Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Φωτογραφίες του Αγαπημένου μας Γέροντα Γαβριήλ Μάινα

Φωτογραφίες του Αγαπημένου μας Γέροντα Γαβριήλ Μάινα

Ο Αγαπημένος μας Γέροντας Γαβριήλ Μάϊνας, την ευλογία του να έχουμε
Από το κελλάκι του στο Άγιο Όρος


Το παλιό εκείνο τον καιρό που ήταν στην αγαπημένη του πατρίδα τη Σαντορίνη



Τα λάθη είναι πολλά όπου η αγάπη είναι λίγη. Εκεί που η αγάπη περισσεύει τα λάθη εξαφανίζονται!

Φωτογραφίες του Αγαπημένου μας Γέροντα Γαβριήλ Μάινα

Φωτογραφίες του Αγαπημένου μας Γέροντα Γαβριήλ Μάινα

Ο Αγαπημένος μας Γέροντας Γαβριήλ Μάϊνας, την ευλογία του να έχουμε
 
Από το κελλάκι του στο Άγιο Όρος


Το παλιό εκείνο τον καιρό που ήταν στην αγαπημένη του πατρίδα τη Σαντορίνη


Τα λάθη είναι πολλά όπου η αγάπη είναι λίγη. Εκεί που η αγάπη περισσεύει τα λάθη εξαφανίζονται!

Εορτών εορτή. Πέθανε για να αναστηθεί!

Εορτών εορτή. Πέθανε για να αναστηθεί!



Από τις δεσποτικές εορτές, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει σε μεγαλύτερη περιωπή την Ανάσταση. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά γενικότερα η Ανάσταση είναι εκείνη που με το θεολογικό και λατρευτικό περιεχόμενό της σφραγίζει όλη τη σκέψη και τη ζωή της Ορθοδοξίας. Και έτσι έπρεπε να είναι. Γιατί η ίδια η Αγία Γραφή, της οποίας τη βαθύτερη και σωστή ερμηνεία κατέχει μόνη η Ορθοδοξία, την Ανάσταση του Χριστού φανερώνει ως  το ύψιστο και συγχρόνως θεμελιώδες γεγονός της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του πεσμένου Αδάμ. Η Ανάσταση του Κυρίου είναι το φως του φωτός όλης της Αγίας Γραφής, το σημείο στο οποίο συγκλίνουν και απ’ όπου φωτίζονται όλα τα νοήματα, όλες οι συμβολικότητες που περιέχονται στο Νόμο και τους Προφήτες και στο οποίο τείνουν και αποκορυφώνονται όλα τα γραφόμενα στη Καινή Διαθήκη. Οι προτυπώσεις και ειδοποιήσεις της Παλαιάς Διαθήκης δεν αφορούν μονάχα την έλευση του Λυτρωτή, αλλά εκβάλλουν και επεκτείνονται πέρα απ’ αυτή: στην Ανάσταση. Μπορεί να πει κανείς ότι δεν φθάνουν απλώς στην Ανάσταση, αλλά ξεκινούν απ’ αυτή για να παραστήσουν το έργο του Σωτήρα. Τα Ευαγγέλια εξάλλου προς αυτήν ρέουν και όλες οι λέξεις από τις οποίες είναι καμωμένα έχουν μια δικαίωση μονάχα όταν τις εννοούμε κάτω από τον διπλό προορισμό του Χριστού και των πιστών : την Ανάσταση. Όσο για το θεσπέσιο και μεγαλοπρεπές υπόμνημα των Ευαγγελίων, που είναι οι Επιστολές του Παύλου και των άλλων Αποστόλων, αυτό δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το Λόγο του Θεού σε όλη τη δόξα της Αναστάσεως. Ο Παύλος γράφει στους Κορινθίους: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών». Δεν έχει κανένα θεμέλιο και κανένα περιεχόμενο η πίστη και η ζωή της Εκκλησίας, αν δεν στηρίζεται και δεν τρέφεται από την Ανάσταση, αν δεν ξεκινά απ’ αυτή και δεν φωτίζεται απ’ αυτή. Τέλος η Αποκάλυψη του Ιωάννη, με την οποία τελειώνει η Αγία Γραφή, μας δόθηκε «εν τη Κυριακή ημέρα», κατά την οποία ο επιστήθιος μαθητής βρισκόταν ιδιαιτέρως μέσα στη θύμηση της Αναστάσεως. Και δεν είναι παρά μία επίκληση στον Εγερθέντα Κύριο, να ξαναέλθει πάνω στη γη, απ’ όπου ο Θεός τον ανέστησε.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν άδειασαν από το περιούσιο νόημά του αυτό το κήρυγμα, που οι προφήτες ετοίμασαν, ο Κύριος πραγματοποίησε και οι απόστολοι αποκορύφωσαν και στερέωσαν. Και γενικότερα όλη η Εκκλησία το κράτησε και το καλλιέργησε σε κάθε πλευρά της ζωής της. Ιδιαίτερα όμως στη λειτουργική πλευρά, όπου το Δόγμα συνδέεται αμεσότερα με την πράξη, που η Αλήθεια και η Ζωή, δηλαδή ο Χριστός, γίνεται βίωμα ακέραιο και τέλειο.

Ό,τι παρατηρείται στην Αγία Γραφή, το ίδιο παρατηρείται και στα λειτουργικά κείμενα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά εδώ πιο έντονα και πιο απτά. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το κεντρικό θέμα της ορθόδοξης λατρείας, όχι μόνο στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αλλά και παντού αλλού. Τα πάντα δεσπόζοντα από αυτό το γεγονός. Προς αυτό είναι προσανατολισμένοι όλοι οι ιεροί στίχοι της ορθόδοξης υμνωδίας. Η Ανάσταση είναι η μυστική πυξίδα του ορθόδοξου μυστικισμού, η μήτρα των ορθόδοξων λογισμών και αισθημάτων. Όλο σχεδόν το Ευαγγέλιο, η Ορθοδοξία το βλέπει αντίστροφα από τη χρονική σειρά των επεισοδίων και της διδασκαλίας που περιέχει. Η Ανάσταση δεν είναι το τέρμα, αλλά η αρχή, η προϋπόθεση, από την οποία η Εκκλησία αναμιμνήσκεται-θυμάται τη Γέννηση, τη Βάπτιση, τα θαύματα, τις παραβολές, την υπόλοιπη διδαχή του Κυρίου, τη Σταύρωση. Γίνεται μία μυστηριώδης, πνευματική μετατόπιση όλου εκείνου του μεγάλου μέρους της Αγίας Γραφής που προηγήθηκε ιστορικά από την Ανάσταση· μία μετατόπιση που το φέρνει πέρα απ’ αυτήν, διότι πέρα από την Ανάσταση η Εκκλησία έχει την αρχή της υποστάσεώς της.

