Μη συγχέεις τους καιρούς και θέλεις να ζεις άνετα και χωρίς κόπο πνευματικό στον καιρό που είναι εποχή παλαισμάτων και αγώνων. «Τα μέν ἐνταῦθα σκάμματα (=τόποι για γυμνάσματα), τα δέ μετά ταύτα ἔπαθλα καί στέφανα. Μή ζήτει τοίνυν ἐν καιρῷ τῶν παλαισμάτων καί ἐν ημέρα παγκρατἰου (=διπλῶν δυνατῶν ὰγωνισμάτων) τήν ἄνεσιν καί τήν ἄδειαν (=τήν εὺκολία), μηδέ σύγχεε τούς καιρούς» (ΕΠΕ 5, 326).

Να θεωρείς αυτή τη ζωή πανηγύρι, έλεγε ο άγιος Γρηγόριος. Αν την εκμεταλλευτείς σωστά, αν φερθείς σαν έξυπνος, φρόνιμος έμπορος, θα έχεις μεγάλο κέρδος. Διότι αντάλλαγμα των μικρών είναι τα μεγάλα και των ρεόντων και φευγαλέων, τα αιώνια. Με τα λίγα δηλαδή και παροδικά χρόνια της παρούσης ζωής μας μπορούμε, εάν τα ζήσουμε θεάρεστα, να κερδίσουμε την αιώνια Βασιλεία των Ουρανών. «Πανήγυριν νόμιζε τόνδε τόν βίον. ‘Ήν πραγματεύαη, κέρδος. Ἀντάλλαγμα γάρ μικρῶν τά μείζω, καί ρέοντ’ ἀίδίων» (ΕΠΕ 9, 416).

Οι τρεις Ιεράρχες και η αίρεση


Οι τρεις “μέγιστοι φωστήρες της τρισηλίου θεότητος”, “τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου” και οι οικουμενικοί Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, πρώτευσαν σε όλους τους τομείς της εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής. Με φλόγα ψυχής, με ιερό και αμείωτο ενθουσιασμό εργάσθηκαν, με τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, για την ανύψωση του πνευματικού επιπέδου και την ψυχική καλλιέργεια των πιστών. Συγχρόνως με τα πύρινα κηρύγματά τους στηλίτευαν τις κοινωνικές αδικίες, την ασπλαχνία των πλουσίων και συνέβαλαν ουσιαστικά στην προστασία και ανακούφιση των αδυνάτων, των πτωχών και αναξιοπαθούντων συνανθρώπων. Μαζί με τα ιερά και λειτουργικά έργα τους φρόντιζαν και για την αντιμετώπιση των δυσκολιών και των προβλημάτων της καθημερινής ζωής των πιστών.

Μέλημα όμως και ενδιαφέρον ανύστακτο, μαζί με τις άλλες ιερές απασχολήσεις τους, είχαν και τη διατήρηση της πίστεως και την προφύλαξη των πιστών από παραχαράξεις της διδασκαλίας του θεόπνευστου Ευαγγελίου. Όπως φαίνεται από τα θαυμάσια συγγράμματά τους, συχνά μιλούσαν για τις αιρέσεις και τους αιρετικούς, που με τη σατανική έμπνευσή τους επιχειρούσαν να αλλοιώσουν την Πίστη και να διαστρέψουν το περιεχόμενο του ιερού Ευαγγελίου, με αποτέλεσμα την αιώνια καταστροφή των πιστών.

Εμπρός σ’ αυτόν τον κίνδυνο, που απειλούσε την Εκκλησία κατά την εποχή τους, όρθωσαν το πνευματικό τους ανάστημα και πολέμησαν τις αιρέσεις από οπουδήποτε κι αν προέρχονταν αυτές.

Τα πνευματικά όμως βέλη τους δεν τα έστρεφαν εναντίον των ανθρώπων, αλλά της αιρέσεως που αυτοί δίδασκαν και διέδιδαν. Χαρακτηριστικά έλεγε ο ιερός Χρυσόστομος: “Τω λόγω διώκω, ου τον αιρετικόν, αλλά την αίρεσιν, ου τον άνθρωπον αποστρέφομαι, αλλά την πλάνην μισώ και επισπάσασθαι βούλομαι” (ΕΠΕ 37, 296).

Δηλαδή: Χρησιμοποιώ ως άλλο όπλο τον λόγο και τον στρέφω όχι εναντίον των ανθρώπων, που είναι θύματα της αιρέσεως, αλλά εναντίον της αιρέσεως. Την αίρεση και πλάνη μισώ και με τον αγώνα μου ποθώ να αποσπάσω από τη διαβολική πλάνη τους ανθρώπους που έχουν παρασυρθεί.

Για τους καθοδηγούς όμως των αιρετικών δεν δίσταζαν να γράψουν και τους πιο βαρείς χαρακτηρισμούς, για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να τους αντιληφθούν και να ξεφύγουν από τις πλεκτάνες τους. Έτσι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ονομάζει τους αιρετικούς “βαρείς λύκους… ληστάς και κλέπτας… αρπάζοντας αρπάγματα, ψυχάς κατεσθίοντας”. Σαν άλλοι σκληροί και άγριοι λύκοι, δηλαδή, και σαν ληστές και κλέφτες ορμούν εναντίον των πιστών, για να αρπάξουν τη λεία τους και να καταφάγουν τις ψυχές τους. Είναι “δεινοί θήρες… ημών μη φειδόμενοι”. Είναι τρομερά θηρία που δεν μας λυπούνται (ΕΠΕ 2, 156, 242).

Οι τρεις Ιεράρχες και η αίρεση

Πολύ εντυπωσιακά είναι τα όσα γράφει για τους δασκάλους των αιρετικών, τους βαμμένους αιρετικούς που μένουν πεισματικά στις κακοδοξίες τους, και ο Μέγας Βασίλειος.

“Ούτε Αιθίοψ αλλάξει ποτέ το δέρμα αυτού ούτε πάρδαλις τα ποικίλματα αυτής, ούτε ο εν διαστρόφοις δόγμασι συντραφείς αποτρίψασθαι δύναται το κακόν της αιρέσεως” (ΕΠΕ 2, 132).

Δηλαδή. Ούτε ένας Αιθίοπας μπορεί να αλλάξει το χρώμα του δέρματός του, ούτε μια λεοπάρδαλις τα πολύχρωμα στολίδια που υπάρχουν στο δέρμα της. Έτσι και αυτός που ανατράφηκε και ζυμώθηκε με τα διεστραμμένα δόγματα δεν μπορεί να καθαριστεί και να βγάλει από πάνω του το κακό της αιρέσεως. (Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι σαν να φωτογραφίζει μ’ αυτά ο Άγιος το πείσμα του πάπα της Ρώμης, που δεν αρνείται με κανένα τρόπο το επάρατο πρωτείο του και το αλάθητό του).

Αλλού ο Μέγας Βασίλειος τονίζει ότι η αίρεση είναι “ρίζα πικρά καρπόν ολέθριον αναδίδουσα” (ΕΠΕ 2, 14). Μοιάζει με πικρή ρίζα, που παράγει καταστρεπτικό, φαρμακερό καρπό.

Και τι συνιστούσαν οι μέγιστοι οικουμενικοί Διδάσκαλοι στους πιστούς ως πρέπουσα συμπεριφορά έναντι των αιρετικών; Μήπως να φέρονται με αβρότητα και να τους συναναστρέφονται άφοβα, όπως κάμνουν ορισμένοι σύγχρονοι Ορθόδοξοι; Όχι βέβαια! Αντίθετα, συμβούλευαν διακοπή κάθε σχέσεως. Ο ιερός Χρυσόστομος με τον χαρακτηριστικό του τρόπο έλεγε: “Φεύγε των τοιούτων τας συνουσίας ως των φαρμάκων τα δηλητήρια. Και γαρ εκείνων ούτοι χαλεπώτεροι· εκείνα μεν γαρ μέχρι του σώματος ίστησι την βλάβην, ούτοι δε αυτή τη σωτηρία της ψυχής λυμαίνονται” (ΕΠΕ 30, 340). Απόφευγε, λέει ο θείος Χρυσόστομος, τις σχέσεις με τους αιρετικούς όπως και τα δηλητήρια. Οι αιρετικοί είναι χειρότεροι από τα δηλητήρια, διότι αυτά βλάπτουν το σώμα μόνο, ενώ αυτοί καταστρέφουν τη σωτηρία της ψυχής.

