Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

Σισανίου Παύλος: Η ελπίδα έρχεται μέσα από την πλήρη απελπισία

 



Την έκφραση αυτή χρησιμοποίησε χτες σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη του στο TOP Channel Δυτικής Μακεδονίας ο π. Παύλος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.

Αμέσως διευκρίνισε, ότι εννοεί, όταν κάποιος απελπίζεται από τις δικές του δυνάμεις, τη βοήθεια των ανθρώπων και όσων μπορεί να του προσφέρει αυτός ο κόσμος, τότε στρέφεται στην μόνη αληθινή Ελπίδα της βοήθειας του Θεού. Πράγματι αυτή η φράση περιέχει μέσα της ένα οξύμωρο σχήμα, το οποίο έχει σχέση με την προέλευση της ελπίδας. Ας το συζητήσουμε όμως για να δούμε, αν έχει βάση αυτή η φράση στα λόγια του Χριστού και στη διδασκαλία της Εκκλησίας μας.

Ο Χριστός στην Παραβολή του Ασώτου λέει: «14 δαπανήσαντος δε αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρά κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο υστερείσθαι. 15 και πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης, και έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βόσκειν χοίρους· 16 και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ών ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ. 17 εις εαυτόν δε ελθών είπε· πόσοι μίσθιοι τού πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ ώδε απόλλυμαι! 18 αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ· πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου·» (Λουκ. 15, 14-18 )

Ο Άσωτος αφού εγκατέλειψε την πατρική αγκαλιά, βασίστηκε στα χρήματα για να βρει την ευτυχία. Όμως εκείνα γρήγορα τελείωσαν και τότε κατέφυγε στην ελεημοσύνη των συνανθρώπων του. Όταν απελπίστηκε κι απ’ αυτή κι έφτασε στον πάτο της ανθρώπινης κατάπτωσης, τότε «εις εαυτόν ελθών» στήριξε και πάλι την ελπίδα του στον Πατέρα του κι αποφάσισε να επιστρέψει.

Ο Απόστολος Παύλος λέει: «24 τή γάρ ελπίδι εσώθημεν· ελπίς δε βλεπομένη ουκ έστιν ελπίς· ό γάρ βλέπει τις, τι και ελπίζει; 25 ει δε ό ου βλέπομεν ελπίζομεν, δι” υπομονής απεκδεχόμεθα. 26 Ωσαύτως δε και το Πνεύμα συναντιλαμβάνεται ταίς ασθενείαις ημών· το γάρ τι προσευξώμεθα καθ” ό δεί ουκ οίδαμεν, αλλ” αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις· 27 ο δε ερευνών τας καρδίας οίδε τι το φρόνημα τού Πνεύματος, ότι κατά Θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων. 28 Οίδαμεν δε ότι τοίς αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν, τοίς κατά πρόθεσιν κλητοίς ούσιν·» (Ρωμ. 8, 24-28 )

Με την ελπίδα, λέει, σωθήκαμε, αλλά όχι την ελπίδα σ’ αυτά που βλέπουμε, επειδή όταν κανείς βλέπει κάτι, τι νόημα έχει να ελπίζει. Εάν επομένως δεν ελπίζουμε σ’ αυτά που βλέπουμε, οπλιζόμαστε με την υπομονή (που μας δίνει η αληθινή Ελπίδα στη βοήθεια του Θεού). Τότε και το Πνεύμα το Άγιο συνεπικουρεί στις δικές μας αδύναμες προσπάθειες. Επειδή δεν γνωρίζουμε πώς να προσευχηθούμε όπως πρέπει, το ίδιο το Άγιο Πνεύμα πρεσβεύει για μας με αλάλητους στεναγμούς. Ο Ουράνιος Πατέρας μας που βλέπει τις καρδιές μας, γνωρίζει τι ζητά το Άγιο Πνεύμα για μας, επειδή πρεσβεύει για μας σύμφωνα με το θέλημα του Πατρός. Επιπλέον γνωρίζουμε ότι γι αυτούς που αγαπούν το Θεό, όλα συμβάλλουν προς το αγαθό, σ’ αυτούς που έχουν δεχτεί την κλήση του Θεού με την προαίρεσή τους.

