Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΑΓΙΟΙ Γιατί τιμούμε τους Αγίους; † π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος

ΟΙ ΑΓΙΟΙ Γιατί τιμούμε τους Αγίους; † π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος


ΟΙ ΑΓΙΟΙ Γιατί τιμούμε τους Αγίους; † π. Αντώνιος ΑλεβιζόπουλοςΔρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας


ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ


ΟΙ ΑΓΙΟΙ


Το θέμα αυτό είναι πολύ βασικό, γιατί όλες οι προτεσταντικές αιρέσεις ασκούν σφοδρότατη κριτική εναντίον της Εκκλησίας μας, υποστηρίζοντας πως εμείς λατρεύουμε τους αγίους και προσβλέπουμε σ' αυτούς για σωτηρία, όχι στον Σωτήρα Χριστό!


Είναι λοιπόν ποιμαντική ανάγκη να εξηγήσουμε με ποια έννοια η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τους αγίους και πού τελικά μεταβαίνει αυτή η τιμή. Να τονίσουμε σε ποια σχέση βρισκόμαστε εμείς με τους αγίους και τι συνεπάγεται αυτή η σχέση. Πρέπει ακόμη να απαντήσουμε στην ένσταση των προτεσταντών, ότι οι άγιοι δεν είναι πανταχού παρόντες και συνεπώς δεν ακούουν τις προσευχές μας. Να ερμηνεύσουμε τα θαύματα που επιτελούν οι άγιοι και να τα κατοχυρώσουμε αγιογραφικά- να αναφερθούμε στην πρώτη Εκκλησία, για να διαπιστώσουμε αν υπήρχε σ' αυτήν η τιμή των αγίων και προ παντός, να καταστήσουμε φανερή τη διάκριση μεταξύ τιμής και λατρείας, λατρευτικής προσκύνησης και προσκύνησης σαν εκδήλωση τιμής και αγάπης, που αποδίδεται από μέρους μας στους αγίους.

Κατά την πίστη της Εκκλησίας μας οι άγιοι αντικατοπτρίζουν τη δόξα του Κυρίου (Β' Κορ. γ' 18) και ακτινοβολούν το άκτιστο φως του Θεού (Ματθ. ε' 14. Ιω. η' 12. Εφεσ. ε' 8. Κολ. α' 12. Αποκ. κβ' 5).

Η δόξα των αγίων και των αγγέλων δεν είναι ανεξάρτητη από τη δόξα του Χριστού, γιατί είναι μέλη του σώματος Αυτού (Έφεσ. α' 23. δ' 16. ε' 23. Κολ. α' 18.24). Ονομάζονται αγαπητοί του Θεού (Β' Παραλ./Χρον. κ' 7. Ησ. μα' 8), φίλοι του Θεού (Ψαλμ. ρλη' 17, κατά τους Ο'. Ιω. ιε' 14. Ιακ. β' 23), αδελφοί του Χριστού (Ματθ. ιβ' 50). Είναι ναός και κατοικητήριο του Θεού (Α' Κορ. γ' 16-17. στ' 19. Β' Κορ. στ' 16), τέκνα Θεού (Ιω. α' 12. Γαλ. γ' 26-27), κληρονόμοι και συγκληρονόμοι του Χριστού (Ρωμ. η' 17). Το μνημόσυνο των άγιων είναι αιώνιο (Ψαλμ. ρια/ριβ' 1-9. Παροιμ. Γ 7. Εβρ. ια' 4-38).

Ο ίδιος ο Θεός, μέσω του αγίου Σώματος του Χριστού, έρχεται σε προσωπική κοινωνία με τον άνθρωπο και του μεταδίδει την αγιότητα. Πρόκειται για την αγιότητα του Σώματος του Χριστού, όχι για την αγιότητα του ανθρώπου, ανεξάρτητα από την κοινωνία του με τον Χριστό (Ιω. ιδ' 23. Α' Κορ. γ' 5-17. στ' 19. Β' Κορ. στ' 16. Εφεσ. β' 22). Έτσι ο Χριστός θριαμβεύει μέσω των αγίων (Ίω. κα' 19. Β' Κορ. β' 14).

Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι είκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι, που εκπροσωπούν τη θριαμβεύουσα Εκκλησία, έχουν «επί τας κεφαλάς των στεφάνους χρυσούς» (Αποκ. δ' 4). Το αναρίθμητο πλήθος των αγίων, που «έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνίου» (Αποκ. ζ' 14), ευρίσκονται «ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του αρνίου» ως νικητές (Αποκ. ζ' 9-10), σ' αυτούς δόθηκαν «θρόνοι», για να βασιλεύσουν «επί χίλια έτη», μέχρι τη δευτέρα παρουσία, οπότε το σώμα του Χριστού, η Εκκλησία, θα παραδοθεί από την ίδια την κεφαλή της στον Τριαδικό Θεό, για να είναι πλέον «ο Θεός τα πάντα εν πάσιν» (Αποκ. κ' 4. Α' Κορ. ιε' 23-28).

Ο Χριστός είναι ο μόνος «Παράκλητος», ο μοναδικός «μεσίτης» και «σωτήρας» (Α' Ιω. β' 1. Ιω. ιδ' 6. 13-14. Α' Τιμ. β' 5. Πράξ. δ' 12), μόνο με το αίμα του Χριστού πραγματοποιείται η συμφιλίωση (Α' Πέτρ. α' 18-19), ο «άλλος Παράκλητος», το Πνεύμα το Άγιο, με τα άγια μυστήρια ενεργοποιεί προς χάρη μας τις δωρεές του Χριστού: με το βάπτισμα μας εντάσσει στο Σώμα του Χριστού (Γαλ. γ' 27. Πρβλ. α' Κορ. ιβ' 3), με τη θεία κοινωνία μας τρέφει με τον «άρτο της ζωής» (Ίω. στ' 48-53). Με αυτή την απόλυτη έννοια δεν υπάρχει άλλος σωτήρας, ούτε δεύτερος μεσίτης.

Και όμως στην αγία Γραφή γίνεται λόγος για μεσιτεία ανθρώπων και αγγέλων, μέσω προσευχής και παράκλησης (Γεν. m' 23-33. κ' 3-18. λβ' 9-14. Ίώβ μβ' 8-10. Παροιμ. ιε' 8. Ζαχ. α' 12-13. Ίερεμ. ζ' 16). Άνθρωποι ονομάζονται «πρεσβευτές» (Β' Κορ. ε' 18-20. Έφεσ. στ' 20) και «σωτήρες», με την έννοια όμως πως οδηγούν στο μόνο Σωτήρα, τον Χριστό (Α' Κορ. θ' 22). Ο Θεός βεβαιώνει τον προφήτη πως αν βρεθεί ακόμη και ένας άγιος άνθρωπος, για χάρη του θα σώσει ολόκληρη την πόλη (Ιερεμ. ε' 1. Ίεζ. κβ' 30).

Αλλά μήπως η «μεσιτεία» με σχετική έννοια αναφέρεται μόνο σε ζώντες; ΟΧΙ ο Θεός λέγει στον προφήτη Ιερεμία: «Εάν σταθούν ενώπιόν μου ο Μωϋσής και ο Σαμουήλ, η ψυχή μου δεν θα κλίνει προς αυτούς» (Ιερ. ιε' 1), πράγμα που σημαίνει πως σε άλλες περιπτώσεις ο Θεός ανταποκρινόταν στις δεήσεις των άγιων ανδρών υπέρ του λαού. Στην Αποκάλυψη βλέπουμε τη θριαμβεύουσα Εκκλησία (τους 24 πρεσβύτερους) να κρατούν «φιάλας γεμούσας θυμιαμάτων, αι εισίν αι προσευχαί των αγίων», δηλαδή των επί γης ζώντων πιστών τις οποίες ενώνουν με τις δικές τους προσευχές (Αποκ. ε' 8).

Η ουράνια Εκκλησία δέχεται τις επικλήσεις μας, μάλιστα μεσιτεύει στον Κύριο να σταματήσει το μαρτύριο των αδελφών τους στη γη (Αποκ. στ' 9-11), πράγμα που εισακούεται τελικά από τον Θεό (Αποκ. ζ' 9-11. η' 3-5. ια' 16-18. ιδ' 14-20. Πρβλ. Δ/Β' Βασιλ. κ' 4-6. Β' Μακ. ιε' 12-16).

Όταν λοιπόν επικαλούμεθα τους αγίους, οι ελπίδες μας δεν είναι μάταιες, οι άγιοι είναι συνδεδεμένοι μαζί μας με τον σύνδεσμο της αγάπης, η οποία «ουδέποτε εκπίπτει» (Α' Κορ. ιγ' 8). Πιστεύουμε δηλαδή πως είμαστε πράγματι «συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφεσ. β' 19-20).

Είναι οι άγιοι «πανταχού παρόντες» για να εισακούουν τις επικλήσεις μας; Όχι, οι άγιοι, ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού, δεν είναι πανταχού παρόντες, ούτε πληροφορούνται με τη δική τους δύναμη τι γίνεται μακριά από αυτούς. Όμως λουσμένοι στην άκτιστη θεία χάρη, μέσω του Αγίου Πνεύματος, σαν μέλη του σώματος του Χριστού, που είναι ενωμένο με την Θεότητα, μπορούν να ξεπεράσουν τους όρους της φύσης και να μετέχουν στη ζωή των αδελφών τους επί της γης.

Αν οι άνθρωποι του Θεού που ζουν στη γη μπορούν να ξεπεράσουν με τη χάρη του Θεού τους όρους της φύσης, πρέπει να συμπεράνουμε πως αυτό μπορεί να γίνει πολύ περισσότερο από τα μέλη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από την αγία Γραφή.

Η «καρδιά» του Ελισσαίου ήταν μετά του Γιεζί και μπορούσε να γνωρίζει αυτό που συνέβη μακριά (Δ/Β' Βασιλ. ε' 25-27). Ο Αβραάμ «είδε» την ημέρα του Κυρίου «και εχάρη» (Ίω. η' 56). Ο απόστολος Πέτρος εγνώριζε την πονηρία του Ανανία (Πράξ. ε' 3).

Ο Θεός αποκαλύπτει τα θαυμαστά πράγματα «διά του Πνεύματος προς το συμφέρον», όλα τα ενεργεί το Πνεύμα το Άγιο, χωρίς να δεσμεύεται από φυσικούς όρους, που ο Θεός έθεσε για ορισμένο σκοπό (Α' Κορ. ιβ' 7-11, πρβλ. Β' Κορ. ιβ' 2-4). Ο ίδιος ο Κύριος μας βεβαιώνει για την κοινωνία αγάπης της ουράνιας Εκκλησίας, η οποία πληροφορείται τα γεγονότα της ζωής μας και χαίρει για την επιστροφή κάθε αμαρτωλού (Λουκ. ιε' 7-10).

Ο Θεός θαυματοποιεί μέσω των αγίων και δικαίων (Γ/ Α' Βασιλ. ιζ' 21-22. Δ/Β' Βασιλ. δ' 33-35. Πράξ. ε' 12-16. ιβ' 11-12), όχι μόνο μέσω ζώντων πάνω στη γη, αλλά και μέσω κεκοιμημένων άγιων. Έτσι ο προφήτης Ησαΐας λαμβάνει εντολή να διαβιβάσει «προς τον Εζεκίαν τον ηγούμενον του λαού» πώς θα σώσει την πόλη από τους Ασσυρίους «διά Δαυίδ τον δούλον μου», δηλαδή χάρη του Δαυίδ, που ήδη είχε απέλθει από αυτή τη ζωή (Δ/Β' Βασιλ. κ' 4-6).

Το να ισχυρισθεί κανείς πως ο δεσμός της αγάπης μεταξύ αγωνιζομένης και θριαμβεύουσας Εκκλησίας μειώνει το μεσιτικό υπούργημα του Παράκλητου, είναι αφέλεια, γιατί οι άγιοι δεν έχουν δύναμη από μόνοι τους να θαυματουργούν και να επεμβαίνουν στη ζωή μας, ανεξάρτητα από την χάρη του Θεού. «Το πνεύμα του Ηλία» που «ανεπαύθη επί τον Ελισσαίον» ήταν η χάρη του Αγίου Πνεύματος, όχι κάτι ανεξάρτητο από αυτήν γι' αυτό και «οι υιοί των προφητών» τον προσκυνούν με εδαφιαία μετάνοια (Δ/Β' Βασιλ. β' 14-15). Το ίδιο παρατηρούμε και για την ανάσταση του ανθρώπου εκείνου που ενταφιάστηκε στον τάφο του Ελισσαίου (Δ/Β' Βασιλ. ιγ' 21). Δεν είναι τα τίμια οστά από μόνα τους εκείνα που θαυματουργούν, αλλά η θεϊκή χάρη που τα περιβάλλει και χαριτώνει ολόκληρο τον άνθρωπο, όχι μόνο το πνεύμα του.

Η τιμή και ο σεβασμός στους αγίους εκδηλώνεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία και με την προσκύνηση. Δεν πρόκειται για λατρευτική προσκύνηση, η οποία απαγορεύεται ρητά από την αγία Γραφή (Έξοδ. κ' 4-5. Δευτερ. στ' 12-14. Ματθ. δ' 10), γιατί ποτέ κανείς ορθόδοξος χριστιανός δεν έχει συναίσθηση πως προσκυνεί οποιοδήποτε ον (άγγελο ή άνθρωπο) ως Θεό, μόνο τότε η προσκύνηση θα ήταν απόλυτη, δηλαδή λατρεία.

Τους αγίους προσκυνούμε χωρίς να παραγνωρίζουμε τη φύση τους, χωρίς δηλαδή να τους εκλαμβάνουμε για θεούς, γιατί παραδεχόμαστε πως η προσκύνηση δεν είναι πάντοτε εκδήλωση λατρείας. Αν αυτόν που προσκυνούμε δεν τον δεχόμαστε για Θεό, τότε με την προσκύνηση δεν του αποδίδουμε λατρεία, είναι εκδήλωση τιμής και αγάπης. Μ' αυτή την τιμητική έννοια ο Δαυίδ προσκυνεί τον Ιωνάθαν (Α' Βασιλ. / Α' Σαμ. κ' 41) και τον Σαούλ (Α' Βασιλ. / Α' Σαμ. κδ' 9), ο Νάθαν προσκυνεί τον Δαυίδ (Γ/Α Βασιλ. α' 23), οι υιοί των προφητών τον Ελισσαίο (Δ/Β' Βασιλ. β' 15), ο Ναβουχοδονόσωρ τον Δανιήλ (Δαν. β' 46).