Και ο άγιος Γρηγόριος συμβούλευε: Αυτούς που έπεσαν θύματα της αιρέσεως “έως μεν αν ή δυνατόν προσλαμβανώμεθα και θεραπεύωμεν· ανιάτως δ’ έχοντας αποστρεφώμεθα, μη της νόσου μεταλάβωμεν πριν μεταδούναι της εαυτών υγείας” (ΕΠΕ 1, 268). Θα προσπαθήσουμε, δηλαδή, να βοηθήσουμε κάποιον, που παρασύρθηκε από αιρετικούς, να συνέλθει και να μετανοήσει. Όταν όμως κάποιοι αιρετικοί έγιναν και είναι ανίατα ασθενείς, να τους αποφεύγουμε. Διότι υπάρχει κίνδυνος, πριν προλάβουμε να τους θεραπεύσουμε και να τους μεταδώσουμε την υγεία μας, να κολλήσουμε εμείς την ασθένειά τους. (Ας τα ακούσουν οι σύγχρονοί μας οικουμενιστές που “κάθε λίγο και λιγάκι” έχουν συναντήσεις με τους αμετανόητους παπικούς, νομίζοντας ότι θα τους βοηθήσουν να συνέλθουν και να μετανοήσουν).

Ανάλογα συμβουλεύει και ο Μέγας Βασίλειος: Το να φροντίσουμε για τη μετάνοια των αιρετικών είναι καλή ενέργεια. Και είναι θεάρεστο να τους καλέσουμε και να μιλήσουμε “εις συνάφειαν” για να ενωθούν μαζί μας· “καν πείσωμεν, κοινώς αυτοίς ενωθήναι”, να ενωθούμε μαζί τους, αν τους πείσουμε να μετανοήσουν· “εάν δε αποτύχωμεν, αρκείσθαι ημάς αλλήλοις” να αρκεσθούμε στις σχέσεις μας μεταξύ μας οι πιστοί. Και συνεχίζει ο Άγιος στην ίδια επιστολή του προς τον Ευσέβιο, επίσκοπο Σαμοσάτων, γράφοντας συμπερασματικά: “Εάν μεν ουν πεισθώσιν σοι, ταύτα άριστον”. Εάν πεισθούν οι αιρετικοί στα λόγια σου, αυτό θα είναι επιτυχία, άριστη κατάληξη. “Ει δε μη, γνωρίσατε τους πολεμοποιούς”· διαφορετικά μάθετε ποιοι είναι αυτοί που προκαλούν μάχες στην Εκκλησία, “και παύσασθε ημίν του λοιπού περί διαλόγων επιστέλλοντες”· και πάψτε στο εξής να μου στέλνετε επιστολές, ζητώντας να σας επιτρέψω διαλόγους και συμφιλίωση με τους αιρετικούς (ΕΠΕ 1, 274-276).

Απάντηση ξεκάθαρη, σαφέστατη. Χωρίς ίχνος συμβιβασμού με τους κακοδόξους.

Έτσι έβλεπαν την αίρεση οι κορυφαίοι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Και έτσι αντιμετώπιζαν τους αιρετικούς.

Περιοδικό “Η Δράσις μας”, Ιανουάριος 2011

Η οικονομική σκέψη των Τριών Ιεραρχών

 



Το παρακάτω κείμενο αποτέλεσε ειδικό αφιέρωμα στο έργο των Τριών Ιεραρχών, που συντάχθηκε από τη Χριστιανική Φοιτητική Δράση για την εορταστική εκδήλωση Τριών Ιεραρχών 2010, και συνοδεύτηκε από προβολή διαφανειών.

Τα οικονομικά ζητήματα, συνδεδεμένα με τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, καταλάμβαναν πάντοτε εξέχουσα θέση στους προβληματισμούς των ανθρώπων όλων των εποχών. Με την εμφάνιση του Χριστού στον κόσμο, διατυπώνεται μια άλλη διδασκαλία περί οικονομίας, πολύ ανώτερη από όσες είχαν ειπωθεί στον αρχαίο κόσμο, αλλά και από τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες. Ο πλούτος είναι πλέον για τους Χριστιανούς ένα όργανο, τα υλικά αγαθά είναι γι’ αυτούς μέσο κι όχι σκοπός. Ο άνθρωπος είναι διαχειριστής της περιουσίας του Θεού και θα αποδώσει λογαριασμό. Η κακή χρήση των υλικών αγαθών είναι «κατάχρηση» της «εξουσίας», που του έδωσε ο Θεός. Ο Χριστιανός λοιπόν πρέπει να περιορίσει τα περιττά, να ζει με αυτάρκεια και να εξυπηρετεί τις ανάγκες των συνανθρώπων του, παιδιών του ίδιου Θεού.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα διαμορφώθηκε και η οικονομική διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών. Απόψε ας απολαύσουμε λίγες χαρακτηριστικές περικοπές από το έργο τους:

Χ: Του Κυρίου είναι τα χρήματα, από όπου κι αν τα μαζέψεις. Και αν τα παράσχουμε σε όσους τα έχουν ανάγκη, θα αποκτήσουμε μεγάλη αφθονία. Γι’ αυτό σου παραχώρησε περισσότερα ο Θεός, όχι για να τα σπαταλήσεις στην πορνεία και τη μέθη και την αδηφαγία και την πολυτέλεια των ενδυμάτων και στις υπόλοιπες ελαφρότητες, αλλά για να τα διανείμεις σ’ αυτούς που τα χρειάζονται. Γιατί όπως αυτός που διαχειρίζεται τα δημόσια χρήματα, αν παραμελήσει την κατάλληλη διαχείριση και τα καταναλώσει για το προσωπικό του συμφέρον, αποδίδει λογαριασμό και τιμωρείται, έτσι μάλιστα και ο πλούσιος, είναι διαχειριστής των χρημάτων που πρέπει να διανεμηθούν στους φτωχούς και έχει διαταχθεί να τα μοιράσει στους πεινασμένους σύνδουλούς του.

Β: Αν δεις κανέναν από αυτούς τους πάμπλουτους, μη μακαρίσεις τη ζωή του. Ρευστή είναι η φύση του πλούτου. Παρατρέχει τους πλούσιους πιο γρήγορα απ’ ό,τι ο χείμαρρος. Σήμερα αυτό το αγροτεμάχιο είναι του ενός, και αύριο του άλλου. Δες τα καταστήματα στις πόλεις, πόσα χέρια έχουν ήδη αλλάξει. Και ο χρυσός πάντοτε ξεφεύγει από τα χέρια του έχοντος και περιέρχεται στον άλλο, και από εκείνον στον τρίτο. Πιο εύκολο είναι να φυλάξεις το νερό στη χούφτα σου, παρά να διατηρήσεις το πλούτο για τον εαυτό σου

Γ: Ο Θεός για όλα τα χερσαία όντα άπλωσε τη γη άνετη και τις πηγές και τους ποταμούς και τα δάση, τον αέρα για τα πτηνά και το νερό για όσα ζουν στο νερό. Έτσι τα προς το ζην τα χάρισε σε όλους άφθονα, χωρίς ούτε να παρακρατούνται από την εξουσία, ούτε να ρυθμίζονται από το νόμο, ούτε να χωρίζονται από σύνορα.