Ένα εξαιρετικό επίσης κείμενο από την Αγία Γραφή που εκφράζει την ελπίδα στο Θεό που γεννιέται από την απελπισία στις δυνάμεις μας και τους άλλους ανθρώπους μας είναι ο 37ος Ψαλμός, που διαβάζουμε στην Ακολουθία του Όρθρου: «Ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου από προσώπου της οργής σου ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις μου από προσώπου των αμαρτιών μου. Ότι αι ανομίαι μου υπερήραν την κεφαλήν μου, ωσεί φορτίον βαρύ εβαρύνθησαν επ” εμέ. Προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου. Εταλαιπώρησα και κατεκάμφθην έως τέλους.

Όλην την ημέραν σκυθρωπάζων επορευόμην. Ότι αι ψόαι μου επλήσθησαν εμπαιγμάτων, και ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου. Εκακώθην και εταπεινώθην έως σφόδρα, ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου. Κύριε, εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου από σου ουκ απεκρύβη. Η καρδία μου εταράχθη, εγκατέλιπέ με η ισχύς μου, και το φως των οφθαλμών μου, και αυτό ουκ έστι μετ” εμού. Οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν, και οι έγγιστά μου από μακρόθεν έστησαν. Και εξεβιάζοντο οι ζητούντες την ψυχήν μου, και οι ζητούντες τα κακά μοι ελάλησαν ματαιότητας, και δολιότητας όλην την ημέραν εμελέτησαν. Εγώ δε ωσεί κωφός ουκ ήκουον, και ωσεί άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού. Και εγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς. Ότι επί σοι, Κύριε, ήλπισα• συ εισακούση, Κύριε ο Θεός μου.»… «Μη εγκαταλίπης με, Κύριε ο Θεός μου, μη αποστής απ” εμού. Πρόσχες εις την βοήθειάν μου, Κύριε της σωτηρίας μου.»

Επομένως, μόνο αν καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να στηρίζουμε την ελπίδα μας στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου τούτου, επειδή είναι φθαρτά και πεπερασμένα, μόνο τότε μπορούμε να την κατευθύνουμε πέρα από κάθε αμφιβολία στην πίστη μας στην Αγάπη και το Έλεος του Θεού και τότε να δεχτούμε την παρηγοριά και τη βοήθεια της Θείας Χάριτος.

Ο Γέροντας Παΐσιος έλεγε:
«- Γέροντα, ακόμη αντιμετωπίζω το καθετί ανθρώπινα και όχι πνευματικά, κι έχω αγωνία.
– Εσύ βάζεις τα προγράμματά σου μπροστά από τα προγράμματα του Θεού, γι’ αυτό βασανίζεσαι. Με την εμπιστοσύνη στον Θεό και με την ταπείνωση όλα τα προβλήματα λύνονται. Να κάνης αυτό που μπορείς εσύ και μετά να αφήνεσαι στην θεία Πρόνοια, στο θείο θέλημα. Η ελπίδα στον Θεό είναι τονισμένη πίστη∙ είναι η μεγαλύτερη ασφάλεια για τον άνθρωπο.
Μικρό πράγμα είναι να έχη κανείς σύμμαχο τον Θεό; Θυμάμαι, πριν πάω στο στρατό, έκανα προσευχή στην Αγία Βαρβάρα να με βοηθήση –την είχα σε ευλάβεια, γιατί πήγαινα στο εξωκκλήσι της από μικρός και προσευχόμουν. «Ας κινδυνεύσω στον πόλεμο, είπα, αλλά μόνον άνθρωπο να μη σκοτώσω». Και πώς τα οικονόμησε ο Καλός Θεός! Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα ,ενώ άλλους που ήταν μορφωμένοι τους έστειλαν στην πρώτη γραμμή σαν απλούς στρατιώτες, τουφεκιοφόρους, εμένα που ήμουν του δημοτικού με πήραν για ασυρματιστή! Μου έλεγαν οι άλλοι: «Έχεις μεγάλο μέσο». «Βρε τί μέσο έχω; Δεν έχω κανένα γνωστό». «Τι; μας κοροϊδεύεις;», μου έλεγαν. Ποιον έχεις στο Γενικό Επιτελείο;». Αφού επέμεναν ,τους έλεγα κι εγώ: «Έχω στο Γενικό Επιτελείο τον Χριστό». Έτσι δεν χρησιμοποίησα ποτέ ντουφέκι.
– Γέροντα, πώς αυξάνει η ψυχική αντοχή;
– Με την ελπίδα και την εμπιστοσύνη στον Θεό, οι οποίες δίνουν δυνάμεις πολλές. Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού με απόλυτη εμπιστοσύνη και να βλέπουμε την κάθε δοκιμασία σαν δώρο σταλμένο από την αγάπη του Θεού. Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό χαίρεται τα πάντα. Είτε είναι άρρωστος ,είτε μένει νηστικός, είτε τον αδικούν, είτε…, είτε…, πιστεύει ότι ο Θεός τα έχει επιτρέψει ,ελπίζει στον Θεό και είναι πάντα ασφαλισμένος στο λιμάνι της ελπίδος του Θεού.»