Ακόμη και στην Καινή Διαθήκη ο δεσμοφύλακας προσκυνεί τον Παύλο και τον Σίλα (Πράξ. ιστ' 29), ενώ ο ίδιος ο Κύριος υπόσχεται πως θα αναγκάσει τους Ιουδαίους να προσκυνήσουν τον επίσκοπο Φιλαδέλφειας (Αποκ. γ' 9. Πρβ. Α' Βασιλ./ Α' Σαμ. ε' 4).

Όσοι απορρίπτουν την τιμή και την προσκύνηση των αγίων, επικαλούνται περιπτώσεις από την αγία Γραφή (Πράξ. ιδ' 11-15 και Αποκ. ιθ' 10. κβ' 8-9).

Στο Πράξ. ιδ' 11-15 φαίνεται καθαρά, πως οι άνθρωποι εξέλαβαν τον Παύλο και τον Βαρνάβα ως θεούς, γι' αυτό και οι απόστολοι δίκαια αντέδρασαν. Τέτοια προσκύνηση δεν τους άνηκε, γιατί ήταν λατρευτική.

Στη δεύτερη περίπτωση ο Ιωάννης, κατάπληκτος από εκείνα που αξιώθηκε να δει, κάτω από την επίδραση της οπτασίας του ίδιου του Κυρίου (Αποκ. α' 17-18), νόμισε πως ήταν και πάλι ο Κύριος, γι' αυτό και σπεύδει να τον προσκυνήσει. Ο άγγελος όμως τον επαναφέρει στην αλήθεια των γεγονότων: «σύνδουλος σου ειμί», δεν μου ανήκει τέτοια προσκύνηση, ανήκει μόνο στον Θεό!

Αν παραδεχθούμε πως ο Ιωάννης θέλησε να προσκυνήσει τον άγγελο τιμητικά, είχε αυτό το δικαίωμα (Αριθ. κβ'31. Ίησ. Ναυή ε' 14), και ασφαλώς στην περίπτωση αυτή η προσκύνηση δεν θα ήταν λατρευτική. Τότε η άρνηση του αγγέλου θα ήταν ένδειξη ταπεινοφροσύνης. Διαφορετικά πώς ο Ιωάννης αποτολμά να προσκυνήσει τον άγγελο για δεύτερη φορά; (Αποκ. κβ' 8-9).

Αυτή είναι η ερμηνεία της Γραφής, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας (Α' Τιμ. γ' 15). Αυτό μαρτυρείται ήδη σε πρωτοχριστιανικά κείμενα. Οι πρώτοι χριστιανοί ομολογούσαν:

«Δεν θα δυνηθώμεν ούτε τον Χριστόν να εγκαταλείψωμεν ποτέ, τον παθόντα υπέρ της σωτηρίας των σωζομένων εις ολόκληρον τον κόσμον, τον άμωμον υπέρ των αμαρτωλών, ούτε κάποιον άλλον να λατρεύσωμεν. Διότι τούτον μεν προσκυνούμεν ως Υιόν του Θεού, τους δε μάρτυρας αγαπώμεν ως μαθητάς του Κυρίου, επαξίως λόγω της ανυπερβλήτου αφοσιώσεως εις τον βασιλέα και διδάσκαλόν των». Αυτό αναφέρεται στο μαρτύριο του άγιου Πολυκάρπου 156). Εκεί σημειώνεται ακόμη πως οι χριστιανοί συνέλλεξαν τα οστά του μάρτυρα, «τα τιμιώτερα από πολυτελείς λίθους, και ευγενέστερα από χρυσόν» και τα ενεταφίασαν σε κατάλληλο τόπο, ώστε να συναθροίζονται εκεί και να εορτάζουν «την γενέθλιον ημέραν του μαρτυρίου του» (Μαρτ. Πολυκ. 17-18. Βλ. και στο 3β 3Θ).

Ο Ωριγένης († 253/4) αναφέρει πως «αι ψυχαί των πεπελεκισμένων ένεκεν της μαρτυρίας του Ιησού, μη μάτην τω εν ουρανοίς θυσιαστηρίω παρεδρεύουσαι, διακονούσι τοις ευχομένοις άφεσιν αμαρτημάτων» (Ωριγ. Εις μαρτ. προτρ. 30. Πρβλ. Αποκ. κ' 4).

Ο άγιος Βασίλειος (330-379) αναφέρεται στις πανηγύρεις που γίνονταν στις μνήμες των αγίων (Έπιστ. 227, προς τους επισκ. του Πόντου. Όροι κατά πλάτος 8,40) και στην επίκληση των αγίων (Ομιλ. 4, εις άγ. Μάμαντα 1): «Αυτός που θλίβεται καταφεύγει εις τους σαράντα, αυτός που ευφραίνεται προς αυτούς σπεύδει. Ο ένας μεν διά να εύρη λύσιν εις τας δυσκολίας, ο άλλος δε διά να διαφύλαξη εις τον εαυτόν του τα πιο καλά αγαθά... τα αιτήματά σας ας γίνουν μαζί με τους μάρτυρας» (Μ. Βασ, Ομιλ. 5, εις τους αγ. τεσσαράκοντα 8). Η τιμή των αγίων τεσσαράκοντα, μας πληροφορεί ο Μ. Βασίλειος, είχε διαδοθεί σε πολλές περιοχές και οι άγιοι αυτοί «κοσμούν πολλάς πατρίδας» (Εις τους αγ. τεσσαρακ. 8).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (344-407) κάνει λόγο για «λιτανείες και παρακλήσεις ... εις τον ναόν όπου και τα λείψανα των αποστόλων», προκειμένου να αποφευχθούν τα δεινά της πόλης (Χρυσ, Προς τους καταλείψαντας την Εκκλ.). Η δύναμη των αγίων μαρτύρων, αναφέρει ο Χρυσόστομος, «καθημερινώς ζει και ενεργεί, εκδιώκει δαιμόνια, απομακρύνει τας ασθενείας, εμψυχώνει πόλεις ολοκλήρους και συναθροίζει εδώ πλήθος» (Περί απολαύσεως της των μελλόντων 2). Υπογραμμίζει ακόμη πως η τιμή των άγιων «θα μεταβιβασθεί οπωσδήποτε προς τον Δεσπότην» (Ότε πρεσβ. προεχ. 2. Πρβλ. Ματθ. ε' 16).

Τα ίδια αναφέρει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390): «Πρέπει να πανηγυρίζουμε όλους τους μάρτυρες...» (Λόγος κδ' 3-4, εις τον άγιο Κυπριανό), «τώρα οι μάρτυρες κάνουν να ανοίξει ο ουρανός...» (Λόγος μδ' 12, εις την Νέαν Κυριακ.). «Και τώρα εκείνος είναι στον ουρανόν και εκεί προσφέρει τις θυσίες του για εμάς» (Λόγος μγ' 80, εις Μ. Βασίλ.). «Παρακαλούμε να μας παρακολουθείς καλοδιάθετα από υψηλά και το λαό που είναι γύρω σου να τον κατευθύνεις στην τελειότητα...» (Λόγος κα' 37, Εις τον Μ. Αθαν.).

Έτσι η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος διατύπωσε την πίστη της Ορθοδοξίας: «Τον μεν (Χριστόν) ως Θεόν και Δεσπότην, τους δε (αγίους) διά τον κοινόν Δεσπότην, ως αυτού γνησίους θεράποντος τιμώντες και σέβοντες και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμοντες (Συνοδικόν της Ορθοδο-ξίας της Ζ' Οικ. Συνόδου).


Αυτή είναι η ορθόδοξη διδασκαλία για τους αγίους. Δεν πιστεύουμε λοιπόν πως οι άγιοι μπορούν να σώσουν τους εαυτούς τους ή τους άλλους ανθρώπους. Όποια και αν είναι τα έργα των άγιων, δεν επαρκούν ούτε και για τη δική τους σωτηρία, γιατί δεν ξεπερνούν την εκτέλεση του καθήκοντος (Λουκ. ιζ' 10). Όμως ο Θεός λογαριάζει την προαίρεσή τους και τους αμείβει χωρίς να το αξίζουν. Συνεπώς η διδαχή αυτή της Ορθοδοξίας δεν θίγει το απολυτρωτικό έργο του Χριστού.

Π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
Γ' ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΑΥΞΗΜΕΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1994

Ο πηλός και το κερί (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής)

Ο πηλός και το κερί (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής)

«Ο Θεός είναι ο Ήλιος της δικαιοσύνης, όπως έχει γραφεί, σκορπώντας σ’ όλους γενικά τις ακτίνες της καλοσύνης του, και η ψυχή γίνεται στο φρόνημα είτε κερί όταν αγαπά τον Θεό ή πηλός όταν αγαπά την ύλη. 

Όπως λοιπόν σύμφωνα με τη φύση του ο πηλός ξεραίνεται από τον ήλιο, ενώ το κερί κατά φύση μαλακώνει, έτσι και ψυχή που αγαπά την ύλη και τον κόσμοακούοντας τις νουθεσίες του Θεού κι αντιδρώντας με το φρόνημα καθώς ο πηλός σκληραίνει κι όπως ο Φαραώ, σπρώχνει τον εαυτό της στην καταστροφή. Αλλά κάθε ψυχή που αγαπά το Θεό σαν κερί που είναι μαλακώνει και με την εισδοχή των θεϊκών σημείων και τύπων γίνεται πνευματικό κατοικητήριο του Θεού.
Όποιος καταφώτισε το νου του με τα θεία νοήματα και συνήθισε την γλώσσα του να δοξολογεί αδιάκοπα τον Δημιουργό με θείους ύμνους και εξαγίασε τις αισθήσεις του με τις αγνές φαντασίες, αυτός στο κατ’ εικόνα θείο καλό, πρόσθεσε το καθ’ ομοίωση αγαθό της γνώμης του.
Φυλάει κανείς ακηλίδωτη την ψυχή του για το Θεό, αν εξαναγκάσει το πνεύμα του να διανοείται μόνο για το Θεό και τις αρετές του, αν καταστήσει το λόγο του εξηγητή κι ερμηνευτή των ιδίων αρετών, κι αν διδάξει την αίσθησή του να φαντάζεται με ευλάβεια τον ορατό κόσμο κι όλα όσα περιέχει πληροφορώντας την ψυχή του για το μεγαλείο των λόγων που αυτά περικλείουν.
Ο Θεός, αφού μας ελευθέρωσε από τη σκληρή δουλεία των δαιμόνων που μας εξουσιάζουν, μας χάρισε φιλάνθρωπο ζυγό της θεοσέβειας την ταπεινοφροσύνη· δαμάζει αυτή κάθε διαβολική δύναμη και σ’ όποιους την προτιμήσουν χτίζει κάθε αγαθό και το φυλάει ανάλωτο από τις ραδιουργίες.
Όποιος πιστεύει φοβάται, κι όποιος φοβάται ταπεινοφρονεί, κι όποιος ταπεινοφρονεί γίνεται πράος κρατώντας μέσα του άπρακτα τα παρά φύση κινήματα του θυμού και της επιθυμίας. Ο πράος φυλάει τις εντολές· όποιος φυλάει τις εντολές γίνεται καθαρός· όποιος γίνει καθαρός φωτίζεται εσωτερικά, κι όποιος φωτιστεί γίνεται άξιος να συγκοιμηθεί με το νυμφίο Λόγο στον κοιτώνα των Μυστηρίων».
(Από τα ‘’Θεολογικά κεφάλαια’’, σελ. 451- 453, Έργα αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, ΕΠΕ 1

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Τρίτη καί 13 σήμερα. Ἡ ἀποφράς ἡμέρα τῆς Ρωμηοσύνης, ἡμέρα πού οἱ "φίλοι" μας Φράγκοι λεηλάτησαν τήν Πόλη μας

Τρίτη καί 13 σήμερα. Ἡ ἀποφράς ἡμέρα τῆς Ρωμηοσύνης, ἡμέρα πού οἱ "φίλοι" μας Φράγκοι λεηλάτησαν τήν Πόλη μας