Ο Χριστός αναστήθηκε  και μονάχα μετά απ’ αυτό το γεγονός η Εκκλησία δημιουργήθηκε. Τί είναι η Ανάσταση; Η απαρχή της Εκκλησίας. Η έναρξη της θεώσεως του ανθρώπινου γένους. Όπως ο Ιησούς εγέρθηκε από τη φθορά, έτσι κι εμείς μπορούμε πια να σηκωθούμε μαζί του από το θάνατο και να γίνουμε υιοί του Θεού. Αν ο Χριστός δεν αναστηνόταν, η θέωσή μας θα ήταν αδύνατη, η Εκκλησία δεν θα υπήρχε.

Όλα τα πριν από την Ανάσταση γεγονότα, που απαρτίζουν τον επίγειο βίο του Κυρίου, χωρίς να εξαιρεθεί ούτε η Σταύρωση, δεν έχουν πρωτεύουσα σημασία για τη σωτηρία μας. Και ο Σταυρός ακόμη δεν σώζει μόνος του τον άνθρωπο, αν δεν θεωρηθεί ως σύμβολο νίκης, ως αναπόσπαστο και χαροποιό τμήμα της Αναστάσεως. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να μας βγάλει από την πτώση μας με την Ανάστασή του. Πέθανε για να αναστηθεί. Ο Παύλος βλέπει το Σταυρό ως απόδειξη της θείας σοφίας και δυνάμεως και αυτές οι δύο λέξεις ανήκουν στο χαρούμενο αίσθημα που μας δίνει η Ανάσταση. Μέσα σε αυτό το αίσθημα προσκυνούμε και επικαλούμεθα το Σταυρό. Γι’ αυτό και ο θείος Χρυσόστομος, όταν μιλά για το Σταυρό, νοιώθει την ανάγκη να «ντύσει στα λευκά το λόγο του»· γι’ αυτό ονομάζει το Σταυρό «τρόπαιο», όπως και άλλοι πατέρες μέχρι  τον Μέγα Φώτιο.

Η ίδια η ακολουθία των Παθών δεν έχει τίποτε το καταθλιπτικό και το τραγικό, όπως συμβαίνει με τον τρόπο που βλέπουν οι πλανεμένοι δυτικοί τη Σταύρωση. Η Ορθοδοξία γιορτάζει το Πάθος μέσα από την Ανάσταση. Η Ανάσταση κεντά με το φως της, στηρίζει με την πληροφορία της το πένθος της Εκκλησίας. Η Ανάσταση είναι συνυφασμένη με την κατάνυξη των Παθών από τα πρώτα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο Κύριος που «επείγεται του παθείν αγαθότητι» δεν παύει να είναι ο Δεσπότης του παντός, «ο τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων» και η Εκκλησία τον ενδύει με «αίνεσιν, μεγαλωσύνην και δόξαν». Διότι τον βλέπει ως νικητή του θανάτου.

Για την Ορθοδοξία η Ανάσταση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία και από τη Γέννηση. Υπάρχει μια αντιστοιχία μορφής και σημασίας ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγάλα συμβάντα, που ανοίγουν και κλείνουν τον επίγειο βίο του Σωτήρος. Πρώτα-πρώτα έγιναν και τα δύο σε σπήλαια. Από το ένα, εκείνο της Βηθλεέμ, ο Υιός του Θεού ήλθε στο κόσμο μας και εμφανίσθηκε με μορφή δούλου, ως Υιός του Ανθρώπου. Από το άλλο, εκείνο του κήπου του Ιωσήφ, ο Υιός του Ανθρώπου βγαίνει από τον κόσμο μας στον πνευματικό κόσμο, από τον οποίον ήλθε, και ως Υιός του Ανθρώπου γίνεται τώρα πάλι και Υιός του Θεού. Τυλιγμένος με σπάργανα ήταν την πρώτη φορά, με  «σινδόνη καθαρά» είναι και τώρα. Εκεί άγγελοι έψαλλαν, εδώ επίσης άγγελοι πληροφορούν ότι ανέστη. Εκεί ήλθαν οι μάγοι με τα δώρα, εδώ οι μυροφόρες με τα αρώματα. Από το ένα σπήλαιο, ο ουρανός χάρισε τον Κύριο στη γη ως άνθρωπο. Από το άλλο, η γη τον αποδίδει στον ουρανό ως θεωθέντα άνθρωπο, με σάρκα άφθαρτη και πνευματική. Αλλά η σάρκα αυτή είμαστε εμείς οι πιστοί, το σύνολο των λυτρωμένων ανθρώπων, η Εκκλησία.

Η Γέννηση και η Σταύρωση είναι δύο μεγαλειώδη συμβάντα της θείας οικονομίας, που η θεία Αγάπη εκδηλώνεται σε όλη την τρυφερότητα και το συγκλονιστικό της νόημα. Βλέπουμε σε αυτά τους δύο πόλους της Κενώσεως. Αλλά η Κένωση δεν έγινε παρά για να εκπληρωθούν οι σκοποί της θείας Αγάπης. Και οι σκοποί αυτοί εκπληρώνονται με την Ανάσταση. Η Ανάσταση πραγματοποιεί εκείνο, για το οποίο ο Υιός του Θεού ήλθε στον κόσμο (Γέννηση) και έχυσε το αίμα του (Σταύρωση): την επαναφορά του πεσμένου Αδάμ, τη θέωση του ανθρώπινου γένους.

Έτσι η Εκκλησία μας γιορτάζει ως το πιο σπουδαίο γεγονός της θείας οικονομίας την Ανάσταση και την αποκαλεί «εορτών εορτήν και πανήγυριν πανηγύρεων». Στο πνευματικό τοπίο της ορθόδοξης λατρείας, το Πάσχα είναι η υψηλότερη κορυφή, η θριαμβευτικότερη ανάπλαση των αισθημάτων της ορθόδοξης ψυχής. Η Εκκλησία «χορεύει και σκιρτά όχι πια μπροστά στη σκιώδη κιβωτό, όπως ο Δαυίδ, αλλά μπροστά στην έκβαση των συμβόλων», στην Ανάσταση του Χριστού, όπου όλες οι προφητείες καταλήγουν και καταυγάζονται, όπου η θεία Αγάπη θριαμβεύει, όπου η σωτηρία μας γίνεται πραγματικότητα.

(Σχόλιο του περιοδικού «Κιβωτός»)

Εορτών εορτή. Πέθανε για να αναστηθεί!

Εορτών εορτή. Πέθανε για να αναστηθεί!