Ελπίδα και απελπισία


Α. Εισαγωγή
Πολλές φορές στην πορεία της ζωής μας είμαστε χαρούμενοι και αισιόδοξοι. Άλλοτε πάλι, εξαιτίας κάποιων καταστάσεων και συνθηκών, όλα μας φαίνονται μάταια και απελπιζόμαστε. Η απελπισία όμως εκείνο το οποίο θα προσφέρει, είναι να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Γι’ αυτό ποτέ δεν πρέπει να χάνουμε τις ελπίδες μας. Ιδιαίτερα δε εμείς οι χριστιανοί δεν είμαστε όπως «οι λοιποί οι μή έχοντες ελπίδα» (Α΄ Θεσ. 4, 13), γιατί έχουμε ελπίδα μας τον ίδιο τον Θεό.

Β. Η απελπισία
Προτού αναφέρουμε οτιδήποτε άλλο, επιβάλλεται κατ’ αρχήν να δώσουμε ένα ορισμό του τι είναι απελπισία και εν συνεχεία, του τι είναι η ελπίδα. Απελπισία είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης μας στην ελεημοσύνη και αγαθοσύνη του Θεού, με άλλα λόγια η απώλεια της πίστης μας στην Θεία πρόνοια, που συνέχει, φροντίζει και συντηρεί την κτίση και τον κόσμο ολόκληρο. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η απελπισία είναι η ενδέκατη βαθμίδα της κακίας. Οι συνέπειες της απελπισίας οδηγούν τον άνθρωπο στην δωδέκατη βαθμίδα, που είναι η αυτοκτονία. Η απελπισία κατά τους Πατέρες χαρακτηρίζεται ως δαιμονική διάθεση, που οδηγεί στην καταστροφή. Η απελπισία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του διαβόλου. Ο διάβολος μπορεί να πιστεύει και να φρίττει, όμως δεν ελπίζει, διότι απομακρύνθηκε από τον Θεό και παγιώθηκε στην κακία.
Αιτία της απελπισίας είναι η απομάκρυνση από τον Θεό και η έλλειψη εμπιστοσύνης σε Αυτόν. Όταν ο άνθρωπος διακόψει τον δεσμό με τον Θεό, τότε ακόμη και με την παραμικρή αφορμή, μπορεί να παρουσιαστεί στη ζωή του η απογοήτευση και η απελπισία. Όταν ο άνθρωπος δεν ασκείται πνευματικά, όπως θα έπρεπε να ασκείται και κυρίως όταν παραλείπει την προσευχή, τότε εύκολα απομακρύνεται από τον Θεό και χάνει την ελπίδα του σε Αυτόν.