Ἄρθρο γιὰ τὸ 1204 ἀπό τήν ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΤΕΖΟΥ
Συγκλονιστικὸς εἶναι ὁ θρῆνος ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους, τὸ 1204, ὁ Νικήτας Χωνιάτης. Οἱ λεγόμενοι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, σημειώνει μεταξὺ ἄλλων ὁ βυζαντινὸς διανοούμενος, εἰσήγαγαν ὡς τὰ ἄδυτα τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας ἡμιόνους καὶ ὑποζύγια φορτωμένα μὲ λάφυρα· μερικὰ ἄπ΄ αὐτά, ἀδυνατώντας ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ φορτίου νὰ σταθοῦν ὄρθια λόγω τῆς στιλπνότητας τοῦ ἐδάφους, κεντήθηκαν μὲ μαχαίρια γιὰ ν΄ ἀνασηκωθοῦν, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ δάπεδο νὰ μολυνθεῖ μὲ τὴν κόπρο καὶ τὸ χυμένο αἷμα.
Ἔπειτα ἐνθρόνισαν στὸ πατριαρχικὸ στασίδι μία πόρνη καὶ ἄρχισαν νὰ τραγουδοῦν περιγελαστικά... Ἡ μελανὴ εἰκόνα τῆς βαρβαρότητας καὶ τῶν βεβηλώσεων, στὶς ὁποῖες ἐπιδόθηκαν οἱ σταυροφόροι μετὰ τὴ λατινικὴκατάκτηση τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων, καὶ οἱ ἀρνητικὲς κρίσεις γιὰ τοὺς Λατίνους ποὺ διατυπώνονται στὸ ἔργο τοῦ Χωνιάτη συνέβαλαν στὴν ἐπικράτηση τῆς θεωρίας ὅτι ὁ ἱστορικός τς ἅλωσης εἶναι ὁ ἐκφραστὴς τῶν ἀντιδυτικῶν αἰσθημάτων τῶν βυζαντινῶν. Ἀλλὰ ἡ προσεκτικὴ ἐξέταση τῆς ἱστορίας του δείχνει ὅτι ὁ συγγραφέας της θεωρεῖ ὡς κύρια αἰτία τῆς ἅλωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους τὴν ἠθικὴ παρακμὴ τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας.
Ἡ Δύση, σὲ τελευταία ἀνάλυση, δὲν ἦταν παρὰ ὁ μεγάλος τιμωρὸς τῶν διεφθαρμένων Κωνσταντινουπολιτῶν. Ἐν τούτοις, ἡ ἱστορία τοῦ Χωνιάτη μὲ τὴν ἔντονη συγκινησιακὴ φόρτιση προσδιόρισε τὸν τρόπο γραφῆς καὶ ...
προσέγγισης τοῦ θέματος ἀπὸ τὴ μετέπειτα ἑλληνικὴ ἱστοριογραφία καὶ ἀποτέλεσε τὴ μήτρα μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναδύθηκαν, ἀντιγράφοντας τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, τὰ ἔργα τῶν μεταγενέστερων ἱστοριογράφων.
Μὲ ἐξαιρετικὰ πλούσια ἰδεολογικὴ ἀποσκευή, ὁ εὐαίσθητος ὅρος «σταυροφορία» ἐμφανίζεται δίσημος στὴν εὐρωπαϊκὴ καὶ ἑλληνικὴ ἱστοριογραφία.
Γιὰ τὸν Εὐρωπαῖο ὁ σταυροφόρος, φορέας τῆς εὐσέβειας, συμμετέχει σὲ ἔργο θεῖο ποὺ ἀποβλέπει στὴν ὑπεράσπιση τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ στὴν ἐξάπλωση τοῦ χριστιανισμοῦ. Γιὰ τὸν Ρωμιὸ ὁ σταυροφόρος, κομιστὴς τοῦ ὅπλου καὶ τῆς ὑποκρισίας, συμμετέχει σὲ πολεμικὴ ἐπιχείρηση ποὺ ἀποβλέπει στὸ κέρδος καὶ στὴ ληστεία. Ἡ ἴδια δισημία ἑπόμενο εἶναι νὰ παρατηρεῖται στὴν ἀντιμετώπιση τῆς τέταρτης σταυροφορίας. Στὴν εὐρωπαϊκὴ ἱστοριογραφία προβάλλονται συνήθως ὁ στόχος τῆς ἀπελευθέρωσης τῶν Ἁγίων Τόπων καὶ τὸ αἴτημα τοῦ Ἀλεξίου Ἀγγέλου στοὺς σταυροφόρους γιὰ βοήθεια στὴν ἀποκατάσταση τοῦ πατέρα του στὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου, ἐνῶ ἐλαχιστοποιεῖται ἡ πράξη τῆς λεηλασίας τῆς βυζαντινῆς πρωτεύουσας. Σύμφωνα μὲ τὴ νεότερη δυτικὴ ὀπτική, ἡ σταυροφορία ἔδωσε στὰ δύο μέρη τῆς χριστιανοσύνης, τὸ ἀνατολικὸ καὶ τὸ δυτικό, τὴ δυνατότητα τῆς συνεπαφῆς καὶ τῆς ἀλληλογνωριμίας.
Ἡ μεταφορὰ καὶ ἡ διασπορὰ ἔργων βυζαντινῆς τέχνης στὶς εὐρωπαϊκὲς χῶρες, ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ τὸ πρόσχημα τῆς «ἱερᾶς κλοπῆς», ὑπῆρξε μία πρώτης τάξεως εὐκαιρία νὰ γνωρίσει ὁ δυτικὸς κόσμος ἀπὸ κοντὰ καὶ νὰ ἐκτιμήσει τὴν ἀξία τῆς βυζαντινῆς καλλιτεχνικῆς παράδοσης.
Ἡ τέταρτη σταυροφορία δὲν προξένησε μόνο βαθιὲς λαβωματιὲς στὴν καρδιὰ τῆς ὀρθόδοξης χριστιανοσύνης. Προκάλεσε ἰδεολογικὲς ζυμώσεις ποὺ κατέληξαν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου στὴ γένεση τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ.
Μία τέτοια ἀνάγνωση τῆς τέταρτης σταυροφορίας συντελεῖται κατὰ τὸν 19ο αἰώνα καὶ ἐγγράφεται στὶς ἐθνοκεντρικὲς ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς.
Ὁ Σπυρίδων Ζαμπέλιος ἐπιγράφει τὸ κεφάλαιο ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν ἐξιστόρηση τῆς τέταρτης σταυροφορίας «Νεοελληνισμός», ἐνῶ ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος ἐπισημαίνει ὅτι μὲ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους «ὁ μεσαιωνικὸς ἑλληνισμὸς ἐτελείωσε τὸ κύριον αὐτοῦ στάδιον... πρωταγωνιστεῖ ὅμως ἐφεξῆς ὁ ἑλληνισμὸς ὁ νεώτερος».
Μὲ τὴν εἰσβολὴ τῶν Φράγκων καὶ Βενετῶν στὸν ἑλληνικὸ χῶρο δημιουργήθηκαν πράγματι νέες συνθῆκες καὶ νέες ἀνάγκες ποὺ ὑποχρέωσαν τοὺς ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς νὰ ἀνασυνταχθοῦν καὶ νὰ ἀναπτύξουν συνείδηση ἐθνικῆς ὀντότητας. Βεβαίως, ἡ διεργασία ἐθνικῆς συνειδητοποίησης ἀνιχνεύεται ἤδη πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν τέταρτη σταυροφορικὴ ἐπιχείρηση. Ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ τὴ σταυροφορία τοῦ 1204 οἱ Ἕλληνες, ζώντας σὲ περίοδο κοινωνικῶν ἀναστατώσεων καὶ σφοδρῶν ἰδεολογικῶν συγκρούσεων καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὴν πίεση νὰ ἀφομοιωθοῦν ἀπὸ τοὺς ξένους, παρουσίασαν ἐθνικὴ συνοχὴ καὶ ἐκδήλωσαν ροπὲς ἀντίστασης.
Μετὰ τὴν κατάλυση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους, νέα πολιτικὰ μορφώματα μὲ εὐδιάκριτα στοιχεῖα ἐθνικοῦ χαρακτήρα ἔκαναν τὴν ἐμφάνισή τους στὴν ἱστορικὴ σκηνή. Τὸ κράτος τῆς Νίκαιας, τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου καὶ τὸ Δεσποτάτο τοῦ Μορέως στηρίχθηκαν σὲ ντόπιες δυνάμεις μὲ ἀδιαμφισβήτητη πλέον πολιτισμικὴ καὶ φυλετικὴ συνέχεια.
Ἡ ἰδέα τῆς οἰκουμενικότητας ἐγκαταλείπεται καὶ τὸ ἐθνικὸ ὄνομα «Ἕλλην» μὲ τὰ παράγωγά του ἀναβιώνει, ξανακερδίζοντας στὴ χρήση τὸ χαμένο ἔδαφος. Ξεχωριστὸ κοινωνικὸ κλίμα παρουσιάζουν οἱ περιοχὲς ποὺ βρέθηκαν μετὰ τὴν τέταρτη σταυροφορία κάτω ἀπὸ φραγκικὴ ἢ βενετικὴ κυριαρχία. Ἐκεῖ ἡ ἱστορικὴ συγκυρία, μὲ τὶς μεγάλες ἀλλαγὲς ποὺ ἔφερε ἡ ξένη κατοχή, εὐνόησε τὴν ἀνάπτυξη μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων συνεκτικῶν δεσμῶν καὶ αὐτοσυνείδησης.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θρησκεία καὶ τὴ γλώσσα ποὺ συνιστοῦσαν βασικὰ στοιχεῖα τῆς ἑνότητας τοῦ λατινοκρατούμενου ἑλληνισμοῦ, συνδετικὸ κρίκο τῶν πληθυσμῶν τῆς ἑλληνολατινικῆς Ρωμανίας ἀποτελοῦσαν τὰ «συνήθεια» τοῦ τόπου.
Ἡ σημασία τῆς τέταρτης σταυροφορίας γιὰ τὶς τύχες τόσο τῆς Εὐρώπης ὅσο καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ εἶναι τεράστια. Ἀντιπροσωπευτικὲς μάζες τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν ἦρθαν σὲ ἄμεση ἐπικοινωνία, ἔστω καὶ συγκρουσιακή, μὲ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἐπωφελήθηκαν τὰ μέγιστα ἀπὸ τὴν ἐπέκτασή τους στὰ ἐδάφη τῆς βυζαντινῆς ἐπικράτειας. Ἕνας νέος κόσμος ἄρχισε νὰ παράγεται στὴ Δύση ποὺ μέσα ἀπὸ ποικίλες ἀνακατατάξεις θὰ πλάσει στοὺς κατοπινοὺς αἰῶνες τὸ πρόσωπο τῆς Εὐρώπης.
Οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιβιώσουν σὲ νέα κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ σχήματα, ἀναπτύσσουν, ἂν καὶ χωρὶς ἀκόμη ἰδεολογικὴ διαύγεια, συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς ἑνότητας καὶ προβάλλουν στοιχεῖα τῆς ταυτότητάς τους ποὺ τοὺς βοηθοῦν νὰ διαφοροποιοῦνται ἢ καὶ νὰ ἐναντιώνονται στοὺς ξένους κατακτητές. Σπέρματα τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ἰδέας βρίσκονται στὸ ἐπίκεντρο τῶν ἰδεολογικῶν ἐκείνων συμπεριφορῶν ποὺ θὰ ὁδηγήσουν ἀργότερα στὴν ἀποκρυστάλλωση τῆς ἐθνικῆς συνείδησης.
 κυρία Χρύσα Μαλτέζου εἶναι καθηγήτρια τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, διευθύντρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἰνστιτούτου Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Σπουδῶν Βενετίας.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-10-2004

Νέα Τουρκικὴ πρόκληση γιὰ τὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως

Νέα Τουρκικὴ πρόκληση γιὰ τὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως

Γράφει ὁ Νίκος Χειλαδάκης, 
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
Τὴν προκλητικὴ ἄποψη ὅτι ἔχουν ἀρθεῖ ὅλα τὰ νομικὰ ἐμπόδια γιὰ νὰ ξαναγίνει ἡ ἁγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, τὸ σύμβολο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ ξανὰ μουσουλμανικὸ τέμενος, προβάλλει σὲ δημοσίευμά της ἡ τουρκικὴ ἐφημερίδα Turkiye, μὲ ἡμερομηνία 12/8.
Σύμφωνα μὲ τὴν τουρκικὴ ἐφημερίδα καὶ τὸν Τοῦρκο ἱστορικὸ Taha Ugurluel, μετὰ τὴν προκλητικὴ μετατροπὴ τοῦ ἱστορικοῦ ναοῦ τῆς ἁγίας Σοφίας τῆς Νίκαιας ἀπὸ μουσεῖο σὲ τζαμὶ καὶ τὴν πρόσφατα ἐπίσης προκλητικὴ μετατροπὴ τῆς ἁγίας Σοφίας Τραπεζούντας παρὰ τὶς διαμαρτυρίες πολλῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς σὲ τζαμί, τώρα δὲν μένει παρὰ καὶ ἡ πασίγνωστη παγκοσμίως καὶ προστατευόμενη ἀπὸ τὴν ΟΥΝΕΣΚΟ  ἁγία Σοφία Κωνσταντινούπολης νὰ ξαναγίνει μουσουλμανικὸ τέμενος. Ὅπως ἀναφέρει ἡ τουρκικὴ ἐφημερίδα μέχρι τὸ 1930 στὸν χῶρο τῆς ἁγίας Σοφίας γίνονταν μουσουλμανικὴ προσευχὴ ἐνῶ τὸ 1934 τὸ μεγαλοπρεπὲς αὐτὸ κτίσμα ἔγινε μουσεῖο καὶ ἀπὸ τότε τὸ ἐπισκέπτονται κάθε χρόνο ἑκατομμύρια τουρίστες ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο. Τώρα ὅμως, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ Turkiye, ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἀποδοθεῖ ξανὰ στοὺς μουσουλμάνους μετὰ τὴν ἐκ νέου μουσουλμανοποίηση τῶν ναῶν τῆς ἁγίας Σοφίας Νίκαιας καὶ Τραπεζούντας.
Νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὴν μετατροπὴ τῆς ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης σὲ τζαμὶ ὑποστηρίζει ἐπίσης ἐδῶ καὶ καιρὸ μία μουσουλμανικὴ ὀργάνωση, τὸ «Ἵδρυμα Νέων Ἀνατολίας», τῆς ὁποίας μάλιστα τὰ περισσότερα μέλη της προέρχονται ἀπὸ τὸ κυβερνῶν ἰσλαμικὸ κόμμα τοῦ Τούρκου πρωθυπουργοῦ, Ταΐπ Ἐρντογᾶν, Μάλιστα ἡ ὀργάνωση αὐτὴ ἔχει ἀρχίσει μία μεγάλη καμπάνια συλλογῆς ὑπογραφῶν γιὰ τὴν μετατροπὴ τῆς ἁγίας Σοφίας σὲ...
τζαμί.  Καὶ  ἐκστρατεία αὐτὴ ἔχει πάρει καὶ ἕνα πολὺ χαρακτηριστικὸ τίτλο ποὺ κυκλοφορεῖ σὲ πολλὰ τουρκικὰ ΜΜΕ, «Σπάστε τὶς ἁλυσίδες - Ἀνοῖξτε   τὴν ἁγία Σοφία σὰν τζαμί». Ὁ πρόεδρος τοῦ «Ἱδρύματος Νέων Ἀνατολίας», Salih Turhan, ἀνέφερε ὅτι ἡ ἁγία Σοφία, αὐτὸ τὸ ἀρχιτεκτονικὸ  μεγαλούργημα, εἶναι τό... σύμβολο τοῦ Φατίχ, δηλαδὴ τοῦ Πορθητῆ τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὅπως ὁ Μωάμεθ ὁ δεύτερος μόλις μπῆκε στὴν Πόλη μετέτρεψε τὴν ἁγία Σοφία σὲ τζαμί, ἔτσι καὶ τώρα θὰ πρέπει ὁ ναὸς αὐτὸς νὰ ἀποδοθεῖ στὴν πραγματική του λειτουργία, δηλαδὴ σάν… μουσουλμανικὸ τέμενος. Ἡ ἐκστρατεία μας θὰ ἱκανοποιηθεῖ, ὅπως ὑποστήριξε ὁ πρόεδρος τοῦ «Ἱδρύματος Νέων Ἀνατολίας», μόνο ἂν ἀκουστεῖ ξανὰ ἡ μουσουλμανικὴ κλήση γιὰ προσευχὴ ἀπὸ τοὺς τέσσερεις μιναρέδες τῆς ἁγίας Σοφίας τῆς Κωνσταντινούπολης, ἕνα γεγονὸς ποὺ θὰ ἑορταστεῖ ἀπὸ ὅλο τὸν ἰσλαμικὸ κόσμο. 
Ἡ πρωτοβουλία αὐτὴ τῆς μετατροπῆς τῆς ἁγίας Σοφίας σὲ τζαμί, ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ ὑποκινητές της, δηλαδὴ τὸ «Ἵδρυμα Νέων Ἀνατολίας», ἔχει καὶ τὴν ἔμμεση ὑποστήριξη τῆς ἰσλαμικῆς κυβέρνησης τοῦ Ταΐπ Ἐρντογᾶν. Παράλληλα ὅμως καὶ αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ἐνδιαφέρων στοιχεῖο στὴν ὅλη ὑπόθεση, διευρύνει τὸν κύκλο συλλογῆς τῶν ὑπογραφῶν της καὶ σὲ ἄλλες ἰσλαμικὲς χῶρες. Ἡ ἐπιδίωξη εἶναι νὰ ἀνάγουν τὸ θέμα σὲ πανισλαμικὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀποκτήσει πανισλαμικὲς διαστάσεις  διεθνοποιώντας  μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν κίνηση γιὰ τὴν μουσουλμανοποίηση τῆς ἁγίας Σοφίας.  Μάλιστα προχωροῦν ἀκόμα περισσότερο καὶ συγκρίνουν τὴν ἁγία Σοφία, σὰν ἰσλαμικὸ σύμβολο, μὲ τὸ γνωστὸ τέμενος τοῦ Mescid i Aksa, στὰ Ἱεροσόλυμα, ποὺ θεωρεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἱερὰ τεμένη τοῦ Ἰσλάμ.
Ἔτσι, ἐνῶ κάποιοι τουρκολάγνοι δήμαρχοι ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα σκοπεύουν  νὰ γεμίσουν μὲ τζαμιὰ τὶς πόλεις τους, στὴν γειτονικὴ ἰσλαμικὴ Τουρκία τοῦ Ἐρντογᾶν, «φίλου» καὶ κουμπάρου μας, ὁ ὁποῖος μάλιστα σύμφωνα μὲ τὸν Σὰρλ Ἀζναβοὺρ μισεῖ τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς Ἀρμένιους, ἡ ἰσλαμικὴ ὑστερία ἀπειλεῖ νὰ ξανασκλαβώσει τὸ μεγαλύτερο σύμβολο τῆς ἑλληνικῆς ὀρθοδοξίας, τὴν ἁγία Σοφία τῆς Βασιλεύουσας,  μὲ ἰσλαμικά… φέσια καὶ τουρμπάνια.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