Χ: Δεν κατηγορώ αυτούς που έχουν πλούτη, ούτε διαβάλλω τα χρήματα, αλλά την κακή χρήση των χρημάτων, και τη σπατάλη τους σε ασωτίες. Γι’ αυτό λέγονται χρήματα, ώστε να τα χρησιμοποιούμε εμείς, και όχι αυτά να χρησιμοποιούν εμάς. Γι’ αυτό λέγονται κτήματα, ώστε να τα κατέχουμε εμείς, και όχι αυτά να κατέχουν εμάς. Γιατί λοιπόν αυτά που πρέπει να είναι υπηρέτης, τα έκανες κύριό σου; Γιατί αντέστρεψες την τάξη;

Β: Ποιος από αυτούς που στολίζονται με λαμπρά υφάσματα μπόρεσε να προσθέσει μια μέρα στη ζωή του; Ποιον λυπήθηκε ο θάνατος για χάρη του πλούτου; Από ποιον έφυγε η ασθένεια χάριν των χρημάτων;

Γ: Η φτώχεια και ο πλούτος, η ελευθερία και η δουλεία και οι παρόμοιες καταστάσεις αργότερα εισήχθησαν στην ανθρώπινη ιστορία, σαν αρρώστιες που ακολουθούν την κακία και εφευρέθηκαν από αυτήν. Από την αρχή δε συνέβαινε αυτό.

Χ: Αν θες να πούμε την αλήθεια, δεν είναι πλούσιος εκείνος που περιβάλλεται από πολλά, αλλά εκείνος που δε χρειάζεται πολλά. Ούτε είναι φτωχός εκείνος που δεν έχει τίποτα, αλλά εκείνος που επιθυμεί πολλά…

Β: Ως πότε θα κυριαρχεί ο χρυσός, η αγχόνη των ψυχών, το αγκίστρι του θανάτου, το δόλωμα της αμαρτίας, η αιτία του πολέμου, για τον οποίον κατασκευάζονται τα όπλα, για τον οποίον ακονίζονται τα ξίφη; Για αυτόν οι συγγενείς ξεχνούν τους ανθρώπους τους, ο αδελφός για τον αδελφό ετοιμάζει φονικό. Για τον πλούτο οι ερημιές γεννούν τους ληστές, η θάλασσα τους πειρατές, οι πόλεις τους συκοφάντες. Ποιος είναι ο πατέρας του ψεύδους; Ποιος είναι ο δημιουργός της πλαστογραφίας; Ποιος γέννησε την επιορκία; Όχι ο πλούτος; Όχι η αναζήτησή του; Τι κάνετε, άνθρωποι;

Γ:  Ας μοιραστούμε τα υλικά με το Χριστό, ούτως ώστε και η περιουσία να αγιασθεί μέσω της καλής χρήσης της και της μετάδοσης στους μη έχοντες.

Χ: Καταφρόνησε τα χρήματα, αν θέλεις να έχεις χρήματα. Αν θέλεις να πλουτίσεις, γίνε φτωχός. Γιατί αυτά είναι τα παράδοξα του Θεού. Δε θέλει με τη δική σου προσπάθεια να γίνεις πλούσιος, αλλά με τη δική του χάρη. «Άφησέ τα αυτά σε μένα» λέει. «Εσύ να μεριμνάς για τα πνευματικά, για να γνωρίσεις και τη δύναμή μου. Απόφευγε τη δουλεία και το ζυγό των χρημάτων. Έως ότου τα κατέχεις, θα είσαι φτωχός. Όταν θα τα καταφρονήσεις, θα γίνεις δυο φορές πλούσιος.

Β: Λένε κάποιοι «είναι αναγκαίος ο πλούτος για τα παιδιά μου». Τι ευπρόσωπη αφορμή για πλεονεξία είναι αυτή! Προβάλλετε τα παιδιά, αλλά την καρδιά σας υπονοείτε. Μήπως τα ευαγγέλια δε γράφτηκαν για τους παντρεμένους; «Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πούλα τα υπάρχοντά σου και δώσε στους φτωχούς»… Γιατί τα παιδιά πολλές φορές χωρίς να λάβουν τίποτα από τους γονείς τους, έχτισαν σπίτια. Την ψυχή σου όμως αν την παραμελήσεις εσύ, ποιος θα την ελεήσει;

Γ: Μη γένοιτο, ούτε να πλουτίζω εγώ εφόσον αυτοί είναι φτωχοί, ούτε να ζω ευχάριστα, αν δεν τους βοηθήσω στις δυσκολίες τους. Ούτε να έχω επαρκή τροφή και ενδύματα, ούτε να ξεκουράζομαι κάτω από στέγη, αν δεν τους προσφέρω ψωμί και αν δεν τους δώσω κατά το δυνατόν ρούχα και αν δεν τους αναπαύσω κάτω από στέγη.

Χ: Πρόσεξε! Παντού επικρατεί η ειδωλολατρία με τη θεοποίηση του χρήματος.

Β: Ο πλούσιος δεν είναι ζηλευτός για τον πλούτο, ούτε ο άρχοντας για τη δύναμη του αξιώματος. Γιατί αυτά είναι όργανα αρετής γι’ αυτούς που τα χρησιμοποιούν σωστά, και δε φέρουν από μόνα τους την ευτυχία.

Γ: Καλύτερα νέος φτωχός και αγνός παρά γέροντας βασιλιάς και ακόλαστος.

Χ: Άναψες κερί στην εκκλησία. Αλλά μπήκε ο φτωχός που είχες αδικήσει, και με την προσευχή του έσβησε το κερί σου. Έδωσες ψωμί στον πεινασμένο. Αλλά οι αγέλες των βοδιών και των προβάτων σου κατέφαγαν όλο το θερισμό του φτωχού. Μην αδικήσεις πολύ και καλοποιήσεις λίγο. Μην αδικήσεις το διπλανό σου. Μην εξαπατήσεις τον ορφανό. Μην καταδυναστεύσεις τη χήρα. Μη φθονήσεις το γείτονα.

Β: Πολύ φοβερή είναι στις περιόδους φτώχειας η αναλγησία και η απληστία των εχόντων. Γιατί παρατηρούν τους καιρούς και εμπορεύονται τη φτώχεια και καλλιεργούν στις συμφορές…

Γ: Αξίζει όλα να τα δώσουμε στο Χριστό, ώστε να τον ακολουθήσουμε με γνησιότητα, σηκώνοντας το σταυρό μας, και να πετάξουμε ελαφρείς προς τον άνω κόσμο, και ευσταλείς χωρίς τίποτα να μας τραβάει προς τη γη, και να κερδίσουμε αντί για όλα τα υλικά το Χριστό, και να υψωθούμε με την ταπείνωση, να πλουτίσουμε με την πτωχεία.

Χ: Ούτε ο φτωχός να κλαίει για τη φτώχεια του, ούτε ο πλούσιος να χαίρεται για τον πλούτο του.

Β: Του φτωχού είναι το ψωμί που σου περισσεύει, του γυμνού το ρούχο, που φυλάς στις ντουλάπες σου, του χρήζοντος τα χρήματα που έχεις αποταμιεύσει. Αδικείς λοιπόν τόσους πολλούς, όσους θα μπορούσες να ωφελήσεις.

Γ: Μη μπλέξουμε το δικό μας πλούτο με τα δάκρυα των άλλων. Αλλιώς σαν από σαράκι και σκόρο θα φθαρεί.

Χ: Τι είναι παλληκαριά και τι ανανδρία; Όταν οι άλλοι αδικούνται και εμείς δεν τους υπερασπίζουμε, αλλά σωπαίνουμε, αυτό είναι ανανδρία. Όταν πάλι οι ίδιοι παθαίνουμε κάποιο κακό και υπομένουμε, αυτό είναι παλληκαριά. Τι είναι το θάρρος;  Όταν αγωνιζόμαστε για τους άλλους. Τι είναι το θράσος; Όταν θέλουμε να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας.