Γ. Η ελπίδα
Ερχόμαστε τώρα στην ελπίδα. Σε αντίθεση με την απελπισία, η ελπίδα είναι αυτή που ζωογονεί την πίστη, και δίνει νόημα και στήριγμα στη ζωή μας. Οι χριστιανοί σε αντίθεση με τους «μή έχοντες ελπίδα», είναι οι άνθρωποι της ελπίδας. Η ελπίδα του χριστιανού δεν είναι κάτι το αφηρημένο. Ακόμη δεν στηρίζεται ούτε στα πράγματα του κόσμου τούτου, ούτε σε κάποιον άνθρωπο. Η ελπίδα μας είναι ο ίδιος ο Θεός. Στο Θεό στηρίζουμε την ελπίδα μας για σωτηρία, στο Θεό ελπίζουμε και για τα προβλήματα και τους αγώνες της καθημερινής και οικογενειακής ζωής. Ο Θεός είναι λοιπόν η ελπίδα, η καταφυγή και το στήριγμα μας στη ζωή μας και στον πνευματικό μας αγώνα.
Απόδειξη των πιο πάνω είναι ότι ο ίδιος ο Θεός έλαβε σάρκα και έγινε άνθρωπος, για να δώσει ξανά στον άνθρωπο την ελπίδα της σωτηρίας και της αθανασίας, Ο Θεός έγινε άνθρωπος «ίνα ημείς θεοποιηθόμεν» κατά τον Μέγα Αθανάσιο. Η επίγεια δράση του σαρκωμένου Υιού και Λόγου του Θεού, του Ιησού Χριστού, η διδασκαλία και τα θαύματά Του, οι νεκραναστάσεις που επιτέλεσε, μα προπαντός η δική Του Ανάσταση, εγκαινιάζουν ένα νέο κόσμο. Ένα κόσμο όπου η φθορά και ο θάνατος δεν έχουν θέση. Ένα κόσμο όπου κυριαρχεί η ελπίδα για την λύτρωση από τα δεσμά του θανάτου, της φθοράς και της ματαιότητας. Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το κέντρο της πίστεως και της ζωής μας. Αν η ζωή των χριστιανών δεν στηρίζεται στον ανεστημένο Χριστό, σημειώνει ο Απόστολος Παύλος, «ελεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν» (Α΄ Κορινθ. 15, 19).
Η ελπίδα συνδέεται στενά με δύο άλλες βασικές χριστιανικές αρετές: την πίστη και την αγάπη. Η ελπίδα στηρίζεται στην πίστη και δίνει νόημα σε αυτήν. Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, η ελπίδα πηγάζει από την πίστη, αλλά ταυτόχρονα δίνει ζωή σε αυτήν. Όπως η πίστη, έτσι και η ελπίδα του χριστιανού συνδέεται με το πρόσωπο του Χριστού. Η ελπίδα συνδέεται στενά και με την αγάπη. Θεμέλιο της ελπίδας είναι η αγάπη του Θεού. Ο Θεός τόσο πολύ αγάπησε τον κόσμο, ώστε έστειλε τον Υιό Του το Μονογενή για να προσφέρει με Την σταυρική Του θυσία και Ανάσταση την ελπίδα της σωτηρίας και αναστάσεως σε όλους τους ανθρώπους. Η αγάπη του Θεού ,μας καλεί σε απαντητική αγάπη. Καλούμαστε να αγαπήσουμε τον Θεό, γιατί Αυτός πρώτος μας αγάπησε. Η αγάπη προς τον Θεό γεννιέται με την πίστη προς τον Θεό και αυξάνεται με την ελπίδα. Όσο δηλαδή δυναμώνει η ελπίδα προς τον Θεό, τόσο αυξάνει και η αγάπη προς Αυτόν. Τέλος, από την αγάπη προς τον Θεό, πηγάζει η αγάπη προς τον πλησίον. Έτσι, σε τελική ανάλυση η ελπίδα προς τον Θεό τροφοδοτεί και ενισχύει την αγάπη προς Αυτόν και το συνάνθρωπό μας.
Είναι γεγονός όμως, ότι η ελπίδα χρειάζεται υπομονή. Αυτό ισχύει για κάθε ελπίδα, πολύ περισσότερο για την χριστιανική. Άλλωστε ο αγώνας του πιστού, τόσο ο πνευματικός, όσο και γενικότερα ο αγώνας και οι μάχες της ζωής, απαιτούν υπομονή. «Δι’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα» (Εβρ. 12, 1) τονίζει ο απόστολος Παύλος. Και εδώ είναι το πρόβλημα. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει να περιμένει. Δεν μπορεί να περιμένει. Τα θέλει όλα γρήγορα, πρόχειρα και βιαστικά. Ο λόγος είναι διότι οι πολλές ανέσεις και ευκολίες της ζωής, έχουν κλονίσει την υπομονή του. Επιπλέον είναι και ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Όλα γίνονται με απίστευτη ταχύτητα. Γι’ αυτό και εν πολλοίς ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εξοστρακίσει την ελπίδα από την ζωή του. Διότι η ελπίδα απαιτεί υπομονή. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που οι στερήσεις, η κακοπάθεια, οι θλίψεις και οι δοκιμασίες στη ζωή μας αυξάνουν την υπομονή και την ελπίδα μας.
Να τονίσουμε εδώ ότι η ελπίδα δεν είναι μόνο χριστιανική αρετή. Όποιος ζει ελπίζει. Και όποιος παύει να ελπίζει, ουσιαστικά παύει να ζει. Άρα εάν όλοι οι άνθρωποι γενικά στη ζωή τους ελπίζουν, πόσο μάλλον οι χριστιανοί που πιστεύουν στον ανεστημένο Χριστό.