εν εσχάταις ημέραις...Τούτο δε γίνωσκε

εν εσχάταις ημέραις...Τούτο δε γίνωσκε

εν εσχάταις ημέραις...Τούτο δε γίνωσκε :
 ότι εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί· έσονται γαρ οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεύσιν απειθείς, αχάριστοι, ανόσιοι, άστοργοι, άσπονδοι, διάβολοι, ακρατείς,ανήμεροι, αφιλάγαθοι, προδόται, προπετείς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι, έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι.και τούτους αποτρέπου. Επιστολη Β΄ Προς Τιμοθεον 3: 1-5 Φυλάττουμε αμετακίνητα και απαραχάρακτα όσα αι Σύνοδοι και οι Άγιοι Πατέρες εθέσπισαν. Αποδεχόμαστε όσα εκείνοι αποδέχονται και καταδικάζουμε όσα εκείνοι καταδικάζουν, αποφεύγουμε δε και διακόπτουμε την κοινωνία και επικοινωνία με όσους καινοτομούν εις τα της πίστεως.
«Κρατώμεν της ομολογίας, ην παρελάβομεν άδολον παρά τηλικούτων ανδρών αποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν ως υπαγόρευμα του διαβόλου. Ο δεχόμενος νεωτερισμόν κατελέγχει ελλιπή την κεκηρυγμένην Ορθόδοξον Πιστιν. Αλλ’ αύτη πεπληρωμένη ήδη εσφράγισται, μη επιδεχομένη μήτε μείωσιν μήτε αύξησιν, μήτε αλλοίωσιν ην τινα ουν και ο τολμών η πράξαι η συμβουλεύσαι η διανοηθήναι τούτο ήδη ηρνήθη την πίστιν του Χριστού, ήδη εκουσίως καθυπεβλήθη εις το αιώνιον ανάθεμα, δια το βλασφημείν εις το Πνεύμα το Άγιον, ως τάχα μη αρτίως λαλήσαν εν ταις Γραφαίς και Οικουμενικαίς Συνόδοις». (10) Εμείς ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε κάποια διδασκαλία, ούτε την μεταβάλλουμε. «Ουδέν αφαιρούμεν ουδέ προστίθεμεν, αλλά πάντα τα της καθολικής Εκκλησίας αμείωτα διαφυλάττομεν... απάσας τας εκκλησιαστικάς εγγράφως η αγράφως τεθεσπισμένας ημίν παραδόσεις ακαινοτομήτως φυλάττομεν... Τούς ουν τολμώντας ετέρως φρονείν η διδάσκειν η κατά τούς εναγείς αιρετικούς τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινά επινοείν... της κοινωνίας αφορίζεσθαι» (11) αλλά και αναθεματίζομεν. Μάλιστα ο θεοφόρος Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας, σε Επιστολή του στον Άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης γράφει: «Πας ο λέγων παρά τα διατεταγμένα, καν αξιόπιστος η, καν νηστεύη, καν παρθενεύη, καν σημεία ποιή, καν προφητεύη, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτου δορά προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος». (12) Ο δε Άγιος Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το του Αποστόλου Παύλου, «ει τις ευαγγελίζεται υμίν παρ’ ο παρελάβετε, ανάθεμα» παρατηρεί ότι ο Απόστολος «ουκ είπε εάν εναντία καταγγέλλωσιν η το παν ανατρέπωσιν, αλλά καν μικρόν τι ευαγγελίζωνται παρ’ ο παρελάβετε, καν το τυχόν παρακινήσωσιν, ανάθεμα έστωσαν». (13) Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, ανακοινώνοντας τις αποφάσεις της εναντίον των εικονομάχων προς τους κληρικούς της Κωνσταντινουπόλεως γράφει: «Τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλησίας εξηκολουθήσαμεν και ούτε ύφεσιν ούτε πλεονασμόν εποιησάμεθα, αλλ’ αποστολικώς διδαχθέντες, κρατούμεν τας παραδόσεις ας παρελάβομεν, πάντα αποδεχόμενοι και ασπαζόμενοι όσα περ η Αγία Καθολική Εκκλησία αρχήθεν των χρόνων αγράφως και εγγράφως παρέλαβεν... Η γαρ αληθινή της Εκκλησίας και ευθυτάτη κρίσις καινουργείσθαι εν αυτή συγχωρεί ουδέν, ούτε αφαίρεσιν ποιείσθαι. Ημείς τοιγαρούν πατρώοις νόμοις επόμενοι, παρά του ενός Πνεύματος λαβόντες χάριν, ακαινοτομήτως και αμειώτως πάντα τα της Εκκλησίας εφυλάξαμεν». (14) Ακόμη, μετά των Αγίων Πατέρων και των Συνόδων απορρίπτουμε και αναθεματίζουμε όλες τις αιρέσεις και τα σχίσματα που παρουσιάσθηκαν μέχρι και σήμερα, κατά την ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας. Από τις παλαιές αιρέσεις που επιβιώνουν μέχρι σήμερα καταδικάζουμε τον Μονοφυσιτισμό, τον ακραίο του Ευτυχούς και τον μετριοπαθή του Σεβήρου και Διοσκόρου, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Δ’ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου και την χριστολογική διδασκαλία μεγάλων Αγίων Πατέρων και Διδασκάλων, όπως του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, του Μεγάλου Φωτίου και των ύμνων της λατρείας. 2. Διακηρύσσουμε ότι ο Παπισμός είναι αίρεσις, καθώς και μήτρα αιρέσεων και πλανών· η διδασκαλία του Filioque, της εκπορεύσεως δηλαδή του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, είναι αντίθετη προς όσα ο ίδιος ο Χριστός εδίδαξε περί του Αγίου Πνεύματος. Σύνολος ο χορός των Πατέρων και σε Συνόδους και ξεχωριστά θεωρούν τον Παπισμό αίρεση, διότι εκτός του Filioque παρήγαγε πλήθος άλλων πλανών, όπως το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα, τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ, την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου, την κτιστή Χάρη, την εξαγορά των αφέσεων (indulgentiae), την βλάσφημη θεωρία του Ανσέλμου περί «θείας ικανοποιήσεως»· άλλαξε όλη σχεδόν την διδασκαλία και πράξη για το Βάπτισμα, το Χρίσμα, την Θεία Ευχαριστία και τα άλλα μυστήρια και μετέτρεψε την Εκκλησία σε κοσμικό κράτος. Ο σημερινός Παπισμός παρεξέκλινε πολύ περισσότερο του μεσαιωνικού Παπισμού από την διδασκαλία της Εκκλησίας, ώστε δεν αποτελεί πλέον συνέχεια της αρχαίας Δυτικής Εκκλησίας. Εισήγαγε πλήθος νέων υπερβολών στην «Μαριολογία», όπως την διδασκαλία περί της Θεοτόκου ως «συλλυτρώτριας» (corredemptrix) του ανθρωπίνου γένους. Ενίσχυσε την «Χαρισματική Κίνηση» πεντηκοστιανικών ομάδων, δήθεν πνευματοκεντρικών. Υιοθέτησε ανατολικές πνευματικές μεθόδους προσευχής και διαλογισμού. Εισήγαγε νέες καινοτομίες στη Θεία Λατρεία, όπως τους χορούς και τα μουσικά όργανα. Εσυντόμευσε και ουσιαστικά κατέστρεψε την Θεία Λειτουργία. Στον χώρο του Οικουμενισμού έθεσε τις βάσεις για την Πανθρησκεία με την Β’ Βατικάνειο Σύνοδο, αναγνωρίζοντας την «πνευματική ζωή» των αλλοθρήσκων. Εξακολουθεί να στηρίζει την «Ουνία», αυτήν την καρικατούρα της Ορθοδοξίας, με την οποία ως δούρειο ίππο εξαπατά και προσηλυτίζει πιστούς, διαψεύδοντας έτσι πανηγυρικά τις δήθεν ειλικρινείς προθέσεις της για ένωση. Γενικώς υπάρχει ριζική αλλαγή του Παπισμού και στροφή προς τον Προτεσταντισμό μετά την Β’ Βατικάνειο Σύνοδο, ως και υιοθέτηση διαφόρων "πνευματικών" κινημάτων της «Νέας Εποχής». Κατά τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, τον Μυσταγωγό, ο Παπισμός προκάλεσε στην Εκκλησία μεγαλύτερη ζημία από όση προκάλεσαν όλες μαζί οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Οι Ορθόδοξοι είχαμε κοινωνία με τους προ του σχίσματος πάπες και πολλούς πάπες τους εορτάζουμε ως αγίους. Όμως οι μετά το σχίσμα πάπες είναι αιρετικοί και αντίχριστοι, σύμφωνα και με τα λόγια του μεγάλου και σύγχρονου Αγίου μας Κοσμά του Αιτωλού. (15) Έπαυσαν να είναι διάδοχοι στον θρόνο της Ρώμης, δεν έχουν αποστολική διαδοχή, επειδή δεν έχουν την πίστη των Αποστόλων και των Πατέρων. Δια τον λόγο αυτόν τον εκάστοτε πάπα «ου μόνον ου κοινωνικόν έχομεν, αλλά και αιρετικόν αποκαλούμεν». Και όπως λέγει ο Άτλας της Ορθοδοξίας Μάρκος ο Ευγενικός, «Ημείς δι’ ουδέν άλλο απεσχίσθημεν των Λατίνων, αλλ’ η ότι εισίν ου μόνον σχισματικοί, αλλά και αιρετικοί». (16) Λόγω όλων αυτών των αιρέσεων και βλασφημιών ιδιαιτέρως εναντίον του Αγίου Πνεύματος με την διδασκαλία περί του Filioque, έχασαν το Άγιο Πνεύμα, και όλα σ’ αυτούς είναι αχαρίτωτα. Κανένα μυστήριό τους δεν είναι έγκυρο σύμφωνα με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων και κατά τον Άγιο Συμεών. «Βλασφημούσιν άρα οι καινοτόμοι και πόρρω του Πνεύματος εισι, βλασφημούντες κατά του Αγίου Πνεύματος, και ουκ εν αυτοίς όλως το Πνεύμα το Άγιον· διο και τα αυτών αχαρίτωτα, ως την χάριν του Πνεύματος αθετούντων και υποβιβαζόντων αυτό... διο και το Πνεύμα ουκ εν αυτοίς το Άγιον, και ουδέν πνευματικόν εν αυτοίς και καινά πάντα και εξηλλαγμένα τα εν αυτοίς και παρά την θείαν παράδοσιν». (17) 3. Τα ίδια ισχύουν, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, για τον Προτεσταντισμό, ο οποίος ως τέκνο του Παπισμού κληρονόμησε πολλές αιρέσεις, προσέθεσε δε πολύ περισσότερες· απορρίπτει την Παράδοση δεχόμενος μόνον την Αγία Γραφή (Sola Scriptura), την οποία παρερμηνεύει, καταργεί την Ιερωσύνη ως ειδική μυστηριακή Χάρη, την τιμή των Αγίων και των ιερών εικόνων, υποτιμά το πρόσωπο της Θεοτόκου, απορρίπτει τον Μοναχισμό· από τα Άγια Μυστήρια δέχεται μόνον το Βάπτισμα και την Θεία Ευχαριστία, αλλοιώνοντας και σ’ αυτά την διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας, διδάσκει τον απόλυτο προορισμό (Καλβινισμός) και την εκ της πίστεως μόνον δικαίωση, εσχάτως δε η «προοδευτική» του μερίς εισήγαγε την «ιερωσύνη» των γυναικών και τον γάμο των ομοφυλοφίλων, τους οποίους δέχονται και στην «ιερωσύνη». Κυρίως όμως στερείται εκκλησιολογίας, διότι δεν υπάρχει η έννοια της Εκκλησίας, όπως την κατανοεί η Ορθόδοξη Παράδοση. 4. Ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η κοινωνία μας με τους πάσης φύσεως αιρετικούς είναι μόνον η εκ μέρους τους αποκήρυξη της πλάνης και η μετάνοια, ώστε να μπορέσει να υπάρξει αληθινή ένωση και ειρήνη· ένωση με την αλήθεια και όχι με την πλάνη και την αίρεση. Για την ενσωμάτωση των αιρετικών στην Εκκλησία η κανονική ακρίβεια απαιτεί την δια του Βαπτίσματος αποδοχή τους. Το προηγούμενο «βάπτισμά» τους, τελούμενο εκτός της Εκκλησίας, χωρίς την τρισσή κατάδυση και ανάδυση του βαπτιζομένου εντός του δι’ ειδικής ευχής ηγιασμένου ύδατος και από μη Ορθόδοξο ιερέα, δεν θεωρείται καν βάπτισμα· στερείται της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν υπάρχει στα σχίσματα και στις αιρέσεις, και επομένως δεν έχομε τίποτε κοινό που να μας ενώνει, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος: «Οι δε της Εκκλησίας αποστάντες ουκέτι έσχον την χάριν του Αγίου Πνεύματος εφ’ εαυτοίς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν... οι δε απορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον την εξουσίαν, ουκέτι δυνάμενοι χάριν Πνεύματος Αγίου παρέχειν, ης αυτοί εκπεπτώκασιν». (18) Είναι γι’ αυτό αθεμελίωτη και μετέωρη η νέα προσπάθεια των Οικουμενιστών να προβάλουν την θέση ότι έχουμε κοινό βάπτισμα με τους αιρετικούς, και επάνω στην ανύπαρκτη βαπτισματική ενότητα να στηρίξουν την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία δήθεν υπάρχει όπου υπάρχει βάπτισμα. (19) Στην Εκκλησία όμως εισέρχεται κανείς και γίνεται μέλος της όχι με το οιοδήποτε βάπτισμα αλλά με το ένα και ενιαίως τελούμενο βάπτισμα από ορθοδόξους ιερείς έχοντας ακώλυτον την Ιερωσύνη της Εκκλησίας. Παραμένει δε στην συνέχεια ως μέλος Της εφ’ όσον τηρεί απαρασάλευτα όλες τις διδασκαλίες και αποφάσεις της, μη προσθέτοντας μηδέ αφαιρώντας, το παραμικρόν. 