Γ: Βοήθησε τους καταπιεσμένους, ώστε κι εσύ να λάβεις τη βοήθεια του Θεού.

Χ: Εκπαιδεύουμε τους νέους από την πρώτη ηλικία, όταν μεν οι ίδιοι αδικούνται, να το αντιμετωπίζουν με υπομονή, ενώ όταν δουν κάποιον άλλον να αδικείται, με γενναιότητα να αντιδρούν και με το κατάλληλο μέτρο να υπερασπίζονται τον αδικημένο.

Γ: Με το έλεος και τους οικτιρμούς, μπορούμε να γίνουμε ίσοι με το Θεό. Όταν όμως μας λείπει αυτό, όλα τα χάσαμε. Δεν είπε «αν πιστέψετε, θα είστε όμοιοι με το Θεό Πατέρα σας», δεν είπε «αν παρθενεύσετε», αλλά τι; «Γίνετε οικτίρμονες, όπως και ο Πατέρας σας που βρίσκεται στους ουρανούς». «Γιατί», λέει, «καλοσύνη θέλω και όχι θυσία».

Χ: Ξέρει η Γραφή τη δική μας πλεονεξία. Γνωρίζει ότι η απληστία μας αποβλέπει προς την πλεονεξία και επιζητά τον πλεονασμό. Και γι’ αυτό δεν είπε απλά «Ο ελεών πτωχόν δίδωσι Θεώ» για να μη νομίζεις ότι η αντιμισθία είναι απλή, αλλά είπε «ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ». Αν δανείζεται ο Θεός από μας, άρα είναι και χρεώστης. Τι θέλεις λοιπόν να Τον έχεις, κριτή ή χρεώστη;

Β: Ξέρω πολλούς που νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν και επιδεικνύουν όλη την αδάπανη ευλάβεια, αλλά έναν οβολό δεν δίνουν για αυτούς που υποφέρουν. Αλλά ποιο όφελος έχουν αυτοί για την αρετή τους; Δεν τους δέχεται η βασιλεία των ουρανών.

Χ: Αν δεις κάποιον να υποφέρει, μην εξετάζεις τίποτε άλλο. Δικαιούται τη βοήθειά σου. Γιατί αν όταν δεις ένα ζώο να πνίγεται, το σώζεις, χωρίς να εξετάζεις ποιανού είναι, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να εξετάζεις ο άνθρωπος ποιανού είναι. Του Θεού είναι, είτε είναι ειδωλολάτρης, είτε Εβραίος. Γιατί κι αν είναι άπιστος, χρειάζεται τη βοήθειά σου.

Γ: Καλοσύνη θέλει και όχι θυσία ο Θεός μας, και η ευσπλαχνία αξίζει περισσότερο από χιλιάδες λαμπάδες. Αυτή την καλοσύνη ας Του προσφέρουμε, για χάρη των θλιβομένων και αυτών που είναι πεταμένοι στο πεζοδρόμιο, ώστε όταν φύγουμε από αυτή τη ζωή, να μας δεχθούν στις αιώνιες σκηνές, κοντά στον ίδιο το Χριστό τον Κύριό μας, στον οποίο ανήκει η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

Οι Τρεις Ιεράρχες για τον πλούτο


Οι Τρεις Ιεράρχες, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι οι οικουμενικοί διδάσκαλοι της Εκκλησίας, που, παρά τους αιώνες που μεσολάβησαν από τότε που ζούσαν στον κόσμο, εξακολουθούν να φωτίζουν τους δρόμους μας. Τα συγγράμματά τους νίκησαν τη φθορά του χρόνου και αγγίζουν με επιτυχία και τα σύγχρονα προβλήματα. Ασχολήθηκαν με όλους του τομείς της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής. Και επειδή οι άνθρωποι έχουμε ανέκαθεν τις ίδιες ψυχικές αναζητήσεις, οι απαντήσεις και τοποθετήσεις τους, εμπνευσμένες από την θερμή σχέση τους με το Πνεύμα του Θεού, αναπαύουν κάθε ειλικρινή αναζήτηση της αλήθειας.

Το θέμα στο οποίο επανέρχονταν συχνά στις ομιλίες και στα συγγράμματά τους ήταν αυτό της κοινωνικής αδικίας, και το οποίο γινόταν φανερό στο τεράστιο χάσμα μεταξύ των πλουσίων και των πτωχών. Η προκλητική ζωή των πλουσίων έναντι των αναξιοπαθούντων πτωχών όχι μόνο δεν τους άφηνε αδιάφορους, αλλά τους παρακινούσε διαρκώς σε ανάλογη δράση. Πλούσιοι και οι τρεις μοίρασαν τις περιουσίες τους στους πτωχούς και αφιέρωσαν το χάρισμα του λόγου και της πέννας, που τους χάρισε ο Δωρεοδότης Θεός, στο να γίνουν πιο ανθρώπινες και αδελφικές οι σχέσεις πλουσίων και πτωχών. Φροντίδα τους ανύστακτη ήταν να συγκινήσουν τους πλουσίους, ώστε να βλέπουν σαν αδελφούς τους πτωχούς και όχι μόνο να μην τους εκμεταλλεύονται, αλλά να τους βοηθούν στη δύσκολη ζωή τους.

Οι τρεις Ιεράρχες για τον πλούτο

Έτσι ο Μέγας Βασίλειος έγραψε μια ωραία ομιλία με τίτλο «Προς τους πλουτούντας», ο άγιος Γρηγόριος ένα εξαίρετο ποίημα με τίτλο «Κατά πλουτούντων» και ο ιερός Χρυσόστομος μια ομιλία ερμηνεύοντας το αγιογραφικό ρητό: «Τοῖς πλουσίοις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι παράγγελλε μὴ ὑψηλοφρονεῖν» (Α’  Τιμ. στ’ 17). Επανειλημμένως δε και οι τρεις στις ομιλίες και στα κηρύγματά τους έκαναν λόγο για τον πλούτο.

Η θάλασσα, έλεγε χαρακτηριστικά ο Μέγας Βασίλειος μιλώντας για τον πλεονέκτη πλούσιο, γνωρίζει «τα όριά» της, η νύχτα δεν «υπερβαίνει τας οροθεσίας» που της καθόρισε εξ αρχής ο Δημιουργός· ο πλούσιος όμως δεν χορταίνει με όσα έχει· «μιμείται του πυρός την βίαν», ο πόθος του να αυξήσει τα πλούτη του μοιάζει με την ορμητική ασταμάτητη πυρκαγιά (ΕΠΕ 6, 306).

Έχεις «τόσα και τόσα» κτήματα και άλλα αγαθά, ερωτά. Τι θα γίνει τελικά; «Ουχί τρεις σε πήχεις αναμένουσιν οι πάντες;». Τρεις πήχεις γης δεν περιμένουν και σένα –όλοι κι όλοι– όταν πεθάνεις; Ποιος θα σε υπερασπισθεί την ώρα της μελλούσης Κρίσεως; Όπου κι αν στρέψεις τότε το βλέμμα σου, θα βλέπεις τις όψεις εκείνων προς τους οποίους έδειξες ασπλαχνία· «ένθεν (από εδώ) του ορφανού τα δάκρυα, εκείθεν (από εκεί) της χήρας τον στεναγμόν, ετέρωθεν (από αλλού) τους οικέτας ους κατέξαινες (=που τους καταξέσκιζες και τους ταλαιπωρούσες στα έργα σου)» (ΕΠΕ 6, 308).