Δ. Η απελπισία και η ελπίδα στη ζωή μας
Είναι πιθανόν, όπως αναφέραμε προηγουμένως, όταν απομακρυνθούμε από τον Θεό και με αφορμή κάποια προβλήματα και δοκιμασίες, να εμφανιστεί η απελπισία στη ζωή μας.
Ο πρώτος τομέας στον οποίο είναι δυνατόν να εμφανιστεί η απελπισία, είναι το μεγάλο κεφάλαιο που ονομάζεται σωτηρία της ψυχής μας. Ακόμη και οι άνθρωποι που αγωνίζονταν πνευματικά, ασκητές και μοναχοί, έπεσαν στην απελπισία. Πίστεψαν στο διάβολο ότι δεν πρόκειται να σωθούν. Ο διάβολος δεν εφησυχάζετε και προσπαθεί συνεχώς και με κάθε τρόπο να ρίξει τον άνθρωπο στην απελπισία. Ο διάβολος ονομάζεται «μυρμηγκολέοντας». Και τούτο διότι όταν πρόκειται κανείς να διαπράξει την αμαρτία, την παρουσιάζει ως κάτι εντελώς ασήμαντο και μικρό, όπως το μυρμήγκι. Όταν όμως διαπράξει κανείς την αμαρτία, τότε την παρουσιάζει ως κάτι φοβερό και τρομερό, όπως το λιοντάρι. Μας βάζει λογισμούς ότι δεν θα μας συγχωρήσει ο Θεός, ότι είμαστε αδιόρθωτοι, ότι θα θυμώσει μαζί μας ο πνευματικός κ. α. Στόχος του: να μας ρίξει στην απελπισία, να μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν θα σωθούμε.
Όπως όμως γνωρίζουμε δεν υπάρχει αμάρτημα που να μην το συγχωρά ο Θεός, φτάνει να το εξομολογηθούμε. Φοβερό αμάρτημα και ασυγχώρητο είναι αυτό που μένει ανεξομολόγητο. «Τιν ερχόμενον πρός με ου μη εκβάλω έξω» (Ιω. 6, 37), μας διαβεβαιώνει ο Κύριος. Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, ο Θεός έγινε άνθρωπος « ίνα ημείς θεοποιηθόμεν» κατά τον Μ. Αθανάσιο. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Στηριζόμαστε στο Θεό για την σωτηρία μας. Ο Θεός εκείνο το οποίο αμείβει είναι την προσπάθεια, σε αντίθεση με τους ανθρώπους που αμείβουν μόνο την επιτυχία. Ο Χριστός εκείνο το οποίο ζητά από τον άνθρωπο είναι να μετανοεί. «Μετανοείτε· ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Μτθ. 4, 17), μας λεει ο Κύριος.
Ένας άλλος τομέας στον οποίο πιθανόν να μας καταβάλει η απελπισία είναι στο γάμο και στην οικογενειακή μας ζωή. Αφορμή εδώ μπορεί να είναι μια κρίση στις σχέσεις μας με τον ή την σύζυγο, τα παιδιά μας κ.α. Είναι γεγονός ότι σήμερα ο θεσμός της οικογένειας διέρχεται κρίση. Τα αυξημένα ποσοστά διαζυγίων δυστυχώς αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Επιπλέον τα κρούσματα βίας στην οικογένεια έχουν αυξηθεί. Ακόμη και αρκετοί γάμοι που δεν έχουν διαλυθεί, δεν βρίσκονται και στην καλύτερη δυνατή τους φάση. Όλα αυτά είναι πιθανόν να δημιουργήσουν απογοήτευση στα μέλη της οικογένειας και να τα φέρουν σε απελπισία.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με σοβαρά ζητήματα που στηρίζονται σε λεπτές ισορροπίες. Κατ’ αρχήν να σημειώσουμε ότι η πρόληψη είναι καλύτερη από την θεραπεία. Ο γάμος αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής. Είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στη ζωή του ανθρώπου. Σε άλλα γεγονότα, όπως η γέννηση, η βάπτιση, ο θάνατος, ο άνθρωπος δεν έχει λόγο, στο γάμο όμως, ο λόγος βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο. Η ανάληψη ευθύνης που συνεπάγεται ο γάμος είναι τεράστια. Είναι υπεύθυνη πράξη και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Ως εκ τούτου απαιτείται προετοιμασία των νέων για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Και η προετοιμασία αυτή είναι πολλαπλή. Χρειάζεται κατ’ αρχήν πνευματική και ψυχολογική προετοιμασία, η οποία θα επιτευχθεί με την κατανόηση του σκοπού του γάμου, την γνώση των ιδιαιτεροτήτων του ετέρου φύλου, την διαμόρφωση κριτηρίων για την επιλογή του ή της συζύγου. Επιπλέον, χρειάζεται πνευματικός αγώνας για την υπερκίνηση του εγώ, για καθαρότητα καρδίας και σώματος, δηλαδή αγνότητα. Η δημιουργία νοικοκυριού και οικογένειας συνεπάγεται και τεράστιες δαπάνες. Για τον λόγο αυτό απαιτείται επαγγελματική τακτοποίηση, ώστε να καλύπτονται οι δαπάνες και να αποφεύγονται μελλοντικές προστριβές που πιθανόν να έθεταν σε δοκιμασία το γάμο.