5. Εφ’ όσον οι αιρετικοί εξακολουθούν να παραμένουν στην πλάνη, αποφεύγουμε την μετ’ αυτών κοινωνία, ιδιαίτερα τις συμπροσευχές. Οι ιεροί κανόνες στο σύνολό τους απαγορεύουν όχι μόνο τα συλλείτουργα και τις εντός των ναών συμπροσευχές, αλλά και τις απλές συμπροσευχές σε ιδιωτικούς χώρους. Η αυστηρή δε αυτή στάση της Εκκλησίας απέναντι στους αιρετικούς προέρχεται από αληθινή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον για την σωτηρία τους και από ποιμαντική μέριμνα να μην παρασυρθούν οι πιστοί στην αίρεση. Δια τούτο μισανθρωπίαν ονομάζει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής την αδιαφορία μας προς τους αιρετικούς: «Ου θέλων δε τούς αιρετικούς θλίβεσθαι, ουδέ χαίρων τη κακώσει αυτών, γράφω ταύτα, μη γένοιτο, αλλά τη επιστροφή μάλλον χαίρων και συναγαλλόμενος. Τι γαρ τοις πιστοίς τερπνότερον του θεάσθαι τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα, συναγόμενα εις εν... μετά προσεχείας και δοκιμασίας ποιείν τε και ενεργείν τα καλά εις πάντας ανθρώπους, και πάσι πάντα γινομένους, καθώς έκαστος επιδείται υμών, παρακαλών· προς μόνον το καθοτιούν αιρετικοίς συνάρασθαι εις σύστασιν της φρενοβλαβούς αυτών δόξης, σκληρούς παντελώς είναι υμάς και αμειλίκτους βούλομαί τε και εύχομαι. Μισανθρωπίαν γαρ ορίζομαι έγωγε, και αγάπης θείας χωρισμόν, το τη πλάνη πειράσθαι διδόναι ισχύν εις περισσοτέραν των αυτή προκατειλημμένων φθοράν». (20) Όποιος αγαπά πραγματικά, φανερώνει την αλήθεια, δεν αφήνει τον άλλο στο ψεύδος· διαφορετικά η αγάπη και η μετ’ αυτού ομόνοια και ειρήνη είναι επίπλαστες και ψεύτικες. Υπάρχει καλός πόλεμος και κακή ειρήνη. «Κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού» λέγει ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος.(21) Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά: «Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου... την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς».(22) Και αλλού προτρέπει με έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε». (23) Αυτήν την στάση των Πατέρων υιοθέτησε και ο μέγας αγωνιστής και ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεως απέναντι στους Λατίνους Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, ο οποίος την δική του Ομολογία Πίστεως στην Φλωρεντία κατακλείει δια των εξής: «Άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι σύνοδοι και πάσαι αι θείαι Γραφαί φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτών κοινωνίας διΐστασθαι. Τούτων ουν εγώ πάντων καταφρονήσας, ακολουθήσω τοις εν προσχήματι πεπλασμένης ειρήνης ενωθήναι κελεύουσι; Τοις το ιερόν και θείον σύμβολον κιβδηλεύσασι και τον Υιόν επεισάγουσι δεύτερον αίτιον του Αγίου Πνεύματος; Τα γαρ λοιπά των ατοπημάτων εώ, το γε νυν έχον, ων και εν μόνον ικανόν ην ημάς εξ αυτών διαστήσαι. Μη πάθοιμεν τούτο πότε, Παράκλητε αγαθέ, μηδ’ ούτως εμαυτού των καθηκόντων λογισμών αποπέσοιμι· της δε σης διδασκαλίας και των υπό σου εμπνευσθέντων μακαρίων ανδρών εχόμενος, προστεθείην προς τους εμούς πατέρας, τούτο, ει μη τι άλλο, εντεύθεν αποφερόμενος, την ευσέβειαν». (24) 6. Μέχρι των αρχών του 20ου αιώνος η Εκκλησία σταθερά και αμετάβλητα είχε απορριπτική και καταδικαστική στάση έναντι όλων των αιρέσεων, αλλά και των αιρετικών, όπως ακριβώς αυτό διατυπώνεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας που διαβάζεται, από όσους διαβάζεται ακόμα σήμερα, την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Αναθεματίζονται όλες οι αιρέσεις, η κάθε μία ξεχωριστά και όλοι οι αιρετικοί, ο καθένας τους ξεχωριστά. Και δια να μη μείνει δε κανείς εκτός του αναθέματος, υπάρχει στο τέλος γενικός αναθεματισμός που ρητά λέγει: «Όλοις τοις αιρετικοίς ανάθεμα». Δυστυχώς αυτή η ενιαία, σταθερή και αταλάντευτη στάση της Εκκλησίας μέχρι των αρχών του 20ου αιώνος άρχισε σταδιακά να εγκαταλείπεται, μετά την αιρετική εγκύκλιο που εξαπέλυσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1920 «προς τας απανταχού εκκλησίας του Χριστού», η οποία για πρώτη φορά χαρακτηρίζει επισήμως τις αιρέσεις, άκουσον-άκουσον, ως εκκλησίες, που δεν είναι αποξενωμένες από την Εκκλησία, αλλά είναι οικείες και συγγενείς.(!!!) Συνιστούσε να «αναζωπυρωθή και ενισχυθή προ παντός η αγάπη μεταξύ των εκκλησιών, μη λογιζομένας αλλήλας ως ξένας και αλλοτρίας, αλλ’ ως συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν Χριστώ». (25) Έτσι μετά την αιρετική αυτή Εγκύγκλιον του ’20 άνοιξε πλέον ο δρόμος για να υιοθετηθεί, να διαμορφωθεί και να αναπτυχθεί στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας η προτεσταντικής κατ’ αρχήν επινοήσεως, τώρα δε και παπικής αποδοχής, αίρεση του Οικουμενισμού, αυτή η παναίρεση, που υιοθετεί και νομιμοποιεί όλες τις αιρέσεις ως «εκκλησίες» και προσβάλλει το δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αναπτύχθηκε πλέον, διδάσκεται και επιβάλλεται από Πατριάρχες, Αρχιεπισκόπους και Επισκόπους νέο δόγμα περί Εκκλησίας, νέα εκκλησιολογία. Σύμφωνα με αυτό καμμία Εκκλησία δεν δικαιούται να διεκδικήσει αποκλειστικά για τον εαυτό της τον χαρακτήρα της καθολικής και αληθινής Εκκλησίας. Κάθε μία είναι ένα κομμάτι, ένα μέρος, όχι ολόκληρη η Εκκλησία. Όλες μαζί αποτελούν την Εκκλησία. Τοιουτοτρόπως έπεσαν όλα τα όρια που έθεσαν οι Πατέρες· δεν υπάρχει οριοθετική γραμμή μεταξύ αιρέσεως και Εκκλησίας, μεταξύ αληθείας και πλάνης. Και οι αιρέσεις πλέον είναι «εκκλησίες», πολλές μάλιστα, όπως η παπική, θεωρούνται τώρα ως αδελφές εκκλησίες, στις οποίες από κοινού με εμάς ανέθεσε ο Θεός την φροντίδα για την σωτηρία των ανθρώπων. (26) Υποστηρίζεται ακόμη δυστυχώς ότι υπάρχει και στις αιρέσεις η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και το βάπτισμά τους, όπως και όλα τα άλλα μυστήρια είναι έγκυρα. Όσοι έχουν βαπτισθή, σε οποιαδήποτε αίρεση και αν ανήκουν, είναι μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Οι αρές και τα αναθέματα των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν ισχύουν πια και πρέπει να διαγραφούν από τα λειτουργικά βιβλία. Στεγασθήκαμε μέσα στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και ουσιαστικά προδώσαμε -και μόνο με την ένταξη μας- την αλήθεια και την εκκλησιολογική μας αυτοσυνειδησία. Αφαιρέσαμε το δόγμα περί της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, το δόγμα «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα». (27) 7. Ο διαχριστιανικός αυτός συγκρητισμός, διευρύνθηκε τώρα και σε διαθρησκειακό συγκρητισμό, ο οποίος εξισώνει όλες τις θρησκείες, με την μοναδική, θεόθεν αποκαλυφθείσα από τον Χριστό θεοσέβεια, θεογνωσία και κατά Χριστόν ζωή. Προσβάλλεται επομένως όχι μόνο το δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας σε σχέση με τις αιρέσεις, αλλά και το θεμελιώδες δόγμα της μοναδικής εν τω κόσμω Αποκαλύψεως και σωτηρίας των ανθρώπων δια Ιησού Χριστού σε σχέση με όλες τις θρησκείες του κόσμου. Είναι η χειρότερη πλάνη, η μεγαλύτερη αίρεση-παναίρεση όλων των αιώνων. 8. Εμείς πιστεύουμε και ομολογούμε ότι μόνον εν τω Ιησού Χριστώ υπάρχει η δυνατότης σωτηρίας. Οι θρησκείες του κόσμου και οι αιρέσεις οδηγούν στην απώλεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς η αληθής Εκκλησία· είναι η μόνη Εκκλησία. Μόνον αυτή έμεινε πιστή στο Ευαγγέλιο, στις Συνόδους και στους Πατέρες, και συνεπώς μόνον αυτή αντιπροσωπεύει την αληθινή καθολική Εκκλησία του Χριστού. Κατά τον σύγχρονο Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα για τις ψευδοεκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης. Το κοινό όνομά τους είναι η παναίρεση. (28) Αυτήν την παναίρεση δυστυχώς, έχουν αποδεχθή συνειδητά, εκ των «ορθοδόξων», άλλοι εμφανώς και άλλοι αφανώς, πολλοί πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Την διδάσκουν «γυμνή τη κεφαλή», την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στην πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως με τους αιρετικούς, με συμπροσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων, ποιμαντικές συνεργασίες, θέτοντας έτσι εαυτούς, ουσιαστικώς, εκτός Εκκλησίας του Χριστού. 9. Εκτός Εκκλησίας όμως θέτουν τους εαυτούς τους και όσοι, πρεσβεύουν μεν ορθοδόξως, απορρίπτοντας ίσως και καταδικάζοντας μάλιστα και όλα τα ανωτέρω, συνεχίζουν όμως να ακολουθούν όλους αυτούς τους αιρετικούς, έχοντας κοινωνία και επικοινωνία μαζί τους, μνημονεύοντάς τους επ’ Εκκλησίας, και αναγνωρίζοντάς τους ως κανονικούς επισκόπους και διαδόχους του Χριστού, επειδή δήθεν δεν έγινε ακόμη πλήρως η ένωσις και το κοινόν ποτήριον, η επειδή δεν κατεδικάσθησαν ακόμη από Οικουμενική η Τοπική Σύνοδο, η άλλες παρόμοιες καινοφανείς απόψεις και θεωρίες, οι οποίες ουδέποτε ίσχυσαν και εφηρμόσθησαν στην πραγματική Εκκλησία του Χριστού. Λέγει σχετικά ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης για όλους εκείνους που είχον ορθόδοξο φρόνημα, αλλά κοινωνούσαν με αιρετικούς. Ας σημειωθεί ότι αυτοί οι αιρετικοί δεν είχαν καν ακόμη καταδικασθεί από Σύνοδο: «Μοιχεία γαρ εστιν ω πανσύνετοι και το της κοινωνίας μετέχειν των αιρετικών... Οι μεν τέλεον περί την πίστιν εναυάγησαν, οι δε ει και τοις λογισμοίς ου κατεποντίσθησαν όμως τη κοινωνία της αιρέσεως συνόλλυνται» (29) Και ακόμη: «Φεύγη την αίρεσιν, ήγουν τούς αιρετικούς· του μήτε κοινωνείν αυτοίς μήτε αναφέρειν επί της Θείας Λειτουργίας· ότι μέγισται απειλαί κείνται παρά των αγίων εκφωνηθείσαι τοις συγκαταβαίνουσιν αυτή μέχρι και εστιάσεως... Εχθρούς γαρ Θεού ο Χρυσόστομος ου μόνον τούς αιρετικούς, αλλά και τούς τοις τοιούτοις κοινωνούντας μεγάλη και πολλή τη φωνή απεφήνατο». (30) Και ο Άγιος Γερμανός ο Νεος: «Επισκήπτομαι πάσι τοις εν Κυπρω λαϊκοίς όσοι της Καθολικής Εκκλησίας εστέ τέκνα γνήσια, φεύγειν όλω ποδί από των υποπεσόντων ιερέων τη λατινική υποταγή και μηδέ εις Εκκλησίαν τούτοις συνέρχεσθαι, μηδέ ευλογίαν εκ των χειρών αυτών λαμβάνειν την τυχούσαν... ει δε μη την αυτήν υφέξετε μετ’ αυτών κόλασιν».               από stylianos kyr

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

«Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων»

«Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων»
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος εξεδόθη ένα δίτομο έργο του Jean Claude Larchet με τίτλο «Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων» και υπότιτλο «Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Το δίτομο αυτό έργο παρουσιάσθηκε κατά επίσημο τρόπο στην Αρχαιοελληνική Εταιρεία στην Αθήνα την 7η Απριλίου 2009. Μεταξύ των παρουσιαστών είχα την τιμή να συμμετέχω και ευθύς αμέσως δημοσιεύω τα βασικά σημεία του κειμένου μου.