Παρόμοια εκφραζόταν για τον πλούτο και ο άγιος Γρηγόριος. Όχι μόνο δεν συγκινείται ο πλούσιος, έλεγε, από τη δυστυχία των πτωχών, αλλά φτάνει στο σημείο να μην υπολογίζει ούτε και «την του Θεού τιμωρίαν» (ΕΠΕ 9, 408). Γίνεται αναίσθητος. Διότι ο πλούτος, έλεγε, άλλοτε οδηγεί στην «ύβριν», δηλαδή στην υπερηφάνεια, η «ύβρις» όμως «απώλειαν φέρει», οδηγεί στην καταστροφή. Μοιάζει με φάρμακο «νόσου γέμον», που είναι γεμάτο με αρρώστια. Μπορεί να λύνει μερικά οικονομικά προβλήματα, δημιουργεί όμως άλλα φοβερά και τρομερά, που έχουν σχέση με τη σωτηρία της ψυχής μας (ΕΠΕ 9, 140+ 190).

Είναι πραγματικά «ολέθριον» το πάθος του πλουτισμού, έλεγε με τον χαρακτηριστικό του τρόπο και ο ιερός Χρυσόστομος (ΕΠΕ 23, 320). Διευκρίνιζε όμως ότι «ου κακόν ο πλούτος… όταν εις τους δεομένους αναλίσκωμεν (όταν τον διαθέτουμε και τον ξοδεύουμε βοηθώντας τους πτωχούς), αλλά κακόν η πλεονεξία» (ΕΠΕ 14, 248). Και αλλού τόνιζε ότι ούτε ο πλούτος είναι γενικά κάτι κακό ούτε η πενία γενικά κάτι καλό, αλλά ανάλογα προς «την προαίρεσιν των χρεωμένων εκάτερα ταύτα γίνεται». Ανάλογα με το πώς δηλαδή χρησιμοποιεί κανείς τον πλούτο ή την φτώχεια αποκτά το καθένα την κακή ή την καλή σημασία του (ΕΠΕ 32, 456). «Πλούσιόν σε εποίησεν ο Θεός», έλεγε άλλοτε, «ίνα τοις δεομένοις βοηθής» (για να βοηθείς όσους έχουν ανάγκη), «ίνα τα αμαρτήματα λύσης τα σαυτού διά της εις ετέρους δαψιλείας» (για να διαλύσεις και εξαλείψεις τα αμαρτήματά σου με τις πλούσιες ελεημοσύνες σου) (ΕΠΕ 31, 664). Και να θυμάσαι, πρόσθετε, ότι ο πλούτος είναι κάτι «ευρίπιστον», πολύ άστατο, γλιστρά και χάνεται γρήγορα (ΕΠΕ 36, 602).

Οι πιο πάνω αντιπροσωπευτικές γνώμες των εμπνευσμένων Τριών Ιεραρχών για τον πλούτο φανερώνουν πόσο φωτεινά πνεύματα ήσαν και πόσο αξίζει να τους έχουμε όλοι μας καθοδηγούς μας.

Οι Τρεις Ιεράρχες — Οι ασυμβίβαστοι

 

Οι Τρεις Ιεράρχες πρώτευσαν σε όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής. Κατέκτησαν με τον προσωπικό τους αγώνα και την βοήθεια της θείας Χάριτος τις κορυφές της αγιότητος και καλούσαν τους πιστούς να ανεβαίνουν στις ωραίες πνευματικές αναβάσεις.

Άσκησαν στον ύψιστο βαθμό την φιλανθρωπία και ανακούφισαν τον πόνο χιλιάδων αναξιοπαθούντων.

Δίδασκαν καθημερινά τους πιστούς αναλύοντάς τους τις θεόπνευστες αλήθειες της Πίστεώς μας και διαφωτίζοντάς τους για τα μεγάλα θέματα, που απασχολούν την ψυχή κάθε ανθρώπου.

Καθόρισαν συστηματικά την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, για να μπορούν να λατρεύουν οι πιστοί θεάρεστα τον Κύριο.

Συνέγραψαν θαυμάσια συγγράμματα, τα οποία ξεπέρασαν τη φθορά του χρόνου και ισχύουν και για τις μέρες μας. Ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι με τα συγγράματά τους οι Τρεις Ιεράρχαι «απετελέσαν εποχήν λόγου νέαν, μεγάλην και ένδοξον διά το ανθρώπινον γένος» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 2ος, μέρος Β’ σελ. 1, 6).

Πολύ εύστοχα ελέχθη γι’ αυτούς ότι ήταν «εύγλωττοι κατά τον λόγον, ευγλωττότεροι κατά τον βίον, ευγλωττότατοι κατά τον θάνατον».

Άγ. Βασίλειος ο Μέγας & Γρηγόριος ο ΘεολόγοςΒασικό στοιχείο της αγιότητος και των τριών είναι ότι ήταν ασυμβίβαστοι με το κακό, την αμαρτία και την αίρεση. Δεν γνώριζαν τη γλώσσα των συμβιβασμών και της διπλωματίας. Προτιμούσαν να χάσουν τη θέση τους και αυτή τη ζωή τους, παρά να συμβιβαστούν σε θέματα αρχών και πίστεως. Δε σκέφτηκαν ποτέ εάν αντίπαλοί τους ήσαν αυτοκράτορες ή σοφοί διάφοροι ή ισχυροί κατά κόσμον. Έμειναν ακλόνητοι στην ορθή πίστη και ζωή αψηφώντας τις συνέπειες.

Εμείς, έπαρχε Μόδεστε, είπε στον απεσταλμένο του αρειανού αυτοκράτορα Ουάλη ο Μ. Βασίλειος, είμαστε ήρεμοι και πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό, «ὅταν Θεός ᾖ τό κινδυνευόμενον» δεν υπολογίζουμε τίποτε, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο. «Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς». Να τα πεις και να τ’ ακούσει αυτά κι ο βασιλιάς (PG 36, 561).

Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αφού νίκησε τους αρειανούς και πήρε πίσω τους Ναούς της Κωνσταντινούπολης, που τους είχαν καταπατήσει αυτοί, και ενώ είχε φίλο του τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα και μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του πιστού λαού, όταν μερικοί ζηλόφθονες επισκόπου αμφισβήτησαν την εκλογή του, παρητήθη αμέσως. Δε θέλησε να έλθει σε συμβιβασμούς με μοχθηρούς ανθρώπους. Παρητήθη και από την προεδρία της Β’ Οικουμενικής Συνόδου και από τον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Αντί της θέσεως προτίμησε την ακεραιότητα και το ασυμβίβαστο του χαρακτήρος του. Δεν γνώριζε τους διπλωματικούς ελιγμούς, αλλά γνώρισμά του ήταν όπως έγραφε, το «μή παρασυρῆναι», να μη παρασύρεται και να έχει «παρρησίαν» (PG 37, 32-33).

Άγ. Ιωάννης ΧρυσόστομοςΚαι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έγινε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και θέλησε να καθαρίσει την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς, οι οποίοι είχαν την προστασία της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, δεν εδίστασε να ελέγξει και την αυτοκράτειρα  για τη ζωή της. Δεν συμβιβάστηκε μαζί της. Γι’ αυτό και εξορίστηκε και πέθανε εξόριστος μέσα σε αφάνταστες κακουχίες, με πνεύμα όμως απτόητο και αδούλωτο. Χαρακτηριστικό του γενναίου και ασυμβίβαστου φρονήματός του βλέπουμε στην ομιλία, που εκφώνησε φεύγοντας για την εξορία: «Πολλά τά κύματα καί χαλεπόν τό κλυδώνιον· ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν (δεν φοβόμαστε) μή καταποντισθῶμεν· ἐπί γἀρ τῆς πέτρας ἑστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλῦσαι οὐ δύναται· ἐγειρέσθω τά κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τό πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει» (PG 52, 427).