Παρ’ όλα αυτά και πάλι είναι δυνατόν να δημιουργηθούν προβλήματα μέσα στο γάμο και την οικογένεια. Εδώ χρειάζεται σωστή αντιμετώπιση, αμοιβαία αγάπη, υπομονή και κατανόηση. Για να υπάρξουν όμως αυτά απαιτείται η ύπαρξη πνευματικής ζωής. Οι σωστές σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό, έχουν ως αποτέλεσμα και τις σωστές σχέσεις με τον συνάνθρωπό του. Η αγάπη προς τον Θεό γεννά με την σειρά της την αγάπη προς τον πλησίον μας, όπως αναφέραμε. Άρα και εδώ το θεμέλιο για μια σωστή σχέση μέσα στον γάμο και την οικογένεια, είναι η αγάπη προς τον Θεό, χωρίς να σημαίνει ότι όλα τα υπόλοιπα που αναφέραμε δεν είναι σημαντικά. Έτσι, με όλα αυτά θα αποφευχθούν σοβαρές προστριβές μέσα στην οικογένεια και θα επιλυθούν τα σοβαρά προβλήματα, που πιθανόν να έθεταν σε δοκιμασία το γάμο και να οδηγούσαν στην απόγνωση και στην απελπισία.
Μια άλλη αφορμή που πιθανόν να μας ρίξει στην απελπισία, είναι τα οικονομικά προβλήματα, ιδιαίτερα τώρα με την οικονομική κρίση. Είναι και αυτά μια θλίψη και δοκιμασία στη ζωή μας. Τα οικονομικά προβλήματα και αδιέξοδα δημιουργούν προστριβές και προβλήματα με την οικογένεια και τους συνανθρώπους μας. Επιπλέον, μας βαρύνουν με άγχος με άμεσο κίνδυνο για την υγεία μας. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι υπάρχουν και θα υπάρχουν άτομα και οικογένειες με οικονομικά προβλήματα.
Και εδώ χρειάζεται, πρωτίστως πρόληψη, δηλαδή σωστός προγραμματισμός. Ποτέ δεν πρέπει να υπερβαίνουμε τις οικονομικές μας δυνατότητες. Από την άλλη φυσικά είναι πιθανόν, είτε λόγω κάποιας ασθένειας είτε λόγω σπουδών ή για άλλο σοβαρό λόγο να δημιουργηθούν χρέη και οικονομικά προβλήματα. Όπως και να έχουν τα πράγματα εδώ χρειάζεται πάνω από όλα πίστη στη Θεία Πρόνοια. Εάν ο Θεός μεριμνά για τα πετεινά του ουρανού, δεν θα φροντίσει για την εικόνα Του που είναι ο άνθρωπος; Φυσικά και εμείς πρέπει να αγωνιστούμε και να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους και μεθόδους για απάμβλυνση του προβλήματος. «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», έλεγαν οι πρόγονοί μας. Και είχαν δίκαιο. Η απελπισία δεν είναι λύση. Μόνο χειρότερα αποτελέσματα μπορεί να φέρει.
Πέραν όμως από τα οικονομικά προβλήματα, υπάρχουν πιο σοβαρές θλίψεις και δοκιμασίες. Και αυτές είναι οι ασθένειες, είτε δικές μας είτε κάποιου αγαπημένου μας προσώπου, ή ακόμη και ο θάνατος κάποιου προσφιλούς μας προσώπου. Είναι γεγονός ότι οι ασθένειες οι ανίατες, χρόνιες και επώδυνες ασθένειες αποτελούν ένα μεγάλο πειρασμό. Πολύ δε περισσότερο ο θάνατος κάποιου αγαπημένου μας. Και δεν είναι λίγες οι φορές που ως άνθρωποι θλιβόμαστε και πιθανόν αυτό να το εκμεταλλευτεί ο διάβολος για να μας απελπίσει.
Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι ο Θεός επιτρέπει τις δοκιμασίες στη ζωή μας για διάφορους λόγους. Οι θλίψεις εάν αξιοποιηθούν θετικά μας οδηγούν πιο κοντά στο Θεό και μας καθιστούν μετόχους στην Βασιλεία του Θεού. «Διά πολλών θλίψεων δει ἡμάς εισελθείν είς τήν βασιλεία του Θεού» (Πραξ. 14, 22). Όλοι στη ζωή μας σηκώνουμε το σταυρό μας. Αυτό άλλωστε είναι και το χαρακτηριστικό γνώρισμα του χριστιανού. « Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν απαρνησάσθω εαυτόν καί αράτω τόν σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μρκ. 8, 34), μας λέει ο Χριστός. Όμως ο πρώτος που σήκωσε τον Σταυρό του ήταν ο Ίδιος. Κατά την ώρα των θλίψεων και του πόνου η προσευχή στον Θεό μας ενισχύει και μας γεμίζει με θάρρος και δύναμη. Ακόμη η προσευχή προς την Υπεραγία Θεοτόκο δεν πρέπει να ατονεί. Ρομφαία διήλθε την καρδιά της όταν είδε τον Υιό της Μονογενή αδίκως να πεθαίνει επάνω στον σταυρό. Και εάν δεν την ενίσχυε το Άγιο Πνεύμα, η Παναγία θα πέθαινε από την θλίψη και την στεναχώρια της. Η Παναγία λοιπόν, δοκιμάστηκε, πειράστηκε και «δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (Εβρ. 2, 18).
Κάποιος εύλογα θα ρωτήσει: μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου ποια ελπίδα υπάρχει; Και η απάντηση είναι απλή και σύντομη: η ελπίδα της αναστάσεως. Η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού δεν αφήνει περιθώρια για απελπισία. Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το κέντρο της πίστεως μας και αποτελεί την προτύπωση της ανάστασης των νεκρών την Δευτέρα Παρουσία. Ακόμη, σύμφωνα με την Εκκλησία μας, μετά τον θάνατο αρχίζει για τους δίκαιους μια νέα ζωή, που δεν υπάρχει θλίψη, πόνος και στεναγμός.