1. Η προσωπική μου συμμετοχή στην παρουσίαση
Όταν προσκλήθηκα να συμμετάσχω ως παρουσιαστής στην σημερινή εκδήλωση, σκέφθηκα για το ποιά ήταν τα κριτήρια με τα οποία μου έγινε η πρόταση. Υποψιάσθηκα ότι προσκλήθηκα διότι για πολλά χρόνια ασχολούμαι με την διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με την θεραπεία του ανθρώπου.
Πράγματι, διαβάζοντας το βιβλίο του Jean Larchet αισθάνθηκα μία ικανοποίηση, διότι κατά κάποιον τρόπο επιβραβεύθηκαν και με αυτό το έργο οι κόποι μου και οι προσπάθειές μου στον τομέα αυτό, διότι εδώ και 25 χρόνια περίπου ασχολούμαι με το θέμα της ορθοδόξου θεραπείας. Ήδη το έτος 1986 εξεδόθη το βιβλίο μου με τίτλο «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» και υπότιτλο «Πατερική θεραπευτική αγωγή» και σήμερα αριθμεί εννέα εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα, καθώς επίσης μεταφράσθηκε και σε πολλές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στην γαλλική γλώσσα.
Το βιβλίο αυτό δημιούργησε ευρύτατη συζήτηση στο ελληνικό κοινό, με αποτέλεσμα να εκδοθούν άλλα πέντε βιβλία με τους τίτλους «Θεραπευτική Αγωγή» (5 εκδόσεις), «Συζητήσεις για την Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» (4 εκδόσεις), «Ψυχική ασθένεια και υγεία» (5 εκδόσεις), «Υπαρξιακή ψυχολογία και ορθόδοξη ψυχοθεραπεία» (3 εκδόσεις), εσχάτως δε «Η Ιατρική εν Πνεύματι επιστήμη» (2 εκδόσεις) και πολλά άλλα βιβλία και κείμενα που αναφέρονται στο σημαντικό αυτό θέμα.
Ενδιαφέρον προκλήθηκε από ξένους ειδικούς επιστήμονες. Πρέπει να σημειωθή ότι ο όρος «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία», τον οποίο για πρώτη φορά χρησιμοποίησα, με το ορθόδοξο περιεχόμενό του, υιοθετήθηκε από την Αμερικανική Ψυχολογική Ένωση το έτος 2000, η οποία περιέλαβε στο βιβλίο «Εγχειρίδιο Ψυχοθεραπείας και Θρησκευτικής Ποικιλομορφίας» ένα κεφάλαιο σχετικά με την Ψυχοθεραπεία με Ανατολικούς Ορθοδόξους Χριστιανούς με σκοπό να βοηθήση τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας στο έργο τους και να προσελκύση το ενδιαφέρον τους σε θρησκευτικά θέματα και παραδόσεις. Στο κεφάλαιο αυτό του βιβλίου της Αμερικανικής Ψυχολογικής Ένωσης περιλαμβάνονται βιβλιογραφικές αναφορές, μεταξύ των άλλων, και από το βιβλίο μου με τίτλο «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία».
Πάντοτε με απασχολούσε το θέμα της ουσίας της Ορθοδόξου Θεολογίας και της εκκλησιαστικής ζωής, στην προσπάθειά μου να υπερβώ τον σχολαστικισμό και τον ηθικισμό, καθώς επίσης και την ψυχολογικοποίηση της εκκλησιαστικής ζωής. Η δυτική θεολογία είναι εμποτισμένη από τα στοιχεία αυτά που προανέφερα (σχολαστικισμός, ηθικισμός, ψυχολογικοποίηση) και δυστυχώς αυτά εν πολλοίς έχουν μεταφερθή και στον δικό μας εκκλησιαστικό χώρο και κατά συνέπειαν έχουν επηρεασθή, με διαφόρους βαθμούς, τόσο η θεολογική ακαδημαϊκή επιστήμη όσο και η εκκλησιαστική πρακτική ζωή.
Ο Άνσελμος Καντερβουρίας με την περί εξιλεώσεως της θείας δικαιοσύνης διδασκαλία του, σαφώς έχει επηρεασθή από το φεουδαλιστικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη στην Δύση και εξέφρασε την σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, ως σχέση ενός Φεουδάρχη με τους δούλους υπηκόους του, που ζητά να επιβάλη την τάξη στην δημιουργία και ερμηνεύοντας την σωτηρία του ανθρώπου ως μια εξιλέωση της θείας δικαιοσύνης, ωσάν να έχη ανάγκη θεραπείας ο Θεός και όχι ο άνθρωπος.
Ο Θωμάς ο Ακινάτης, ένας σημαντικός σχολαστικός θεολόγος, στα έργα του λογικοποίησε την πίστη του ανθρώπου προς τον Θεό και παρουσίασε τον Θεό ως ένα αντικείμενο της λογικής επεξεργασίας. Επηρεάσθηκε σαφέστατα από τον Αυγουστίνο με την αρχή «πιστεύω ίνα κατανοήσω» και προσπάθησε να συνδέση τις απόψεις του Αυγουστίνου με την αριστοτελική φιλοσοφία.
Η προτεσταντική ηθική, επηρεάσθηκε σαφέστατα από τον ψυχολογισμό του Αυγουστίνου και ανέπτυξε έντονα τον ηθικισμό-ευσεβισμό που επηρέασε την Ευρώπη στην ανάπτυξη της ουμανιστικής ψυχολογίας.
Εδώ πρέπει να σημειωθή η διαφορά μεταξύ της διδασκαλίας του ιερού Αυγουστίνου, όπως φαίνεται στις Εξομολογήσεις του, και του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, όπως παρατηρείται στα έργα του, στα οποία γίνεται ανάλυση για τον νου, την ενέργεια των παθών, την σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, και τα σχετικά με την πρακτική φιλοσοφία, την φυσική θεωρία και την μυστική θεολογία. Η διαφορά αυτή μεταξύ των δύο αυτών ανδρών στην πραγματικότητα δείχνει την διαφορά μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής παραδόσεως.
Όμως, η όλη βιβλικοπατερική παράδοση είναι σαφώς διαφορετική από τα ρεύματα τα οποία με συντομία αναφέρθησαν προ ολίγου, γιατί δεν εμπνέεται από την δικανική αντίληψη περί Θεού, αλλά από την θεραπευτική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ενανθρώπηση του Χριστού είναι έργο της αγάπης του Θεού και η σωτηρία του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της συνέργειας Θεού και ανθρώπου μέσα από την θεραπευτική παράδοση που συναντάται διάχυτα μέσα στα μυστήρια, την λατρεία και τα κείμενα των αγίων Πατέρων.
Για να είμαστε δίκαιοι την όλη αυτήν ορθόδοξη προοπτική στην Ελλάδα την καλλιέργησε έντονα ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης όχι μόνον με το σημαντικό βιβλίο του «Το προπατορικό αμάρτημα», αλλά και με τα μετέπειτα κείμενά του, τα οποία σαφέστατα κάνουν λόγο για την ζωή της Εκκλησίας ως θεραπείας και την θεολογία της Εκκλησίας ως μιας θεραπευτικής μεθόδου για να φθάση ο άνθρωπος στην εμπειρία του Θεού.
Είχα μελετήσει τα έργα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και γενικά των Φιλοκαλικών Πατέρων της Εκκλησίας, όταν συνάντησα τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη και τα έργα του, οπότε ενισχύθηκα στην πεποίθηση αυτή. Δεν πρέπει να αγνοήση κανείς και την θεολογική προσφορά του π. Γεωργίου Μεταλληνού στο θέμα αυτό, ο οποίος πάντοτε παρουσιάζει τον θεραπευτικό χαρακτήρα της ορθοδόξου θεολογίας. Το ίδιο έκαναν και άλλοι Καθηγητές των Θεολογικών μας Σχολών. Με την ευκαιρία αυτή θα πρέπει να επισημάνω την μεγάλη προσφορά του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου στο θέμα αυτό, ειδικά με το βιβλίο του «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον» η «Περί φυλακής των πέντε αισθήσεων», το οποίο είναι η πεμπτουσία όλης της φιλοκαλικής παραδόσεως.

2. Η αξία του έργου του Jean Larchet
Το δίτομο έργο του Jean Claude Larchet είναι σημαντικό, γιατί έχει τα γνωρίσματα ενός θεολογικού συστηματικού έργου. Ο ίδιος έχει μελετήσει επαρκώς την Αγία Γραφή, τα λειτουργικά και λατρευτικά κείμενα της Εκκλησίας, τις αποφάσεις των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων, και τα έργα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, έχει συλλέξει όλα τα σχετικά χωρία που αναφέρονται στην ίαση, την θεραπεία, την υγεία κλπ. και τα έχει παρουσιάσει με έναν μεθοδικό τρόπο, χωρίς να θεωρηθή σχολαστικός.
Όλο το δίτομο έργο διαρθρώνεται σε έξι (6) ενότητες. Στην πρώτη εκτίθενται σημαντικά ανθρωπολογικά προλεγόμενα σχετικά με την υγεία των Πρωτοπλάστων προ της πτώσεως και την αρχή των νοσημάτων μεταπτωτικά, στην δεύτερη ενότητα γίνεται η νοσογραφία, η σημειολογία και η παθογένεση των πνευματικών νοσημάτων, στην τρίτη ενότητα παρατίθενται οι γενικές προϋποθέσεις της εκκλησιαστικής θεραπευτικής, στην τέταρτη καταγράφεται η θεραπευτική πράξη, στην πέμπτη ενότητα αναλύεται η θεραπευτική των παθών και η απόκτηση των αρετών και τέλος στην έκτη ενότητα γίνεται αναφορά στην αποκτηθείσα πνευματική υγεία.
Όταν ο αναγνώστης μελετήση τα κεφάλαια και των δύο αυτών βιβλίων, διαπιστώνει και την εργώδη προσπάθεια την οποία κατέβαλε ο συγγραφεύς του και την συστηματικότητα με την οποία εργάσθηκε.
Όπως ο ίδιος διαπιστώνει, σκοπός της μελέτης του είναι «να δείξει ότι η ορθόδοξη Ασκητική περιγράφει λεπτομερέστατα την νοσούσα κατάσταση του πεπτωκότος ανθρώπου» και οδηγεί «στην θεραπευτική και την ίαση, οι οποίες αποτελούν τους στόχους της άσκησης», καθώς επίσης και ότι θέλει να δείξη «με τον ίδιο συστηματικό και μεθοδικό τρόπο ότι η ορθόδοξη Ασκητική παρουσιάζει συγκεκριμένη θεραπευτική, γεγονός που κάνει την Ασκητική να εμφανίζεται ως αληθινή πνευματική ιατρική του όλου ανθρώπου» (Α Τόμος, σελ. 15-16).
Επίσης, ο ίδιος τονίζει ότι η ορθόδοξη ασκητική είναι «θεανθρώπινη θεραπευτική» και «έχει ως κανόνα και μέτρο της υγείας και της τελειότητος την τέλεια ανθρώπινη φύση, την οποία μας έδειξε στο Πρόσωπό Του ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός». Και βεβαίως ότι «ο έσχατος στόχος της άσκησης είναι να επιτρέψη στον άνθρωπο την πλήρη μετοχή στην ζωή των θείων Προσώπων» και «το στοιχείο που της προσδίδει δύναμη, είναι ότι θεμελιώνεται πλήρως στην χάρη της σωτηρίας και της θέωσης». Φυσικά αυτό γίνεται μέσα στην Εκκλησία του Χριστού με την λήψη του Αγίου Πνεύματος (Β Τόμος, σελ. 586-587).