Τέτοιους άγιους, γενναίους και ασυμβίβαστους με το κακό και την αίρεση εκκλησιαστικούς ηγέτες χρειαζόμαστε και σήμερα. Και ας παρακαλούμε την Ιδρυτή της Εκκλησίας μας να μας τους χαρίζει.

από το περιοδικό “Η Δράσις μας”
τεύχος 465, Ιανουάριος 2009

Ο Εκκλησιασμός Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου





Λιμάνια πνευματικά οι ναοί

Με λιμάνια μέσα στο πέλαγος μοιάζουν οι ναοί, που ο Θεός εγκατέστησε στις πόλεις. Πνευματικά λιμάνια, όπου βρίσκουμε απερίγραπτη ψυχική ηρεμία όσοι σ’ αυτά καταφεύγουμε, ζαλισμένοι από την κοσμική αναστάτωση. Κι όπως ακρι­βώς ένα απάνεμο κι ακύμαντο λιμάνι προσφέρει ασ­φάλεια στα αραγμένα πλοία, έτσι και ο ναός σώζει από την τρικυμία των βιοτικών μεριμνών όσους σ’ αυτόν προσ­τρέχουν και αξιώνει τους πιστούς να στέκονται με σιγουριά και ν’ ακούνε το λόγο του Θεού με γαλήνη πολλή. Ο ναός είναι θεμέλιο της αρετής και σχολείο της πνευματικής ζωής. Πάτησε στα πρόθυρά του μόνο, οποιαδήποτε ώρα, κι αμέσως θα ξεχάσεις τις καθημερινές φροντίδες. Πέρασε μέσα, και μια αύρα πνευματική θα περικυκλώσει την ψυχή σου. Αυτή η ησυχία προξενεί δέος και διδάσκει τη χριστι­α­νική ζωή. Ανορθώνει το φρόνημα και δεν σε αφήνει να θυμάσαι τα παρόντα. Σε μεταφέρει από τη γη στον ουρανό. Κι αν τόσο μεγάλο είναι το κέρδος όταν δεν γίνεται λατρευτική σύναξη, σκέψου, όταν τελείται η Λειτουργία και οι προφήτες διδάσκουν, οι απόστολοι κηρύσσουν το Ευαγγέλιο, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στους πιστούς…

Σε συμπόσιο σε καλεί ο Κύριος, όταν σε προσκαλεί στην εκκλησία. Σε ανά­παυση από τους κόπους σε παρακινεί. Γιατί σε ξαλα­φρώνει από το βάρος των αμαρτημάτων. Με την πνευματική από­λαυση θεραπεύει τη στενοχώρια και με τη χαρά τη λύπη.

Γιατί δεν εκκλησιάζεσαι;

Παρ’ όλα αυτά, λίγοι είναι εκείνοι που έρχονται στην εκκλησία. Τί θλιβερό! Στους χορούς και στις διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. Τις ανοησίες των τραγουδιστών τις α­κού­με με ευχαρίστηση. Τις αισχρολογίες των ηθοποιών τις απολαμβάνουμε για ώρες, δίχως να βαριόμαστε. Και μόνο όταν μιλάει ο Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε και ζαλιζό­μαστε. Μα και στα γήπεδα, μολονότι δεν υπάρχει στέγη για να προστατεύει τους θεατές από τη βροχή, τρέ­χουν οι περισ­σότεροι σαν μανιακοί, ακόμα κι όταν βρέχει ραγδαία, ακόμα κι όταν ο άνεμος σηκώνει τα πάντα. Δεν λογαριάζουν ούτε την κακοκαιρία ούτε το κρύο ούτε την απόσταση. Τίποτα δεν τους κρατάει στα σπίτια τους.

Όταν, όμως, πρόκειται να πάνε στην εκκλησία, τότε και το ψιλόβροχο τους γίνεται εμπόδιο. Κι αν τους ρωτήσεις, πόσοι είναι οι προφήτες ή οι απόστολοι, δεν μπορούν ν’ ανοί­ξουν το στόμα τους. Για τους αθλητές όμως, τους τρα­γου­δι­στές και τους ηθοποιούς μπορούν να σε πληρο­φο­ρήσουν με κάθε λεπτομέρεια. Είναι κατάσταση αυτή; Γιορ­τάζουμε μνήμες αγίων, και σχεδόν κανένας δεν παρου­σιά­ζεται στο ναό. Φαίνεται πως η από­σταση παρασύρει τους χριστιανούς στην αμέλεια.

Οι μάρτυρες έχυσαν το αίμα τους για την Αλή­θεια, κι εσύ λογαριάζεις μια τόσο μικρή απόσταση; Εκείνοι θυσίασαν τη ζωή τους για το Χριστό, κι εσύ δεν θέλεις ούτε λίγο να κοπιάσεις; Ο Κύριος πέθανε για χάρη σου, κι εσύ Τον περιφρονείς; Γιορτάζουμε μνήμες αγίων, κι εσύ βαριέσαι να έρθεις στο ναό, προτιμώντας να κάθεσαι στο σπίτι σου; Και όμως, πρέπει να έρθεις, για να δεις το διάβολο να νικιέται, τον άγιο να νικάει, το Θεό να δοξάζεται και την Εκκλησία να θριαμβεύει.

“Μα είμαι αμαρτωλός“, λες, “και δεν τολμώ ν’ αντι­κρύ­σω τον άγιο”. Ακριβώς επειδή είσαι αμαρτωλός, έλα εδώ, για να γίνεις. “Αφού, όμως, δεν τήρησα όσα άκουσα στην εκ κλησία”, θα μου πει κάποιος, “πώς μπορώ να έρθω πάλι;”. Έλα να ξανακούσεις τον θείο λόγο. Και προσπάθησε τώρα να τον εφαρμόσεις. Αν βάλεις φάρμακο πάνω στο τραύμα σου και δεν το επουλώσεις την ίδια μέρα, δεν θα ξαναβάλεις και την επόμενη; Αν ο ξυλοκόπος, που θέλει να κόψει μια βελανιδιά, δεν κατορθώσει να τη ρίξει με την πρώτη τσε­κουριά, δεν τη χτυπάει και δεύτερη και πέμπτη και δέκατη φορά; Κάνε κι εσύ το ίδιο.

Αλλά, θα μου πεις, σ’ εμποδίζουν να εκκλησιαστείς η φτώχεια και η ανάγκη να εργαστείς. Όμως δεν είναι εύλογη και τούτη η πρόφαση. Εφτά μέρες έχει η εβδομάδα. Αυτές τις εφτά μέρες τις μοιράστηκε ο Θεός μαζί μας. Και σ’ εμάς έδωσε έξι, ενώ για τον εαυτό Του άφησε μία. Αυτή τη μο­να­δική μέρα, λοιπόν, δεν δέχεσαι να σταματήσεις τις εργα­σίες; Και γιατί λέω για ολόκληρη μέρα; … Δάνεισε δυο ώρες στο Θεό, πηγαίνοντας στην εκκλησία, και θα φέρεις στο σπίτι σου κέρδη αμέτρητων ημερών. Αν όμως δεν δέχεσαι να κάνεις κάτι τέτοιο, σκέψου μήπως μ’ αυτή σου τη στάση χάσεις τους κόπους πολλών ετών. Γιατί ο Θεός, όταν περι­φρονείται, γνωρίζει να σκορπίζει τα χρήμα­τα που συγ­κεν­τρώνεις με την εργασία της Κυριακής…