Ε. Επίλογος - Συμπέρασμα
Η ελπίδα είναι λοιπόν μία μεγάλη χριστιανική αρετή. Είναι αυτή που τροφοδοτεί την πίστη και την αγάπη προς τον Θεό, αλλά και την αγάπη προς τον πλησίον. Η ελπίδα μας στηρίζεται, όχι στα πράγματα του κόσμου τούτου, αλλά στον ίδιο τον Θεό. Τα υλικά αγαθά δεν προσφέρουν καμία ελπίδα, αλλά και εάν δεχθούμε ότι προσφέρουν, αυτή είναι απατηλή, ψεύτικη και πρόσκαιρη. Ακόμη και τα σύγχρονα επιτεύγματα της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ιατρικής, σίγουρα πρόσφεραν πολλές ελπίδες και δυνατότητες στον άνθρωπο. Από την άλλη όμως δημιούργησαν και αρκετά άλλα προβλήματα και ηθικά διλήμματα. Γι’ αυτό και τονίζουμε συνεχώς ότι η ελπίδα μας είναι ο νικητής του διαβόλου και του θανάτου, ο Ιησούς Χριστός. Ο χριστιανός έχει την ελπίδα του στον ανεστημένο Χριστό. Γι’ αυτό και παρ’ όλες τις θλίψεις, δοκιμασίες, πειρασμούς, στεναχώριες, πτώσεις, αποτυχίες που έχει στη ζωή του, ποτέ δεν απελπίζεται. Ακόμη και ο κόσμος είναι δυνατόν να μας δώσει θλίψεις και πειρασμούς. «Εν τω κόσμω θλίψην έξετε, αλλά θαρεσείτε, εγώ νενίνηκα τόν κόσμον», μας λέει ο Χριστός. Ακόμη και μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου, ελπίζουμε στον Χριστό, ο οποίος είναι ο πρωτότοκος των νεκρών. Ο νικητής του θανάτου, αυτός ο οποίος «τά του θανάτου κλείθρα διεσπάραξεν». Ελπίζουμε λοιπόν στην μετά θάνατον αιώνια ζωή και στη κοινή ανάσταση νεκρών. Όπως λέμε και στο Σύμβολο της Πίστεως μας «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών καί ζωήν του μέλλοντος αιώνος».