Από τις δεσποτικές εορτές, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει σε μεγαλύτερη περιωπή την Ανάσταση. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά γενικότερα η Ανάσταση είναι εκείνη που με το θεολογικό και λατρευτικό περιεχόμενό της σφραγίζει όλη τη σκέψη και τη ζωή της Ορθοδοξίας. Και έτσι έπρεπε να είναι. Γιατί η ίδια η Αγία Γραφή, της οποίας τη βαθύτερη και σωστή ερμηνεία κατέχει μόνη η Ορθοδοξία, την Ανάσταση του Χριστού φανερώνει ως  το ύψιστο και συγχρόνως θεμελιώδες γεγονός της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του πεσμένου Αδάμ. Η Ανάσταση του Κυρίου είναι το φως του φωτός όλης της Αγίας Γραφής, το σημείο στο οποίο συγκλίνουν και απ’ όπου φωτίζονται όλα τα νοήματα, όλες οι συμβολικότητες που περιέχονται στο Νόμο και τους Προφήτες και στο οποίο τείνουν και αποκορυφώνονται όλα τα γραφόμενα στη Καινή Διαθήκη. Οι προτυπώσεις και ειδοποιήσεις της Παλαιάς Διαθήκης δεν αφορούν μονάχα την έλευση του Λυτρωτή, αλλά εκβάλλουν και επεκτείνονται πέρα απ’ αυτή: στην Ανάσταση. Μπορεί να πει κανείς ότι δεν φθάνουν απλώς στην Ανάσταση, αλλά ξεκινούν απ’ αυτή για να παραστήσουν το έργο του Σωτήρα. Τα Ευαγγέλια εξάλλου προς αυτήν ρέουν και όλες οι λέξεις από τις οποίες είναι καμωμένα έχουν μια δικαίωση μονάχα όταν τις εννοούμε κάτω από τον διπλό προορισμό του Χριστού και των πιστών : την Ανάσταση. Όσο για το θεσπέσιο και μεγαλοπρεπές υπόμνημα των Ευαγγελίων, που είναι οι Επιστολές του Παύλου και των άλλων Αποστόλων, αυτό δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το Λόγο του Θεού σε όλη τη δόξα της Αναστάσεως. Ο Παύλος γράφει στους Κορινθίους: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών». Δεν έχει κανένα θεμέλιο και κανένα περιεχόμενο η πίστη και η ζωή της Εκκλησίας, αν δεν στηρίζεται και δεν τρέφεται από την Ανάσταση, αν δεν ξεκινά απ’ αυτή και δεν φωτίζεται απ’ αυτή. Τέλος η Αποκάλυψη του Ιωάννη, με την οποία τελειώνει η Αγία Γραφή, μας δόθηκε «εν τη Κυριακή ημέρα», κατά την οποία ο επιστήθιος μαθητής βρισκόταν ιδιαιτέρως μέσα στη θύμηση της Αναστάσεως. Και δεν είναι παρά μία επίκληση στον Εγερθέντα Κύριο, να ξαναέλθει πάνω στη γη, απ’ όπου ο Θεός τον ανέστησε.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν άδειασαν από το περιούσιο νόημά του αυτό το κήρυγμα, που οι προφήτες ετοίμασαν, ο Κύριος πραγματοποίησε και οι απόστολοι αποκορύφωσαν και στερέωσαν. Και γενικότερα όλη η Εκκλησία το κράτησε και το καλλιέργησε σε κάθε πλευρά της ζωής της. Ιδιαίτερα όμως στη λειτουργική πλευρά, όπου το Δόγμα συνδέεται αμεσότερα με την πράξη, που η Αλήθεια και η Ζωή, δηλαδή ο Χριστός, γίνεται βίωμα ακέραιο και τέλειο.
Ό,τι παρατηρείται στην Αγία Γραφή, το ίδιο παρατηρείται και στα λειτουργικά κείμενα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά εδώ πιο έντονα και πιο απτά. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το κεντρικό θέμα της ορθόδοξης λατρείας, όχι μόνο στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αλλά και παντού αλλού. Τα πάντα δεσπόζοντα από αυτό το γεγονός. Προς αυτό είναι προσανατολισμένοι όλοι οι ιεροί στίχοι της ορθόδοξης υμνωδίας. Η Ανάσταση είναι η μυστική πυξίδα του ορθόδοξου μυστικισμού, η μήτρα των ορθόδοξων λογισμών και αισθημάτων. Όλο σχεδόν το Ευαγγέλιο, η Ορθοδοξία το βλέπει αντίστροφα από τη χρονική σειρά των επεισοδίων και της διδασκαλίας που περιέχει. Η Ανάσταση δεν είναι το τέρμα, αλλά η αρχή, η προϋπόθεση, από την οποία η Εκκλησία αναμιμνήσκεται-θυμάται τη Γέννηση, τη Βάπτιση, τα θαύματα, τις παραβολές, την υπόλοιπη διδαχή του Κυρίου, τη Σταύρωση. Γίνεται μία μυστηριώδης, πνευματική μετατόπιση όλου εκείνου του μεγάλου μέρους της Αγίας Γραφής που προηγήθηκε ιστορικά από την Ανάσταση· μία μετατόπιση που το φέρνει πέρα απ’ αυτήν, διότι πέρα από την Ανάσταση η Εκκλησία έχει την αρχή της υποστάσεώς της.