3. Σημαντικές διευκρινίσεις
Η μεγάλη αξία του έργου του Jean Larchet έγκειται σε πολλά, αλλά για την οικονομία του χρόνου θα ήθελα να καταθέσω δύο συγκεκριμένα σημεία, στα οποία θα φανή η σημαντικότητα του έργου.
Πρώτον. Όταν κάνουμε λόγο για θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων, ασφαλώς εννοούμε την μυστηριακή, αλλά και την ασκητική ζωή της Εκκλησίας, όπως φαίνεται στο δίτομο αυτό έργο του κ. Jean Larchet. Μυστήρια και άσκηση συνδέονται στενά μεταξύ τους, αφού μυστήρια χωρίς άσκηση δεν μπορεί να ενεργήσουν αποτελεσματικά και άσκηση χωρίς μυστήρια, ιδιαιτέρως την θεία Ευχαριστία, δεν ωφελούν τον άνθρωπο. Σημαντική προσφορά στο θέμα αυτό συναντούμε στην διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος αφ' ενός μεν αντιμετώπισε την διδασκαλία του Βαρλαάμ που δεχόταν τα μυστήρια χωρίς τον ησυχασμό, αφ' ετέρου δε αντιμετώπιζε την ανατολική παράδοση που δεχόταν μια άσκηση χωρίς μυστηριακή και κυρίως ευχαριστιακή ζωή.
Αυτή, όμως, η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων που συνιστά την ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι η πεμπτουσία του ησυχασμού, ήτοι της νηπτικής διδασκαλίας της Εκκλησίας. Δηλαδή, όταν κάνουμε λόγο για θεραπεία, εννοούμε την όλη ησυχαστική νηπτική ζωή της Εκκλησίας.
Αυτό το συναντούμε στην διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που ανέπτυξε και κατοχύρωσε θεολογικά τον ορθόδοξο ησυχασμό. Αυτό το βλέπουμε στην Φιλοκαλία των νηπτικών Πατέρων της Εκκλησίας («Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών συνερανισθείσα παρά των αγίων και θεοφόρων Πατέρων»), τίς οποίας ο υπότιτλος είναι πολύ χαρακτηριστικός: «εν η δια της κατά την πράξιν και θεωρίαν ηθικής φιλοσοφίας ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και θεούται».
Όλο αυτό το ρεύμα του ησυχασμού και της νηπτικής ζωής αναπτύχθηκε τον 18ο αιώνα από τους λεγομένους Κολλυβάδες η Φιλοκαλικούς Πατέρες και με τα έργα τους πέρασε στην εποχή μας. Θεωρώ ότι ύστερα από μια σχολαστική επιρροή στην θεολογική σκέψη και εκκλησιαστική ζωή ήδη με έργα πολλών νεωτέρων, αλλά και με την παρουσία ζωντανών προτύπων, όπως είναι μεγάλοι Γέροντες και Στάρετς της εποχής μας, ο ησυχαστικός φιλοκαλικός τρόπος ζωής αρχίζει να θεωρήται ως σημαντικό κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής.
Αυτό λέγεται από την άποψη ότι η νηπτική-ησυχαστική-φιλοκαλική παράδοση δείχνει το «πως» της ορθοδόξου θεολογίας και της εκκλησιαστικής ζωής. Δεν πρέπει να παραμένουμε μόνον στο «τι» αλλά και στο «πως». Και, βεβαίως, η φιλοκαλική ησυχαστική παράδοση που διαφέρει σαφέστατα από τον ορθολογισμό-στοχασμό και τον ηθικισμό-ευσεβισμό πρέπει να θεωρήται ως προϋπόθεση της σωστής κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό και τους συνανθρώπους του. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έλεγε ότι θεραπεία στην πραγματικότητα είναι το πως η ιδιοτελής αγάπη θα μετατραπή σε ανιδιοτελή αγάπη. Αυτό το «πως», όταν ερμηνεύεται θεολογικά και εκκλησιαστικά, αποτελεί ουσιαστικό γνώρισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Δεύτερον. Όταν μιλούμε για θεραπεία των πνευματικών νοσημάτων, ασφαλώς αυτή η θεραπεία διαφοροποιείται από την θεραπεία την οποία επιδιώκουν τα διάφορα ουμανιστικά η θρησκευτικά συστήματα, που επικρατούν στην εποχή μας. Διότι διακρίνονται από μια διαφορετική ανθρωπολογία και κοινωνιολογία.
Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι υπάρχουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ ψυχής και σώματος, μεταξύ πνευματικών, ψυχικών και σωματικών ασθενειών, μεταξύ ψυχικών και νευροβιολογικών διαταραχών και μεταξύ βιολογικών και σατανικών επιδράσεων. Μάλιστα, οι ίδιοι οι Χριστιανοί που είναι άρρωστοι κάνουν σύγχυση αυτών των πραγματικοτήτων, οπότε μια ψυχική διαταραχή, όπως την εννοεί η σύγχρονη επιστήμη, την αποδίδουν σε δαιμονικές ενέργειες, η ακόμη δαιμονικές ενέργειες ερμηνεύονται μέσα από όρους της συγχρόνου ψυχολογίας. Επίσης, υπάρχουν νευρικές και ψυχολογικές διαταραχές που ερμηνεύονται ως πνευματικές καταστάσεις η ψυχικές ασθένειες.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον και αυτή η ίδια η ουμανιστική ψυχολογία πέρασε διάφορα στάδια, ήτοι αποδεσμεύθηκε από την φιλοσοφία, έγινε συμπεριφοριστική και γνωσιακή, έφθασε στην εξελικτική ψυχολογία και στην εποχή μας η ίδια κάνει μια επανάσταση και έτσι συνδέεται η εξελικτική ψυχολογία με τις νευροεπιστήμες.
Το πρόβλημα πάντως παραμένει, γιατί ο άνθρωπος ούτε πρέπει να θεωρηθή ως μια ψυχολογική οντότητα που εξετάζεται ανεξάρτητα από τα νευρολογικά προβλήματα και τις πνευματικές ασθένειες, ούτε ως μια ζωντανή μηχανή χωρίς ψυχή και Άγιον Πνεύμα, αλλά θα πρέπη να αντιμετωπισθή στην ολότητά του ως ένα ον που έχει ψυχή και σώμα, το οποίο έχει αναφορά τον Θεό και δια του Χριστού και της Εκκλησίας πρέπει να φθάση στην θέωση και τον αγιασμό και έτσι να αποκτήση και το Άγιον Πνεύμα.
Έτσι, ο Πνευματικός Πατέρας ως πνευματικός ιατρός θα βλέπη τα νοσήματα του ανθρώπου, θα έχη σκοπό να τον οδηγήση δια της Εκκλησίας στην θέωση και τον αγιασμό, αλλά θα διακρίνη και τις επιρροές, είτε τις δαιμονικές είτε τις νευροβιολογικές, και θα χειρίζεται το θέμα ανάλογα, παραπέμποντας στους ειδικούς που ασχολούνται με τα θέματα αυτά, δηλαδή είτε στους πεπειραμένους στα θεία για τις υψηλές πνευματικές καταστάσεις, είτε στους νευρολόγους και ψυχιάτρους, για τις ανάλογες ασθένειες.
Τελικά, το δίτομο έργο του κ. Jean Claude Larchet «Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων» θα βοηθήση αποτελεσματικά να αντιμετωπισθή η χριστιανική ζωή μέσα από αυτό το πνεύμα, ότι ο Χριστός είναι ιατρός του ανθρώπου και η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο, ώστε να αποφευχθή τόσο ο σχολαστικισμός–ορθολογισμός όσο και ο ηθικισμός-ψυχολογισμός, που αλλοιώνουν την βιβλιοκοπατερική παράδοση.
Προσωπικά θέλω να συγχαρώ γι' αυτό το έργο και τον συγγραφέα, που το συνέγραψε, και τον κ. Χρήστο Κούλα, που το μετέφρασε, και την Αποστολική Διακονία, που το εξέδωσε. Και εύχομαι εμείς οι Κληρικοί να γίνουμε πνευματικοί ιατροί που θα θεραπεύουμε τα πνευματικά νοσήματα των ανθρώπων εν Χριστώ Ιησού στην Εκκλησία, αφού υπάρχει τόσο μεγάλος πόνος, αλλά και οι λαϊκοί να αναζητούν τους αληθινούς πνευματικούς ιατρούς και όχι τους ψευδογιατρούς για να βρουν ψυχική ανάπαυση και να φθάσουν από το κατ' εικόνα στο καθ' ομοίωση, αυτό που από την Αγία Γραφή ονομάζεται τελείωση και δοξασμός και από τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας χαρακτηρίζεται θέωση.
Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ησυχασμός και Σουφισμός

Ησυχασμός και Σουφισμός PDF Εκτύπωση E-mail
Ορθοδοξία και Ισλάμ. Το Ισλάμ στην Ευρώπη
Ακαδημαϊκό Έτος 2006-07

Ησυχασμός και Σουφισμός
(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΜΠΕΡΙΔΗΣ



Ησυχασμός και παλαμισμός είναι παράγωγοι όροι που επινοήθηκαν από λογίους της Δύσης ως αντίστοιχοι του quietisme, το κίνημα του 17ου αιώνα. Στην Ορθοδοξία δεν χρησιμοποιούνται αυτά τα παράγωγα, αφού δεν πρόκειται περί ησυχαστικού κινήματος, άλλα περί ιερώς ησυχαζόντων. Παρόμοια διαπίστωση ισχύει και για το σουφισμό, αφού και εδώ δεν παρατηρείται οργανωμένο κίνημα σουφίδων στη Μικρά Ασία, άλλα επικράτηση δύο μυστικών ταγμάτων, των Μεβλεβίδων και Μπεκτασίδων, με εντελώς διαφορετική συγκρότηση μεν, άλλα με κοινό σκοπό τον προσηλυτισμό και την διάδοση του Ισλάμ μεταξύ των αυτοχθόνων πληθυσμών της Μικράς Ασίας.
Ο ιδρυτής των Μπεκτασί Χατζη-Μπεκτάς έρχεται στη Μικρά Ασία γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα από το Χορασάν ακολουθώντας τις μετακινήσεις τουρκομανικών νομαδικών φύλων, που εισβάλλουν στη Μικρά Ασία. Πριν όμως την οργάνωση των Μπεκτασίδων σε τάγμα, που δεν μαρτυρείται μέχρι τον 15ο αιώνα, με την τελική μορφή συγκρότησής του σε οργανωμένη αδελφότητα να ολοκληρώνεται τον 16ο αιώνα από τον Μπαλίμ Σουλτάν, γεννημένο από Χριστιανή μητέρα και Μπεκτασί πατέρα στο Διδυμότειχο, η Μικρά Ασία γίνεται ο χώρος όπου φανερώνεται καθαρά ο τρόπος λειτουργίας των ταγμάτων και ο ρόλος που διαδραματίζουν στην κατάκτηση των ανατολικών επαρχιών του Βυζαντίου.