“Ναι, αλλά μπορώ”, λέει κάποιος άλλος, “να προσευ­χηθώ και στο σπίτι μου“. Απατάς τον εαυτό σου, άνθρωπε. Βεβαίως, είναι δυνατόν να προσευχηθείς και στο σπίτι σου. είναι αδύνατον όμως να προσευχηθείς έτσι, όπως προσεύ­χεσαι στην εκκλησία… Δεν σε ακούει τόσο πολύ ο Κύριος όταν Τον παρακαλείς μό­νος σου, όσο όταν Τον παρακαλείς ενωμένος με τους αδελ­φούς σου…. Όταν προσευχόμαστε ο καθένας χωριστά, είμα­στε ανίσχυροι. Όταν όμως συγκεν­τρωνόμαστε όλοι μαζί, τότε γινόμαστε πιο δυνατοί και ελκύουμε σε μεγα­λύτερο βαθμό την ευσπλαχνία του Θεού…

Μετά τον εκκλησιασμό

Εμείς ας αναχωρούμε από τη θεία Λειτουργία σαν λιον­τάρια που βγάζουν φωτιά, έχοντας γίνει φοβεροί ακόμα και στο διάβολο. Γιατί το άγιο αίμα του Κυρίου που κοινω­νούμε, ποτίζει την ψυχή μας και της δίνει μεγάλη δύναμη. Όταν το μεταλαβαίνουμε άξια, διώχνει τους δαίμονες μα­κριά και φέρνει κοντά μας τους αγγέλους και τον Κύριο των αγγέλων. Αυτό το αίμα είναι η σωτηρία των ψυχών μας, μ’ αυτό λούζεται η ψυχή, μ’ αυτό στολίζεται…

Προσελκύστε, λοιπόν, τους αδελφούς μας στην εκ­κλη­σία, προτρέψτε τους πλανημένους, συμβουλέψτε τους όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα. Κι αν ακόμα τίποτα δεν πεις, αλλά βγεις από την ιερή σύναξη, δείχνοντας στους απόντες -και με την εμφάνιση και με το βλέμμα και με τη φωνή και με το βάδισμα και μ’ όλη σου τη σεμνότητα- το κέρδος που αποκόμισες από το ναό, αυτό είναι αρκετό για παραίνεση και συμβουλή. Γιατί έτσι πρέπει να βγαίνουμε από το ναό, σαν από ιερά άδυτα, σαν να κατεβαίνουμε από τους ίδιους τους ουρανούς. Δίδαξε όσους δεν εκκλησιά­ζο­νται ότι έψαλες μαζί με τα Σεραφείμ, ότι ανήκεις στην ουράνια πολιτεία, ότι συναντήθηκες με το Χριστό και μίλη­σες μαζί Του. Αν έτσι ζούμε τη θεία Λειτουργία, δεν θα χρειαστεί να πούμε τίποτα στους απόντες. Αλλά βλέποντας εκείνοι τη δική μας ωφέλεια, θα νιώσουν τη δική τους ζη­μιά και θα τρέξουν γρήγορα στην εκκλησία, για ν’ απολαύ­σουν τα ίδια αγαθά.


Τρεις Ιεράρχες! Στους φλογερούς και ανυποχώρητους Ιεράρχες, πάντα υποχωρεί η ΗΡΩΔΙΑΣ! του ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ – Θεολόγου

 


του ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ – Θεολόγου

“Λέτε να μην υπάρχουν αντάξιοι συνεχιστές τους – έστω ελάχιστοι – στην Ελλαδική Εκκλησία του σήμερα;

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Λάβαμε προς δημοσίευση στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση infokatanixis@gmail.com από τον κ. Χρήστο Ρουμελιώτη το ακόλουθο άρθρο:


ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ!
Στους φλογερούς και ανυποχώρητους Ιεράρχες, πάντα υποχωρεί η ΗΡΩΔΙΑΣ!

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ – Θεολόγου


Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υπήρξε ο πλέον σκληρός επικριτής των ακροτήτων της πολιτικής εξουσίας και των φορέων της, που λειτουργούσαν κόντρα στην πίστη της Εκκλησίας και σε βάρος του πεινασμένου από την οικονομική κρίση λαού. Ο έλεγχός του προς τους παρεκτρεπομένους πολιτικούς γινόταν χωρίς οργή και αλαζονεία, αλλά με ειλικρινές πατρικό ενδιαφέρον, για να προστατευτεί ο λαός, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και το Χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας.
Ο ιερός Χρυσόστομος ουδέποτε χαρίστηκε στους πολιτικούς άρχοντες και γι’ αυτό τον λόγο, δεν τους ήταν συμπαθής. Πολλοί από τους πολιτικούς ηγέτες της εποχής του τον μισούσαν θανάσιμα, επειδή δεν ανέχονταν τον οξύτατο δημόσιο έλεγχο που ασκούσε στα πρόσωπά τους, για την οικογενειοκρατία, την φαυλοκρατία και την ανεντιμότητά τους. Ουδέποτε ο ιερός πατήρ δίστασε να επιδείξει την αυστηρότητά του ακόμη και για την διεφθαρμένη προσωπική ζωή των αρχόντων, των πλουσίων και των ισχυρών της εποχής του, και χωρίς να εξαιρεί – εννοείται – το παλάτι. Κυρίως το παλάτι! Σε θέματα πίστεως ο Χρυσόστομος δεν κάνει συμβιβασμούς, δεν υπηρετεί ως άβουλο όργανο την Εκκλησία του Χριστού, δεν υποτάσσεται στις εντολές του Παλατιού. Ξένες προς το εκκλησιαστικό του ήθος δουλοπρεπείς και γλοιώδεις συμπεριφορές και μικροπολιτικές σκοπιμότητες! Δεν τον ενδιαφέρουν οι Θρόνοι και οι εξουσίες, δεν αποβλέπει στην προσωπική του ανέλιξη, δεν είναι «δελφίνος» Επίσκοπος, γιατί ουδέποτε επεδίωξε Θρόνους. Η Χάρις του Θεού και η αγάπη του λαού, ανέβασε δια της βίας τον Χρυσόστομο στον Πατριαρχικό Θρόνο! Έτσι, δεν άργησε να συγκρουστεί ευθέως και χωρίς μισόλογα και με την ίδια την Αυτοκράτειρα Ευδοξία που ήταν έξαλλη στην προσωπική της ζωή, άδικη, φιλοχρήματη και σπάταλη, ενώ ο λαός πέθαινε στην πείνα! Στηλίτευσε την προκλητική πολυτέλεια, τις απερίσκεπτες δαπάνες, τις αισχρές και ανήθικες διασκεδάσεις της ανακτορικής αυλής. Την ίδια παρρησία και τόλμη επέδειξε και για τον πανίσχυρο αυλικό, τον πρωθυπουργό της εποχής του, τον γνωστό Ευτρόπιο, στον οποίο έκανε αυστηρές παρατηρήσεις για τα διαπλεκόμενα συμφέροντα και την απληστία του, να «βολεύει» σε δημόσιες θέσεις και να προσφέρει κρατικά αξιώματα στους ημετέρους, σε πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος και φιλικά προσκείμενα προς αυτόν, και επιπλέον να καταργεί με νόμους και ενέργειες του, το άσυλο των ιερών ναών! Και όμως, όταν ο Ευτρόπιος ξέπεσε από πρωθυπουργός και ζήτησε ταπεινωμένος άσυλο στην Εκκλησία, ο ιερός Χρυσόστομος τον προστάτευσε και εξεφώνησε τότε τους περίφημους λόγους του, «Εις Ευτρόπιον», που έχουν καταγραφεί, ως μοναδικής ρητορικής δεινότητας κείμενα της παγκοσμίου φιλολογίας. Ο λαός επεδοκίμαζε τις ενέργειες αυτές του Χρυσοστόμου, του φιλόστοργου ποιμενάρχου του τον οποίο κυριολεκτικώς λάτρευε! Όμως, όπως είναι γνωστό, όπου υπάρχει δράση, υπάρχει και αντίδραση. Έτσι, ο ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος χαρακτήρας του Χρυσοστόμου ενώπιον των οργανωμένων συμφερόντων, αλλά και το γεγονός ότι δεν επεδίωξε ποτέ την φιλία, ή την εύνοια κανενός κοσμικού άρχοντα, όλα αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί εντονότατη και ισχυρή αντίδραση των θιγομένων ομάδων και συμφερόντων από τους λόγους και τα έργα του Χρυσοστόμου.
Τότε η αυτοκράτειρα Ευδοξία, ο πρωθυπουργός Ευτρόπιος, και ο παραδόπιστος και φιλάργυρος Θεόφιλος Αλεξανδρείας, μαζί με πολλούς καθηρημένους, λόγω αναξιότητας Επισκόπους, αλλά και κάποιες «καθώς πρέπει» κυράδες των ανακτόρων, έθεσαν ως ανίερο στόχο να τον αφανίσουν. Όλος αυτός ο εσμός των φαύλων, οργανώνουν την «ληστρική Σύνοδο» – όνομα και πράμα! – καταδικάζοντας τον ιερό Χρυσόστομο ερήμην και χωρίς λόγο, σε εξορία! Ο λαός επαναστατεί, καταλαμβάνει τα ανάκτορα και απειλεί να τα κάψει για την άδικη αυτή απόφαση, χάριν του φιλάσθενου και αγίου ποιμενάρχη του, ενώ η Ευδοξία αναγκάζεται να ανακαλέσει την απόφαση, επαναφέροντας τον Χρυσόστομο στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο λαός από χαρά παραληρεί, ο Χρυσόστομος με δάκρυα φωνάζει: «Αγαπώ ετοίμως το αίμα μου εκχεείν υπέρ τη υμετέρας σωτηρίας, λαέ μου…»! Νέες προκλήσεις από την αυτοκράτειρα Ευδοξία, νέοι σκληροί λόγοι και δριμύ κατηγορώ από τον Χρυσόστομο, σε βαθμό που ο ιστορικός Σωκράτης να λέει: «οι κολώνες του ναού λυγίζουν από τον αδυσώπητο έλεγχο και την δριμεία κριτική του Χρυσοστόμου προς την Ευδοξία»: «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται, πάλιν ορχείται, πάλιν την κεφαλήν Ιωάννου ζητεί λαβείν επί πίνακι…»! Όλα αυτά ως σεισμός τάραξαν τα ανάκτορα και ο ιερός Χρυσόστομος οδηγείται και πάλι στην εξορία, κατά το έτος 404 μ.Χ. Η εξασθενημένη όμως υγεία του, μετά από τρία έτη σκληρής εξορίας, δεν άντεξε και το 407 μ.Χ. ο Άτλας αυτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας παρέδωσε το πνεύμα του, λέγοντας μέχρι και την τελευταία στιγμή την φράση: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Προτιμά λοιπόν ο Ιερός Χρυσόστομος τον θάνατο, από το να στραγγαλίσει και να «βιάσει» την Αρχιερατική του συνείδηση και να θυσιάσει την, ενώπιον του Θεού «καλήν απολογίαν», υπηρετώντας το «σύστημα» και τους διεφθαρμένους της εποχής του!