Ο Χριστός αναστήθηκε  και μονάχα μετά απ’ αυτό το γεγονός η Εκκλησία δημιουργήθηκε. Τί είναι η Ανάσταση; Η απαρχή της Εκκλησίας. Η έναρξη της θεώσεως του ανθρώπινου γένους. Όπως ο Ιησούς εγέρθηκε από τη φθορά, έτσι κι εμείς μπορούμε πια να σηκωθούμε μαζί του από το θάνατο και να γίνουμε υιοί του Θεού. Αν ο Χριστός δεν αναστηνόταν, η θέωσή μας θα ήταν αδύνατη, η Εκκλησία δεν θα υπήρχε.
Όλα τα πριν από την Ανάσταση γεγονότα, που απαρτίζουν τον επίγειο βίο του Κυρίου, χωρίς να εξαιρεθεί ούτε η Σταύρωση, δεν έχουν πρωτεύουσα σημασία για τη σωτηρία μας. Και ο Σταυρός ακόμη δεν σώζει μόνος του τον άνθρωπο, αν δεν θεωρηθεί ως σύμβολο νίκης, ως αναπόσπαστο και χαροποιό τμήμα της Αναστάσεως. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να μας βγάλει από την πτώση μας με την Ανάστασή του. Πέθανε για να αναστηθεί. Ο Παύλος βλέπει το Σταυρό ως απόδειξη της θείας σοφίας και δυνάμεως και αυτές οι δύο λέξεις ανήκουν στο χαρούμενο αίσθημα που μας δίνει η Ανάσταση. Μέσα σε αυτό το αίσθημα προσκυνούμε και επικαλούμεθα το Σταυρό. Γι’ αυτό και ο θείος Χρυσόστομος, όταν μιλά για το Σταυρό, νοιώθει την ανάγκη να «ντύσει στα λευκά το λόγο του»· γι’ αυτό ονομάζει το Σταυρό «τρόπαιο», όπως και άλλοι πατέρες μέχρι  τον Μέγα Φώτιο.
Η ίδια η ακολουθία των Παθών δεν έχει τίποτε το καταθλιπτικό και το τραγικό, όπως συμβαίνει με τον τρόπο που βλέπουν οι πλανεμένοι δυτικοί τη Σταύρωση. Η Ορθοδοξία γιορτάζει το Πάθος μέσα από την Ανάσταση. Η Ανάσταση κεντά με το φως της, στηρίζει με την πληροφορία της το πένθος της Εκκλησίας. Η Ανάσταση είναι συνυφασμένη με την κατάνυξη των Παθών από τα πρώτα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο Κύριος που «επείγεται του παθείν αγαθότητι» δεν παύει να είναι ο Δεσπότης του παντός, «ο τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων» και η Εκκλησία τον ενδύει με «αίνεσιν, μεγαλωσύνην και δόξαν». Διότι τον βλέπει ως νικητή του θανάτου.
Για την Ορθοδοξία η Ανάσταση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία και από τη Γέννηση. Υπάρχει μια αντιστοιχία μορφής και σημασίας ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγάλα συμβάντα, που ανοίγουν και κλείνουν τον επίγειο βίο του Σωτήρος. Πρώτα-πρώτα έγιναν και τα δύο σε σπήλαια. Από το ένα, εκείνο της Βηθλεέμ, ο Υιός του Θεού ήλθε στο κόσμο μας και εμφανίσθηκε με μορφή δούλου, ως Υιός του Ανθρώπου. Από το άλλο, εκείνο του κήπου του Ιωσήφ, ο Υιός του Ανθρώπου βγαίνει από τον κόσμο μας στον πνευματικό κόσμο, από τον οποίον ήλθε, και ως Υιός του Ανθρώπου γίνεται τώρα πάλι και Υιός του Θεού. Τυλιγμένος με σπάργανα ήταν την πρώτη φορά, με  «σινδόνη καθαρά» είναι και τώρα. Εκεί άγγελοι έψαλλαν, εδώ επίσης άγγελοι πληροφορούν ότι ανέστη. Εκεί ήλθαν οι μάγοι με τα δώρα, εδώ οι μυροφόρες με τα αρώματα. Από το ένα σπήλαιο, ο ουρανός χάρισε τον Κύριο στη γη ως άνθρωπο. Από το άλλο, η γη τον αποδίδει στον ουρανό ως θεωθέντα άνθρωπο, με σάρκα άφθαρτη και πνευματική. Αλλά η σάρκα αυτή είμαστε εμείς οι πιστοί, το σύνολο των λυτρωμένων ανθρώπων, η Εκκλησία.
Η Γέννηση και η Σταύρωση είναι δύο μεγαλειώδη συμβάντα της θείας οικονομίας, που η θεία Αγάπη εκδηλώνεται σε όλη την τρυφερότητα και το συγκλονιστικό της νόημα. Βλέπουμε σε αυτά τους δύο πόλους της Κενώσεως. Αλλά η Κένωση δεν έγινε παρά για να εκπληρωθούν οι σκοποί της θείας Αγάπης. Και οι σκοποί αυτοί εκπληρώνονται με την Ανάσταση. Η Ανάσταση πραγματοποιεί εκείνο, για το οποίο ο Υιός του Θεού ήλθε στον κόσμο (Γέννηση) και έχυσε το αίμα του (Σταύρωση): την επαναφορά του πεσμένου Αδάμ, τη θέωση του ανθρώπινου γένους.
Έτσι η Εκκλησία μας γιορτάζει ως το πιο σπουδαίο γεγονός της θείας οικονομίας την Ανάσταση και την αποκαλεί «εορτών εορτήν και πανήγυριν πανηγύρεων». Στο πνευματικό τοπίο της ορθόδοξης λατρείας, το Πάσχα είναι η υψηλότερη κορυφή, η θριαμβευτικότερη ανάπλαση των αισθημάτων της ορθόδοξης ψυχής. Η Εκκλησία «χορεύει και σκιρτά όχι πια μπροστά στη σκιώδη κιβωτό, όπως ο Δαυίδ, αλλά μπροστά στην έκβαση των συμβόλων», στην Ανάσταση του Χριστού, όπου όλες οι προφητείες καταλήγουν και καταυγάζονται, όπου η θεία Αγάπη θριαμβεύει, όπου η σωτηρία μας γίνεται πραγματικότητα.
(Σχόλιο του περιοδικού «Κιβωτός»)