Σε αντίθεση με την αστραπιαία διάδοση του Ισλάμ στη Μέση Ανατολή, στη μικρή ανατολή η κατάκτηση ολοκληρώνεται σε πέντε αιώνες. Πρόκειται για μία αργή διείσδυση τουρκομάνικων φύλων στην Μικρά Ασία, που έχει αρχίσει πριν από τη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071, στις αρχές του 11ου αιώνα αν όχι νωρίτερα, και που θα ολοκληρωθεί με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461. Στη μακρά διάρκεια αυτής της επίμονης διείσδυσης και σταδιαίας κατάκτησης κύριο ρόλο στην εξάπλωσή της παίζουν οι θρησκευτικοί ηγέτες, με πρώτους τους γκαζήδες, ένα είδος πνευματικών πολεμαρχών, που δίνουν σταδιακά τη θέση τους στους μπαμπάδες, στους πνευματικούς ηγέτες σουφίδικων ταγμάτων.
Οι μπαμπάδες ανήκουν κυρίως στα ντερβίσικα τάγματα των Καλεντερί, των Χαινταρί και των Ριφαΐ, με πρωταρχικό στοιχείο τους Καλεντερί, όπου άνηκε και ο δάσκαλος τού Χατζη-Μπεκτάς. Όταν κάνομε λόγο για κινήματα μέσα στην παράδοση του σουφισμού, αναφερόμαστε, σε τάγματα ντερβίσηδων που έχουν δώσει πολιτική χροιά στη συγκρότησή τους και εξυπηρετούν δευτερεύοντες σκοπούς από αυτούς που είχαν εμπνεύσει τη δημιουργία της μυστικής παράδοσης του σουφισμού.
Μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση επικεντρώνεται σε ορισμένες ομοιότητες που εκδηλώνονται με την μοναστική παράδοση του χριστιανισμού. Και ο σουφισμός, η τασσαβούφ, η μυστική μέθοδος των σουφίδων, έλαβε την αρχή της στην αντίδραση που εκδηλώθηκε εναντίον της εκκοσμίκευσης και χλιδής της αυλής των Ουμαγιάδων της Δαμασκού, και τροφοδότησε μια ασκητική τάση σε όσους αναζητούσαν μια έντονη πνευματική μορφή ισλαμισμού, έξω από τα στεγανά πλαίσια μιας δικανικής αντίληψης του Ισλάμ, κύριο γνώρισμα του μονολιθικού σουνισμού του χαλιφάτου των Ουμαγιάδων. Τότε παρουσιάστηκε η σχολή Μπατινίγια (μπατίν, αόρατο) που κύριο μέλημά της ήταν η ερμηνεία του Κορανίου σύμφωνα με την αλληγορική και εσωτερική μέθοδο.
Αυτός που επιθυμούσε την ένωσή του με τον Θεό, μπορούσε να το πετύχει μέσα από την απάρνηση του κόσμου, την αναγωγή του σε μία πραγματικότητα όπου τα πάντα προσλάμβαναν μία εσωτερική ερμηνεία με την αναφορά τους σε μία συμβολική πραγματικότητα, όπου ο άνθρωπος μέσα από την ατομική ασκητική του προσπάθεια συναντιόταν με έναν Θεό που αποκαραδοκούσε την ένωσή του με τον δούλο της αγάπης του, τον άμπντ, τον υποτακτικό, τον αμπντάλη του. Κατά τη γνωστή διατύπωση του Ιμπν Αραμπί, οποίος γνωρίζει τον εαυτό του γνωρίζει τον Θεό του. Ο εαυτός είναι ο τόπος της συμπάθειας του Θεού προς τον άνθρωπο και της θεοπάθειας του άνθρωπου που πραγματοποιείται μέσα στον Θεό. Για αυτό το λόγο μπορούσε να διακηρύξει ο Αλ Χαλλάτζ είμαι ο Θεός, Άνα-αλ Χακκ, και ο Ιμπν Άραμπι είμαι το μυστικό του Θεού, Άνα σιρρ αλ-Χακκ.
Σύντομα, οι δικανικοί ερμηνευτές του ορθολογικού Ισλάμ τοποθετήθηκαν εναντίον του μυστικού ρεύματος του σουφισμού. Ο Αλ Χαλλάτζ εκτελέστηκε στη Βαγδάτη το 922, κατόπιν της φάτουα που εξέδωσε εναντίον του ο μέγας καντί των Αββασίδων με την γενική κατηγορία πως η διδασκαλία του έθετε σε κίνδυνο τα δόγματα του Ισλάμ, ο Αιν αλ-Κοζάτ Χαμαντανί, μαθητής του Αχμάντ Γκαζαλί, εκτελέστηκε στα τριάντα τρία του χρόνια το 1131, και ο Σοχραγουαρντί, ο μέγας ερμηνευτής του μυστικού φωτός, ο Σαΐχ αλ Ισράκ, στα τριάντα έξι του εκτελέστηκε κρυφά στο κάστρο του Χαλεπιού από τον περίφημο Σαλαχαντίν των Σταυροφοριών, το 1191.
Μέσα σε αυτό το κλίμα της αδιαλλαξίας των ουλεμάδων δεν θα πρέπει να μας φανεί παράξενο το φαινόμενο της συρροής των ντερβίσηδων στον ελεύθερο από δογματικές ιδεοληψίες, στην ουσία θεολογικώς ακατέργαστο, μικρασιατικό χώρο. Έτσι εξηγείται και η εμφάνιση του Τζελαλεντίν Ρουμί στην αυλή των Σελτζούκων. Γύρω από τον Ρουμί άρχισε να δημιουργείται ένας κύκλος μαθητών, που του προσέδωσαν τον τίτλο Μεβλανά, ο Κύριός μας, από όπου το τάγμα Μεβλεβί. Σε αντίθεση με τον σαμανιστικό και λαϊκό χαρακτήρα του τάγματος των Μπεκτασίδων, οι Μεβλεβίδες επιδόθηκαν σε μία εκλεπτυσμένη μορφή λατρείας που διαδόθηκε μέσα από μια υψηλή μορφή περσικής ποίησης, έντεχνων μουσικών μελισμάτων, χορογραφικών συμβολικών τύπων και εξευγενισμένων ηθών. Στο συναξάρι των Μεβλεβί, το Μενακίμπ αλ αριφίν, συνταγμένο από τον Εφλακί στον δέκατο τέταρτο αιώνα, ο ίδιος ο Ρουμί ευχαριστεί τον Θεό που τον οδήγησε στην πανέμορφη Μικρά Ασία […] στη Χώρα των Ρωμιών για να γίνω ένα με αυτούς και να τους οδηγήσω στην αληθινή πίστη!
Το γεγονός πως τα πιο φωτισμένα πνεύματα του σουφισμού του 12ου και του 13ου αιώνα, ο Σουχραγουαρντί και ο Ιμπν Άραμπι ταξίδεψαν στη Μικρά Ασία και επισκέφτηκαν το σουλτανάτο του Ικονίου φανερώνει τη σημασία που προσέδιναν οι σουφίδες σε αυτό το κέντρο του ισλαμικού πολιτισμού. Καταβάλλονται συντονισμένες ενέργειες για τον εξισλαμισμό των χριστιανικών πληθυσμών. Και τα δύο Συναξάρια των βίων αγίων των δύο ταγμάτων, το Βιλαγετναμέ των Μπεκτασίδων και το Μενακίμπ αλ αριφίν των Μεβλεβίδων βρίθουν από περιπτώσεις εξισλαμισμών που φανερώνουν τον βαθμό προσχώρησης στο Ισλάμ των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, που οφείλεται κυρίως στο ιεραποστολικό έργο από τους ντερβίσηδες.
Τα ευαγή καταστήματα των νέων κατακτητών, τα βακούφια και τα φιλανθρωπικά ιδρύματά τους, τα τεμένη και τα αναπαυτήριά τους κτίστηκαν κυριολεκτικά πάνω στα ερείπια των ευαγών ιδρυμάτων, των εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών καταστημάτων, εκκλησιών και μοναστηριών των εκτοπισμένων και εξισλαμισμένων, άλλα και των λιγοστών εναπομεινάντων χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, που είχαν επωμισθεί τώρα την ευθύνη της συντήρησης τους, μεταμορφωμένα σε μουσουλμανικά ιδρύματα. Η παρακμή του χριστιανισμού και η υποχώρηση του ρωμαϊκού στοιχείου είναι παντού αισθητή. Οι πολυάνθρωπες και πλούσιες πόλεις της Μικράς Ασίας που έχουν πυρποληθεί, λεηλατηθεί, καταληφθεί, είναι αναρίθμητες. Με αυτές τις συνθήκες, με τους μαζικούς εξισλαμισμούς, την απορρόφηση του ρωμαϊκού στοιχείου μέσα στο τουρκομανικό, είναι δύσκολο να ειδωθούν οι σχέσεις μεταξύ ντερβίσηδων και μοναχών, σουφί και ησυχαστών, σε άλλο πλέγμα έκτος από αυτό του εξισλαμισμού και της ιεραποστολής.
Από το Βιλαγετναμέ γίνεται φανερό πως κάθε προσπάθεια προσέγγισης των δύο θρησκειών έχει προσηλυτιστικά κίνητρα. Ο Χατζη-Μπεκτάς παρουσιάζεται ως μετεμψύχωση και ταυτίζεται με τον ιδιαίτερα προσφιλή στους Καππαδόκες ορθόδοξους Άγιο Χαράλαμπο. Στην Αγία Τριάδα αντιστοιχεί η Αγία Τριάδα Μπεκτασί αποτελούμενη από τον Αλλάχ, τον Μωάμεθ και τον Αλί? η γέννηση του Χριστού από την Παρθένο παρουσιάζεται ως προδιατύπωση της γέννησης του δευτέρου ιδρυτή του Μπεκτασισμού Μπαλίμ Σουλτάν από Χριστιανή παρθένο? στους δώδεκα ιμάμηδες αντιστοιχούν οι δώδεκα απόστολοι. Οι Μπεκτασίδες δεν διστάζουν να βαπτιστούν και θεωρούν το βάπτισμα με ροδόσταμο καθαρτικό αμαρτιών και αποτρόπαιο προφυλακτικό κατά του κακού, σαμανιστικό εξορκισμό. Η λατρεία των αγιασμάτων, το προσκύνημα σε τάφους αγίων, το άναμμα κεριών σε εκκλησίες, ακόμα και η προσκύνηση των εικόνων από σουφίδες αποτελούν δεισιδαιμονικές δοξασίες προφυλακτικού χαρακτήρα κατά του κακού. Με τα ίδια κριτήρια οι Μπεκτασίδες στις αγρυπνίες τους μεταλαμβάνουν κρασί και μοιράζονται τον άρτο, επιτρέπουν ακόμα και στις γυναίκες να συμμετέχουν ακάλυπτες όπως και οι Χριστιανές στην ιεροτελεστία του αϊνιτζέμ. Τοποθετημένα μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο της ιεραποστολής και της διευκόλυνσης τής εγκατάστασης των νεοαφιχθέντων τουρκομάνων που επιζητούν μία αρμονική συνύπαρξη μετά από τις κατακτητικές επιδρομές και την απαλλοτρίωση των εδαφών και των ιδρυμάτων των παλαιών γηγενών κατοίκων του μικρασιάτικου χώρου, θα πρέπει όλα αυτά τα κατά τα φαινόμενα κοινά στοιχεία, να κατανοηθούν ως παραχωρήσεις των Μουσουλμάνων προς τους Χριστιανούς, παραχωρήσεις που έχουν δύο κυρίως ευεργετικά αποτελέσματα. Το πρώτο είναι πως οι νεοαφιχθέντες, προσεταιρισμένοι διάφορες συνήθειες, πιστεύουν πως διευκολύνουν την αφομοίωσή τους από τον τοπικό πληθυσμό και πως φανερώνουν μια διάθεση ανεκτικότητας και συγκατάβασης προς τις παραδοσιακές συνήθειες του γηγενούς πληθυσμού. Το δεύτερο ευεργετικό αποτέλεσμα είναι πως δεν αποξενώνουν εντελώς τους Χριστιανούς και συνάμα τους προσφέρουν μια σταδιακή και ανώδυνη προσχώρηση στον ισλαμισμό αφού επιτρέπουν το βάπτισμα, κάνουν αγρυπνίες και μεταλαμβάνουν όπως και οι ορθόδοξοι, πιστεύουν στην Αγία Τριάδα και στους αποστόλους, λατρεύουν τον Άγιο Χαράλαμπο.
Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σε σχέση με τους εξωτερικούς τύπους λατρείας, ισχύουν και για τη μυστική θεολογία του σουφισμού. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί που να μην ανάγεται στον νεοπλατωνισμό, στο γνωστικισμό ή ακόμη και στον ωριγενισμό των πρώτων αιώνων του ελληνιστικού χριστιανικού συγκρητισμού. Όλα τα φανερώματα του κόσμου ερμηνεύονται μέσα από τη γενικευμένη μέθοδο του τα’ουβίλ, της εσωτερικής δηλαδή πνευματικής ερμηνείας, ως σύμβολα που μεταμορφώνονται και αυτά για να μεταφερθούν σε συμβολοποιημένα πρόσωπα. Όλα τα φαινόμενα, κάθε εξωτερικό νόημα, ζαχίρ, έχει το αντίστοιχο του εσωτερικό νόημα, μπατίν. Ακόμα και το ιερό βιβλίο του Ισλάμ, το Κοράνι, έχει κατεβεί από τον υπερουράνιο τόπο όπου υπάρχει το αιώνιό του πρότυπο, και για να γίνει δυνατή η κατανόησή του, πρέπει να ερμηνευτεί με το εσωτερικό νόημα μπατίν. Αυτή είναι και η ιερή αποστολή του ιμάμη, του πνευματικού οδηγού. Η μέθοδος του τα’ουβίλ επιτρέπει στον μύστη να εισέλθει σε ένα νέο κόσμο, να φτάσει σε ένα υψηλότερο στάδιο οντότητας.
Με αυτή την ακραία αναγωγή των πάντων σε έναν εσωτερικό συμβολισμό θα μπορέσει να καθαρθεί ο άνθρωπος από τα εξωτερικά φυσικά φαινόμενα και πράγματα, για να εισέλθει στον κόσμο της μυστικής αγάπης, όπου θα καταλάβει πως ο Θεός και ο δούλος του συναντούνται στην ενότητα και στην ταύτισή τους σε αυτό το στάδιο της εσωτερικής υψηλής οντότητας. Μέσα από αυτή την ενότητα του κτιστού όντος με τον άκτιστο Θεό πραγματοποιείται εδώ στη γη, σε τούτη τη ζωή η θέωση του τέλειου ανθρώπου, insan al-kamil, του συμπαντικού ανθρώπου. Παρά το γεγονός της διαφοροποίησης της ουσίας, αντ-ντάτ, και των ποιοτήτων, ασ-σιφάτ, του Θεού, η ουσία καθορίζει την απόλυτη και άπειρη φύση του Θεού που παραμένει άφατη και απρόσιτη στον άνθρωπο, και οι θειες ποιότητες αναγνωρίζονται στις άπειρες εκφάνσεις ενός κτίσματος και είναι προσιτές στον άνθρωπο. Εδώ αναγνωρίζονται κάποια κοινά στοιχεία, ορισμένες ομοιότητες με την ησυχαστική παράδοση.
Οι όποιες ομοιότητες όμως με την ορθόδοξη θεολογία σταματούν εδώ, αφού ο σουφί δάσκαλος, αμέσως μετά την διατριβή του γύρω από το ακατάληπτο και απρόσιτο της ουσίας του Θεού που δεν είναι δυνατό να μεταδοθεί στον άνθρωπο, προσκρούει στη βασική θεωρία της ενότητας και της μοναδικότητας των πάντων που εκπροσωπείται σε τέλειο βαθμό από τον τέλειο άνθρωπο στη θέωσή του μέσα από τη μυστική γνώση, στην ταυτότητά του δηλαδή με τον Θεό. Και εδώ γίνεται κάτι το εντελώς ακατανόητο από τη δική μας έποψη της ετερικής κοινωνίας των ελεύθερων προσώπων. Ο άνθρωπος γίνεται η θεοφάνεια του θείου όντος επειδή ο Θεός εκφαίνεται στον άνθρωπο, με την διαφορά πως δεν είναι ο άνθρωπος που εκφαίνεται, άλλα ο Θεός εν ανθρώπω. Mε αυτή την έννοια της• θεοφάνειας ο Χριστός είναι Θεός, δηλαδή μία Θεοφάνια που εκφαίνεται στον εαυτό της μέσα στον άνθρωπο που ταυτίζεται απόλυτα με το Θεό. Εφόσον είναι εντελώς αδύνατο για τον Θεό να ενανθρωπηθεί και να ενσαρκωθεί, δεν μπορεί ο Χριστός να διατείνεται πως είναι ο Χριστός (Μασίχ), ο υιός της Μαριάμ.
Με αυτές τις συνθήκες καταργείται η ετερότητα, που για να γνωριστεί, ανάγεται σε αυτότητα. Για αυτό το λόγο δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία ετέρων προσώπων, τριαδική κοινωνία, διαπροσωπική ετερότητα, πολυμορφία, τρεις υποστάσεις, δύο φύσεις, ενσάρκωση. Δεν υπάρχει λόγος για κατανόηση της υποστατικής ένωσης, αφού τα πάντα εξαντλούνται στην αυτιστική ένωση των πάντων με τον εαυτό τους. Η ομολογία της πίστης του Ισλάμ, «Δεν υπάρχει (άλλος) Θεός έκτος από το Θεό», ξεκινάει ουσιαστικά με μία άρνηση της ετερότητας και καταλήγει στην επίφαση της ταυτολογίας.
Όταν ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αιχμαλωτίζεται το 1354 από τους Τούρκους και ακολουθεί τους απαγωγείς του στις πόλεις και στα χωριά της Βιθυνίας, συνδιαλέγεται ένα βράδυ με κάτι Χιόνες, Εβραίους προσηλύτους στο Ισλάμ, ενώπιον του σουλτάνου, που χάνουν την υπομονή τους με την ορθόδοξη ερμηνεία του τριαδικού Θεού, τον χαστουκίζουν και λαβαίνει τέλος η συζήτηση. Πέρα από αυτές τις αξεπέραστες δογματικές διαφορές, είναι γενικώς αποδεκτό πως το ζήτημα του ησυχασμού τοποθετείται στο επίκεντρο από τις παρεμβάσεις του Βαρλαάμ, ενός ελληνο-λατίνου Καλαβρού που ασπάζεται μεν την Ορθοδοξία όταν φτάνει στην Κωνσταντινούπολη, αλλά μεταφέρει μαζί του τη σύνολη κατανόηση του μυστικισμού που έχει μεταδώσει η ανατολή στη δύση, ιδιαίτερα στην Ιταλία, δια μέσου των σουφί της Ισπανίας και της Σικελίας, αλλά και του Αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης, που τον δίδαξε στην πατρίδα του μετά την διετή παραμονή του στην Αίγυπτο και στη Συρία. Σε αυτό το σημείο, πιστεύω, πως βρίσκεται η αρχή της σύγχυσης γύρω από την ενόραση του θείου φωτός, τις αντιρρήσεις του Βαρλαάμ γύρω από το θέμα και όλα τα συνεπακόλουθα που χαρακτηρίζουν τις ησυχαστικές έριδες τον δέκατο τέταρτο αιώνα.

* Ο πρωτοπρεσβύτερος Λάμπρος Καμπερίδης είναι ιερέας της ελληνορθόδοξης Μητρόπολης του Καναδά και διδάσκων στα Concordia University και Universite de Sherbrooke. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του: Δος μοι τούτον τον ξένον, εκδ. Ίνδικτος, 2006, Οι γάμοι του Ουρανού και της Γης. Μια ανάγνωση του Pound και του Blake με οδηγό τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, εκδ. Αρμός, 2003 και Το ναι το γλυκύ το πράον, εκδ. Δόμος, 1990.