Γι’ αυτό όταν ρώτησαν τον ειδωλολάτρη φιλόσοφο Λιβάνιο, για το, ποιον θα ήθελε ως συνεχιστή του στη σχολή που ο ίδιος είχε ιδρύσει, απάντησε: «Θα ήθελα τον Χρυσόστομο, εάν δε τον είχε κλέψει ο χριστιανισμός»! Ο «έχων ώτα ακούειν ακουέτω!!!»

Τέτοιοι Χριστιανοί Λεβέντες ήταν οι Τρείς πραγματικοί Επίσκοποι – Ιεράρχες που τιμά και φέτος η Εκκλησία μας. Τέτοιους χρειάζεται σήμερα ο πιστός Ορθόδοξος Ελληνικός λαός! Και Όχι ανθρώπους που εκλιπαρούν για να τους κάνουν Επισκόπους και στο τέλος…. εξελίσσονται σε Επισκόπους «φίρμες» στην πασαρέλα των media & «τζάμπα μάγκες», ή που αρνούνται να παραιτηθούν, ανίκανοι όντες βιολογικά, ή μαζεύοντας μανιωδώς χρήματα για… τα γεράματα τους! Έλεος!

Ας θαυμάσουμε τώρα λίγο και τον Γρηγόριο το Θεολόγο. Αναγνωρίζοντας ο Μ. Θεοδόσιος την προσφορά του στον αγώνα κατά των Αιρέσεων, τον κάνει Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Και η Β’ Οικουμενική Σύνοδος, τον ανακηρύσσει σε Πρόεδρο της. Όμως κάποιοι φθονεροί Επίσκοποι, Αιγύπτιοι και Μακεδόνες τον υπονομεύουν και τον συκοφαντούν, ότι τάχα πήρε αυτή την θέση με νοθεία! Ο Γρηγόριος αντί να «γαντζωθεί» στον Θρόνο του, – τον οποίον εννοείται πως ο ίδιος δεν επεδίωξε αλλά δια της «βίας» του προσεφέρθη – αν και ήταν αποδεκτός και επιπλέον είχε την αμέριστη στήριξη του Αυτοκράτορα, αποφασίζει να παραιτηθεί για το καλό της Εκκλησίας, λέγοντας: «Αφήστε με να είμαι σαν τον Προφήτη Ιωνά. Ήμουν υπεύθυνος για την καταιγίδα, αλλά θα θυσιαστώ για να σώσω το πλοίο. ΔΕΝ ήθελα να αναλάβω τον Θρόνο και με χαρά θα τον αφήσω»! Σοκ και δέος στο Συμβούλιο της Συνόδου. Επίμονα, έως απεγνωσμένα ζητά ο Γρηγόριος από τον Αυτοκράτορα να δεχθεί την παραίτησή του! Ο Αυτοκράτορας στο τέλος, αναγκάζεται να την αποδεχθεί και συγκινημένος χειροκροτεί τον Γρηγόριο, οργανώνοντας προς τιμήν του λαμπρή αποχαιρετιστήρια Τελετή!

Και τέλος!!! Με τον συγκλονιστικό διάλογο μεταξύ Μεγάλου Βασιλείου και του ειδωλολάτρη Επάρχου Μοδέστου, προκειμένου ο δεύτερος να τον πείσει απειλώντας τον να γίνει αιρετικός Επίσκοπος, όπως συνέβη με πλειάδα επίορκων Επισκόπων, ο φιλάσθενος αλλά Μέγας στην κυριολεξία Βασίλειος, του απαντά γενναία: «Αν θέλεις απείλησε με, με κάτι πιο σκληρό από την δήμευση περιουσίας, τα βασανιστήρια, την εξορία ή και τον θάνατο! Αυτά δεν μ’ αγγίζουν»!!! Τότε ο Ύπαρχος των Πραιτορίων Μόδεστος απευθύνεται στον Βασιλιά Ουάλη λέγοντας: «Μεγαλειότατε νικηθήκαμε. Ο Βασίλειος είναι Μέγας! Ο Επίσκοπος αυτής εδώ της Εκκλησίας δεν φοβάται απειλές. Ας απειλήσουμε κανένα δειλό Επίσκοπο, όχι τον Βασίλειο! Μόνον εάν τον στείλουμε εξορία μπορεί να έχουμε κάποιο αποτέλεσμα» !
Ο Βασιλιάς όχι μόνον δεν τον εξόρισε, αλλά προσέφερε στον Βασίλειο και χρήματα για τα Ιδρύματα της Βασιλειάδας!
Αυτοί ήταν οι συνεπίσκοποι σας ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ, άγιοι Μητροπολίτες των 80 περίπου Μητροπόλεων της Ελλάδος! Λέτε να μην υπάρχουν αντάξιοι συνεχιστές τους – έστω ελάχιστοι – στην Ελλαδική Εκκλησία του σήμερα;

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