Ο σκοπός και ο στόχος της ζωής

Ο σκοπός και ο στόχος της ζωής


του μακαριστού Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού
«Και ο Λόγος έγινε άνθρωπος και έστησε τη σκηνή του ανάμεσά μας, και είδαμε τη θεϊκή του δόξα, τη δόξα που ο μοναχογιός την έχει απ’ τον Πατέρα και ήρθε γεμάτος χάρη θεϊκή κι αλήθεια για μας» (Ιω. 1, 14). « Ο Θεός, λοιπόν, η αρχή και ο σκοπός των πάντων, ενώ οδήγησε πολλούς υιούς στη δόξα, έπρεπε να οδηγήσει τον αίτιο της σωτηρίας τους στην ολοκλήρωση του έργου του με το πάθος» (Εβρ. 2, 10).
Αφού η εικόνα έπεσε και έγινε κομμάτια, δεν μπορούσε να μεσολαβήσει για την ανανέωσή της  κανένας άλλος παρά μόνο ο πρώτος δημιουργός, αυτός που «είπε και έγιναν, που έδωσε εντολή και δημιουργήθηκαν» (Ψαλμ. 32, 9). «Όταν έφθασε η ώρα που είχε καθορίσει ο Θεός», η ώρα της απόλυτης θείας θελήσεως για τη σωτηρία, «απέστειλε τον Υιό του, ο οποίος γεννήθηκε από μια γυναίκα και υποτάχθηκε στο νόμο, για να εξαγοράσει τους υπόδουλους στο νόμο, για να γίνουμε παιδιά του Θεού»(Γαλ. 4,4-5).
Την ημέρα που γιορτάζουμε το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου, τα Χριστούγεννα, επισκέφθηκε ο Θεός το λαό του και «ο Λόγος πήρε σάρκα, έγινε άνθρωπος»(Ιω.1,14).Ποτέ δεν ακούστηκε προηγουμένως  στην παγκόσμια ιστορία περισσότερο χαρμόσυνη είδηση απ’ αυτήν, ότι «ο Λόγος έγινε άνθρωπος». Το αιώνιο άγγελμα και  στους ουρανούς και στη γη και κάτω απ’ αυτήν ακόμη, είναι μόνο αυτό ότι «ο Λόγος έγινε άνθρωπος.». Στη δημιουργία που ήταν υποταγμένη στη φθορά και το θάνατο, ποιό άλλο ή μάλλον ποιός άλλος αναμενόταν, παρά μόνο ο πρώτος αρχιτέκτονας για να επαναφέρει την ισορροπία; Όλη η δημιουργία πιεζόμενη από τη φθορά κραύγαζε: «Επίφανον τό πρόσωπον σου, ο Θεός, και σωθησόμεθα» (Ψαλμ. 79, 4)· «τάχυνον ως οικτίρμων και σπεύσον ως ελεήμων εις την βοήθειαν ημών ότι δύνασαι βουλόμενος». Και πάλι «ταχύ προκαταλαβέτωσαν ημάς οι οικτιρμοί σου, Κύριε, ότι επτωχεύσαμεν σφόδρα»(Ψαλμ. 78, 8). Και αφού άφησε τους ουρανούς «ο Λόγος, έγινε άνθρωπος». Στις τέσσερεις αυτές λέξεις περικλείεται όλο το ευαγγέλιο, η καλή αγγελία στους ουρανούς και στη γη, σ’ ολόκληρη τη δημιουργία. Αφού έγινε ο Θεός Λόγος σάρκα, σημαίνει ότι ενώθηκε υποστατικά με τον άνθρωπο, ο οποίος από τώρα και στο εξής έγινε άνθρωπος, «θεοσάρξ». Η ανθρωπινή σάρκα του Λόγου  στη μυστική αλλά πραγματική ένωσή της με το Θεό, ζει και ακτινοβολεί όλες τις θείες τελειότητες. Δεν έγινε μόνο σάρκα ο Θεός Λόγος όταν φόρεσε τη δική μας φύση, αλλά και ψυχή, «θεοψυχή». Αλλά και μετά την ένωση και τα δύο παραμένουν ασύγχυτα. Ο Θεός παραμένει Θεός και η ψυχή ψυχή. Με τη διαφορά ότι η ψυχή αφού δέχτηκε τις θεϊκές ιδιότητες με τη χάρη μετέχει πλέον στα χαροποιά μυστήρια του Θεού. Με την υποστατική μετοχή, με τη θεία αυτοζωία και αθανασία έγινε η ψυχή ενεργό πλέον μέλος της εν Χριστώ αειζωίας και αθανασίας και των υπολοίπων θείων ιδιοτήτων συμμετέχοντας στη θεία οικονομία, δηλ. το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Με τη σάρκωσή του ο Θεός Λόγος δώρισε και άλλες ιδιότητες  στην ανθρώπινη φύση. Σε ολόκληρη τη ψυχοσωματική ύπαρξη του ανθρώπου, ο Λόγος μετέδωσε μέρος των θείων του ιδιοτήτων και με αυτό τον τρόπο όλα μεταμορφώθηκαν στη «θεοειδεία», όπως ήταν πριν από την πτώση. Τώρα δε, ο κατά Χριστόν άνθρωπος απόκτησε χριστοαίσθηση, χριστοσυνείδηση, χριστοθέληση, χριστομνήμη και γενικά  όλη η φύση μας εμβολιάστηκε στο θεωμένο σώμα του Χριστού και χριστοποιήθηκε. Επειδή δε ο Θεός Λόγος είναι ο δημιουργός ολόκληρης της δημιουργίας, αυτός είναι και το θεμέλιο ολόκληρου  του παγκόσμιου οικοδομήματος. Με την αμαρτία και το κακό ο άνθρωπος αποπειράται να απομακρύνει το Δημιουργό Θεό Λόγο από τα θεμέλια του σύμπαντος. Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώθηκε, για να κοινωνήσει με τη δημιουργία του και να την επαναφέρει προς το Δημιουργό της, από τον οποίο την απέσπασε η παράβαση και η πτώση.
Ταυτόχρονα αυτός είναι και το πρώτο της θεμέλιο· « Αυτός είναι εικόνα του αόρατου Θεού, πριν από κάθε πλάσμα γεννημένος. Γιατί τα πάντα δι’ αυτού ήρθαν στην ύπαρξη, όσα υπάρχουν στον ουρανό και στη γη, τα ορατά και τα αόρατα, θρόνοι και κυριότητες, αρχές και εξουσίες, ό,τι υπάρχει είναι πλασμένο δι’ αυτού κι αυτόν έχει σκοπό»( Κολ. 1,15-16) και σε άλλο σημείο λέγεται: «Κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο εκτός από αυτό που υπάρχει και που είναι ο Ιησούς Χριστός»( Α’ Κορ. 3, 11). Όποιος οικοδομεί πάνω σ’ αυτή τη στερεά και ασάλευτη  πέτρα του σύμπαντος είναι άνθρωπος φρόνιμος και η προσωπικότητά του απόκτησε όλα τα ιδιώματα του Θεού Λόγου, έχει «λογοποιηθεί», για να παραμείνει άκαμπτος  στην καταιγίδα των εγκόσμιων σεισμών και της αβεβαιότητας. Η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου απέδειξε, ότι η λογικότητα είναι η ουσία της φύσεώς μας και το θεμέλιο και η βάση όλης της υπάρξεως μας. Κατά το αρχέτυπό της και κατά τη φύση της όλη η δημιουργία, αισθητή και νοητή, προέρχεται από το Θεό Λόγο και είναι για τον Λόγο. Σ’ αυτόν και δι’ μέσου αυτού όλα επανέρχονται στην έλλογη καταγωγή και ύπαρξή τους. Και εμείς αφού έχουμε την καταγωγή μας από το Θεό και διά του Θεού, η ζωή και η ύπαρξή μας εξαρτώνται ολοκληρωτικά από αυτόν. Μήπως δεν μιλούν γι’ αυτό και τα λόγια του Κυρίου μας, «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε»(Ιω. 15, 5);
(Γέροντος Ιωσήφ, « Εκ του θανάτου εις την ζωήν»).

Υπουργός της Οικονομίας! 20 Νοεμβρίου, 2010 — vatopaidifriend3

Υπουργός της Οικονομίας!


Η είσοδος της χαράς και της λυτρώσεως
Με αφορμή  τον εορτασμό από την Εκκλησία μας της εισόδου της Υπερευλογημένης Θεοτόκου, της Παναγίας μας, στα Αγία των Αγίων, γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Πα­λαμάς: «Επειδή η Παναγία είχε ένοικη τη θεοειδή χάρη παραπάνω από όλους, έπρεπε να την αξιώσει το ανώτερο από όλους, να την εισαγάγει στα άγια των αγίων και… δεν εισήχθηκε απλώς και μόνο στα άγια των αγίων, αλλά και κατά κάποιον τρόπο παραλήφθηκε από τον Θεό σε συνοίκηση με Αυτόν για όχι ολίγα έτη· ώστε έτσι στον κατάλληλο καιρό ν’ ανοιχθούν οι ουράνιες μονές και να δοθούν για αΐδια κατοικία σε όσους πιστεύουν στην παράδοξη γέννα της… Έτσι λοιπόν και γι’ αυτούς τους λόγους απετέθη δικαίως σήμερα στα άγια άδυτα σαν θησαυρός του Θεού η κόρη που εξελέγη ανάμεσα στους εκλεκτούς από αιώνες, που αναδείχθηκε αγία των αγίων….».
Υπουργός της Οικονομίας
Η Κυρία Θεοτόκος, η Παναγία, «διηκόνησε» και «υπούργησε» στο μυστήριο της θείας Οικονομίας και της σωτηρίας του κόσμου διά της σαρκώσεως του Λόγου και της θεώσεως της ανθρώπινης φύσεως. Γι’ αυτό και το πρόσωπο και η αποστολή της Παρθένου Μαρίας μένουν μετέωρα και ακατανόητα, εάν δε συνδεθούν με το μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Η Θεοτόκος δεν ενεργεί και δε δοξάζεται αυτονομημένα και ανεξάρτητα από τον Υιό του Θεού και Σωτήρα Χριστό.
Για τη συμβολή της Παρθένου Μαρίας στην εκπλήρωση του σχεδίου της Οικονομίας, δικαιολογημένα αποδίδεται τιμή, δόξα και ύμνος στην «έχουσα τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος» (άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας), το σκεύος εκλογής του Θεού, το κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, τη Μητέρα του «δευτέρου ανθρώπου του Κυρίου εξ ουρανού»,τη Μητέρα του «εσχάτου Αδάμ»,του «καινού ανθρώπου», την αληθινή κατά σάρκα Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού.
Στην ορθόδοξη πίστη της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας, η Παναγία Μητέρα του Χριστού είναι, το «χάραγμα» και το «σκήπτρον της Ορθοδοξίας» (άγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως). Και ενώ «γυναίκες λέγονται άπειροι και ανθρωποτόκοι αμέτρητοι και παρθένοι μύριαι πλείσται και Μαρίαι εισί», για την ορθόδοξη παράδοση και ζωή «κυρίως και αληθώς, μόνον και ιδιώτατον και κυριώτατον και σημαντικώτατον έστι τη αγία αχράντω καί αειδόξω Παρθένω όνομα το Θεοτόκος»(Λεοντίου Βυζαντίου Κατά Νεστοριανών).
Εμείς κατανοώντας τη σημασία της σωτηρίας που μας ετοιμάστηκε διά της Θεοτόκου, αποδίδουμε με όλη τη δύναμή μας την ευχαριστία και τον ύμνο και αναφωνούμε μαζί με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά: «Πραγματικά, αν η ευγνώμων γυναίκα που αναφέρεται στο σημερινό ευαγγέλιο, μόλις άκουσε για λίγο τους σωτηριώδεις λόγους του Κυρίου, απέδωσε τον μακαρισμό και την ευχαριστία στη Μητέρα Αυτού, υψώνοντας τη φωνή της από τον όχλο και λέγοντας προς τον Χριστό: “καλότυχη είναι η κοιλία που σ’ εβάστασε και οι μαστοί που εθήλασες” εμείς που έχουμε κοντά μας γραμμένα όλα τα λόγια της αιώνιας ζωής και όχι μόνο τα λόγια, αλλά και τα θαύματα και τα παθήματα και την δι’ αυτών έγερση της φύσεώς μας από τους νεκρούς και ανάληψή της από τη γη στον ουρανό, και την δι’ αυτών επηγγελμένη σ’ εμάς αθάνατη ζωή και αμετάτρεπτη σωτηρία, πώς δε θ’ ανυμνήσουμε και μακαρίσουμε αδιαλείπτως τη Μητέρα του χορηγού της σωτηρίας, του δοτήρος της ζωής;…».

Η ανταλλαγή των εισοδίων
Η είσοδος στα Άγια των Αγίων, δηλαδή την Εκκλησία, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την πίστη στον Χριστό. Και είθε ο Θεός να ευλογήσει να υψώσουμε την καρδιά και τη διάνοιά μας εκεί, στα

Άγια των Αγίων, όπου ο Χριστός και το Ευαγγέλιο του. Έτσι θα εορτάσουμε την είσοδό μας στη ζωή του Θεού και την είσοδο του Θεού στη ζωή μας, για να γίνουμε κληρονόμοι των μελλόντων αγαθών που μας χάρισε ο Υιός της Παρθένου και Θεός μας Ιησούς Χριστός.
(Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου»)

Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του Χριστιανισμού (μέρος β΄)

Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του Χριστιανισμού (μέρος β΄)



«Ιησούς Χριστός - Η χώρα των ζώντων». Ψηφιδωτό 14ου αι. Ιερά Μονή της Χώρας Κωνσταντινούπολη.
του Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, ομότιμου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να αποδεχθεί ή να απορρίψει το σχέδιο που του προτείνει ο Θεός: την ομοίωση προς αυτόν και την τελείωσή του κατά το δικό του πρότυπο: «Έσεσθε ούν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών τέλειός εστιν»[16]. Κατά βάση βέβαια ο άνθρωπος δεν αρνείται το σχέδιο της θείας τελειότητος. Αντίθετα μάλιστα το σφετερίζεται και προσπαθεί να το πραγματοποιήσει. Αλλωστε η τάση αυτή υπάρχει έμφυτη μέσα του. Με όλα τα μέσα που διαθέτει ο άνθρωπος προσπαθεί να θεωθεί. Το λάθος του έγκειται στο ότι προσπαθεί να το κατορθώσει αυτό με τις δικές του δυνάμεις και αντιλήψεις, και όχι με το θέλημα και την συνεργία του Θεού. Παραμερίζοντας όμως τον Θεό ένα μόνο μπορεί να επιτύχει• την επιστροφή του στο μή όν, από το οποίο και προήλθε. Αλλά το νέο στοιχείο στην περίπτωση αυτήν είναι ότι ο άνθρωπος επιστρέφει στο μή όν όχι ως ανύπαρκτος αλλά ως αλλοτριωμένη ύπαρξη.Αυτή είναι και η κόλασή του. Τα αρνητικά στοιχεία της προσπάθειας του ανθρώπου για αυτοθέωση γίνονται εμφανή και σε ολόκληρο το φάσμα των επιτευγμάτων του. Ως δημιούργημα «κατ’ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν» του Δημιουργού του έχει και αυτός έμφυτες τις δημιουργικές ικανότητες. Αυτονομώντας όμως τις ικανότητές του και ενεργοποιώντας αυτές ανεξάρτητα από τον Δημιουργό του παράγει δημιουργήματα φαλκιδευμένα από την φθορά και τον θάνατο. Δημιουργεί πολιτισμό και εγκλωβίζεται σε αυτόν. Οργανώνει κράτος και φυλακίζεται μέσα του. Παράγει επιστήμη και τεχνολογία και γίνεται υποχείριό τους. Βρίσκει ανέσεις και ευκολίες που τον κουράζουν και δυσκολεύουν την ζωή του. Αισθάνεται ότι προοδεύει και τελειοποιείται, αλλά δεν αργεί να διαπιστώσει την απατηλή εντύπωση που δημιούργησε. Δεν μπορεί να απαρνηθεί τα επιτεύγματά του, γιατί αυ­τά συνυφαίνονται με την ζωή του. Αλλά και δεν μπορεί να τα απολαύσει αμέριμνα, γιατί διαπιστώνει τις ανητικές και συχνά καταστροφικές πλευρές τους.
Ορισμένοι θεωρούν την χριστιανική τοποθέτηση απέναντι στον κόσμο ως αρνητική για την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Και αυτό από κάποια άποψη είναι σωστό. Η πρόταξη της Βασιλείας του Θεού στην ανθρώπινη ζωή είναι φυσικό να υποτάσσει αλλά και να διαφοροποιεί όλους τους επιμέρους σκοπούς του ανθρώπου. Αυτό διαπιστώνεται και μικροκοινωνιολογικά και μακροκοινωνιολογικά. Και αυτό δεν είναι τόσο εμφανές σε μια συμβατική χριστιανική κοινωνία, όσο σε πρόσωπα ή σε ομάδες προσώπων που αυτοδεσμεύονται για μια συνεπέστερη βίωση του Χριστιανισμού. Παραταύτα δεν παύει η χριστιανική πίστη και η χριστιανική ζωή, ακόμα και στην συμβατική τους μορφή, να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη κοινωνία. Η αξιολόγηση όμως των επιπτώσεων αυτών ως θετικών ή αρνητικών εξαρτάται από τα κριτήρια με τα οποία γίνεται. Πέρα όμως από αυτά πρέπει να σημειωθεί ότι ο Χριστιανισμός δεν εμποδίζει την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Αλλωστε είναι γνωστό ότι η επιστήμη και η τεχνολογία του σύγχρονου κόσμου κατάγονται από τον χριστιανικό μοναχισμό της Δύσεως. Και αυτές έχουν το ασκητικό τους στοιχείο. Εκείνο όμως που δεν λαμβάνεται συνήθως υπόψη είναι ότι δεν υπήρξαν κύρια προϊόντα αλλά υποπροϊόντα του δυτικού μοναχισμού. Προήλθαν από μια εκκοσμικευμένη εκδοχή του. Δεν προέκυψαν ως καρποί αναζητήσεως και βιώσεως της Βασιλείας του Θεού, ως επιτεύγματα στον χώρο της ελευθερίας του Πνεύματος, αλλά ως κατορθώματα μέσα στο πλαίσιο της φυσικής νομοτέλειας και της χρηστικής σκοπιμότητας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο ή ακόμα και το επικίνδυνο σημείο της επιστήμης. Ο μεγάλος σεβασμός που αποδόθηκε στην επιστήμη εξαιτίας των εντυπωσιακών κατακτήσεών της οδήγησε σε ένα είδος απολυτοποιήσεως και θεοποιήσεώς της. Θαμβωμένος από τις κατακτήσεις της έφτασε ο άνθρωπος να στηρίξει όλες τις ελπίδες και τις προσδοκίες του σε αυτήν. Ταύτισε ακόμα την όλη αλήθεια με την επιστημονική αλήθεια και στάθηκε επιφυλακτικός ή και εχθρικός απέναντι σε κάθε αλήθεια που δεν θεμελιώνεται σε υλική εμπειρική μέθοδο. Αλήθεια από τον άνθρωπο της εποχής μας θεωρείται μόνο η επιστημονική αλήθεια• η αλήθεια που αντικειμενοποιεί τα πάντα και επαληθεύεται αντικειμενικά. Η προσωπική αλήθεια ή ακριβέστερα η αλήθεια ως πρόσωπο και ως ζωή παραθεωρήθηκε μέχρις αφανισμού. Με τον τρόπο όμως αυτόν εγκλωβίστηκε ο άνθρωπος στην απρόσωπη και άτεγκτη κοσμική νομοτέλεια και έγινε δέσμιός της. Μέσα στην ίδια προοπτική αναπτύχθηκε και ολόκληρος ο σύγχρονος πολιτισμός, ο οποίος παραθεωρεί τελείως το επίπεδο της ελευθερίας του πνεύματος, και αποσκοπεί στην εμπέδωση μιας εγκόσμιας τάξεως και αρμονίας. Έτσι συμβαίνει ο άνθρωπος να χάνει την πνευματική ελευθερία και να φυλακίζεται στην λογική αναγκαιότητα, να εγκαταλείπει την ανιδιοτέλεια και να υποδουλώνεται στην σκοπιμότητα, να αλλοτριώνεται από την πληρότητα της ζωής και να φοβάται μόνο τον βιολογικό θάνατο. Ο θαυμαστός και παράδοξος χαρακτήρας του Χριστιανισμού, που ήταν έντονος κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, αμβλύνθηκε μέσα στην πορεία της ιστορίας. Η έλξη του κόσμου και των πραγμάτων του κόσμου απομάκρυνε την ζωή των πιστών από τον κύριο στόχο της και αλλοίωσε τα πνευματικά αισθητήρια και κριτήριά τους. Και αυτό δεν παρατηρείται μόνο στην προσωπική ζωή των πιστών αλλά και ευρύτερα στην ζωή της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι και κατά την αναζήτηση της διατηρήσεως ή της αποκαταστάσεως της ενότητας της Εκκλησίας η σταύρωση και η εν τάφω ζωή της παραμένουν στο περιθώριο. Εκείνο που συνήθως υπολογίζεται είναι η ισχύς, η εξουσία, η κοινωνική δραστηριοποίηση και άλλα παρόμοια κοσμικά κριτήρια. Με τον τρόπο όμως αυτόν η ζωή της Εκκλησίας αλλοτριώνεται και αλλοιώνεται. Μέσα στο κλίμα αυτό αλλοιώνονται και βασικές χριστιανικές αρχές και έννοιες, όπως η αγά­­πη, η ειρήνη και η ελευθερία, που έχουν στον Χριστιανισμό ιδιαίτερο νόημα και περιεχόμενο. Οι έννοιες αυτές, που γίνονται ευρύτατα αποδεκτές από τον κόσμο, εκλαμ­βάνονται και εφαρμόζονται συνήθως με πνεύμα ασύμφωνο ή και εντελώς αντίθετο προς το πνεύμα του Ευαγγελίου. Έτσι μπορεί να υπάρχει μεταξύ Εκκλησίας και κόσμου πλήρης συμφωνία στις έννοιες και ταυτόχρονα πλήρης διαφωνία στο περιεχόμενο.

Παράσταση των «χαρισματικών Πεντηκοστιανών» στην Αυστραλία.
Το χειρότερο όμως είναι, όταν η διαφωνία στο περιεχόμενο των ίδιων εννοιών εμφανίζεται ανάμεσα στους ίδιους τους Χριστιανούς. Και αυτό δεν είναι σπάνιο μέσα στον σύγχρονο εκκοσμικευμένο χριστιανικό κόσμο. Η χριστιανική αγάπη πηγάζει από τον Θεό• ο Θεός είναι αγάπη[17]. Χωρίς την κοινωνία με τον Θεό και την τήρηση των εντολών του δεν μπορεί να υπάρξει στον κόσμο χριστιανική αγάπη. Η χριστιανική αγάπη είναι ανιδιοτελής. Ο Χριστιανός που αγαπά αληθινά δεν ζητεί το δικό του συμφέρον αλλά το συμφέρον του άλλου. Και αποκτά την δύναμη να το κάνει αυτό, βλέποντας στο πρόσωπο του άλλου τον ίδιο τον Χριστό, στο σώμα του οποίου ανήκει. Η προσήλωση όμως του ανθρώπου στον Χριστό προϋ­ποθέτει την αυταπάρνηση. Μόνο στο μέτρο που απαρνείται ο άνθρωπος τον εαυτό του μπορεί να ζήσει την αυθεντική χριστιανική αγάπη. Και όταν ζεί την αγάπη αυτή προσηλωμένος στον Χριστό, απαλλοτριώνει την πρόσκαιρη ζωή του,γιά να βρεί την ακατάλυτη ζωή. Ο Χριστιανός αρνείται τον κόσμο και όσα θεωρούνται πολύτιμα μέσα στον κόσμο, για να προσηλωθεί στο ουράνιο πολίτευμά του[18]. Παραμερίζει και «μισεί», τον πατέρα, την μητέρα, τα παιδιά και κάθε σαρκικό δεσμό που τον εμποδίζει να δοθεί ολόκληρος στον Χριστό[19].
Ζώντας όμως με τον Χριστό ξαναβρίσκει σε ένα υψηλότερο επίπεδο όσα παραμέρισε και «μίσησε». Ανάλογες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για την ελευθερία. Η ελευθερία κατά την χριστιανική διδασκαλία δεν έγκειται στην απεριόριστη δυνατότητα ικανοποήσεως των ατομικών επιθυμιών. Η ελευθερία αυτή είναι εμπαθής υποδούλωση στη φιλαυτία. Και αυτό σημαίνει ότι είναι ριζικώς αντίθετη προς την χριστιανική έννοια της ελευθερίας. Η πραγματική ελευθερία συνυφαίνεται με την υπέρβαση της φιλαυτίας. Αλλωστε έτσι μόνο η ελευθερία του ενός δεν προσβάλλει την ελευθερία του άλλου. Η πραγματική ελευθερία πηγάζει από τον Θεό και βιώνεται εν κοινωνία με τον Θεό και τους άλλους. Η απόκτηση της ελευθερίας αυτής προϋποθέτει την πλήρη αυταπάρνηση του ανθρώπου και την τήρηση των εντολών του Θεού. Μόνο με την ελεύθερη και πλήρη αυτοπροσφορά του στο θείο θέλημα και με την μετοχή του στην θεία ζωή κερδίζει ο άνθρωπος την πραγματική ελευθερία του, αλλά και κάνει πάντοτε το κατά φύση θέλημά του. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Αββάς Δωρόθεος, μή έχοντας δικό του θέλημα, κάνει πάντοτε το δικό του θέλημα, γιατί ό,τι και αν γίνεται τον αναπαύει, αφού δεν γίνεται όπως το θέλει, αλλά το θέλει όπως γίνεται[20]. Εφόσον ο άνθρωπος δεν είναι αίτιος του εαυτού του, αλλά και ακόμα περισσότερο εφόσον είναι δούλος της φθοράς και του θανάτου, δεν μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος. Η ελευθερία που περιορίζεται στον φθαρτό κόσμο και απειλείται από τον θάνατο δεν είναι αληθινή. Η καθήλωση στην εγκοσμιότητα δεν περιορίζει μόνο, αλλά και αφανίζει τελικά την ελευθερία. Η αληθινή ελευθερία έχει απεριόριστους ορίζοντες. Έρχεται ως καρπός νίκης εναντίον της φθοράς και του θανάτου και μετοχής στην άφθαρτη και αιώνια ζωή. Με την ελευθερία αυτή διασκελίζει ο άνθρωπος όλους τους περιορισμούς του κόσμου και επεκτείνεται στην αιωνιότητα και την απειρότητα. Από την στιγμή της εισόδου του στην Εκκλησία ο άνθρωπος τοποθετείται σε μια παράδοξη προοπτική. Καλείται να γνωρίσει την αληθινή αγάπη μισώντας και τον ίδιο τον εαυτό του. Καλείται να βρεί την ελευθερία περνώντας μέσα από μια τέλεια δουλεία. Καλείται τέλος να κατακτήσει την ζωή παραδιδόμενος στον θάνατο. Στο Γεροντικό διαβάζουμε: «Αδελφός ηρώτησε τον Αββά Μωυσέα λέγων• ορώ ενώπιόν μου πράγμα, και ου δύναμαι αυτό κατασχείν. Λέγει αυτώ ο γέρων• εάν μή γίνη νεκρός ως οι ταφέντες, ου δύνασαι αυτό κατασχείν»[21]. Η νέκρωση αυτή γίνεται πηγή ακατάλυτης ζωής. Με την αποδοχή της νεκρώσεως, στην οποία κορυφώνεται η παραδοξότητα της χριστιανικής ζωής, δεν φαλκιδεύεται η ανθρώπινη φύση, αλλά αντιθέτως οδηγείται στην τελείωσή της. Πεθαίνει σαν το σιτάρι, για να φέρει «πολύν καρπόν»[22].
Η νέκρωση της ανθρώπινης φύσεως γίνεται μέσα στην προοπτική της κοινωνίας της θείας φύσεως εν Χριστώ. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να καθηλωθεί στην κτιστή φύση του: «Εις τούτο πεποίηκεν ημάς ο Θεός, ίνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως»[23]. Η κοινωνία αυτή δεν δόθηκε εξαρχής στον άνθρωπο, ούτε ήταν δυνατό να κατακτηθεί με τις φυσικές του δυνάμεις. Η κοινωνία αυτή, που διανοίγει τον άνθρωπο στην απεριόριστη ελευθερία, προσφέρεται με την θεία ενέργεια και ζωή. Και ο άνθρωπος μετέχοντας στην θεία ενέργεια και ζωή υπερβάλλει τον εαυτό του και την φύση του• δεν περιορίζεται στην ατομικότητά του ούτε εξαντλείται στην κτιστότητά του. Γίνεται θεός κατά χάρη• μετέχει στην άκτιστη θεία ζωή και αγκαλιάζει ολόκληρη την κτίση.
Πρώτη δημοσίευση με τον τίτλο «Ο χριστιανικός ριζοσπαστισμός», Θεολογία, τόμ. 81, τχ. 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2010, σ. 7-17. Το παρόν κείμενο έχει επεξεργασθεί για την ιστοσελίδα.
Υποσημειώσεις:
[16]. Ματθ. 5,48.
[17]. Βλ. Α΄ Ιω.4,7-8.
[18]. Βλ. Φιλιπ. 3,20.
[19]. Βλ. Λουκ.14,26.
[20]. Βλ. Αββά Δωροθέου, Ρήματα διάφορα εν συντόμω,
PG 88,1810BC.
[21]. Περί του Αββά Μωυσέως 11, PG 65,285C.
[22]. Βλ. Ιω. 12,25.
[23]. Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια διάφορα 1, 42, PG