http://www.agiameteora.net/

Η απελπισία χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία

Η απελπισία χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία
«Τίποτε δεν υπάρχει ίσο ή ανώτερο από τους οικτιρμούς του Θεού. Γι’ αυτό όποιος απελπίζεται, σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του» (λόγ. ε’, 23).
Υπάρχει συμφωνία σε όλους τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας που βασίζονται στην Αγία Γραφή, ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στον κόσμο από την απελπισία. Την θεωρούν απείρως χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία.
Κι ο Πονηρός ακόμη δεν χαίρεται τόσο όταν βλέπει τον άνθρωπο να αμαρτάνει, όσο όταν απελπίζεται. Γιατί στην αμαρτία υπάρχει διέξοδος: η μετάνοια. Όταν μετανοείς, από την κόλαση πας στον ουρανό.
Σαν τον άσωτο της γνωστής παραβολής: από τον άδη της ασωτείας βρέθηκε στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Γιατί ακριβώς μετάνιωσε. Γιατί πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Η απελπισία όμως είναι ήδη ένας θάνατος, είναι μία αυτοκτονία, γιατί στην ουσία ο άνθρωπος σταματάει να υψώνει το βλέμμα του στον ουρανό. Μένει προσκολλημένος στον εαυτό του, στις ανύπαρκτες δυνάμεις του, στις πτώσεις του. Σαν τον χοίρο που κυλιέται στη λάσπη. Ο άγιος Ιωάννης το αναφέρει ωμά: «όποιος απελπίζεται, σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του»!
Τι κρύβεται πίσω από την απελπισία; Γιατί ταυτίζεται με την ίδια την απιστία και τη βλασφημία επομένως του αγίου Πνεύματος – τη μόνη αμαρτία κατά τον Κύριο που δεν μπορεί ποτέ να συγχωρηθεί;
Κρύβεται η έλλειψη πίστης στην αγάπη του Θεού. Ο απελπισμένος έχει διαγράψει τον Θεό και την άπειρη αγάπη Του από τη ζωή του. Έχει διαγράψει συνεπώς τον Ιησού Χριστό και το όλο απολυτρωτικό έργο Του επί της γης. Κι αυτό γιατί έχει πιστέψει ότι η αμαρτία ή οι αμαρτίες του, οι θλίψεις κι οι δοκιμασίες του είναι υπεράνω αυτής της αγάπης.
Μα τι μπορεί να υπερβεί τον Θεό ή να θεωρηθεί ίσο προς την αγάπη Του; Απολύτως τίποτε. Έπεσες λοιπόν; Αμάρτησες; Ρίξε τον πληγωμένο εαυτό σου στα χέρια του μεγάλου Ιατρού. Θα σε θεραπεύσει αμέσως. Νιώθεις ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες σ’ έχουν καταβάλει ή ότι οι αδικίες σε έχουν πνίξει; Κοίτα τον Κύριο. Όλα αυτά, σου λέει, είναι συμμετοχή στο Πάθος Του. Μαζί τα περνάτε. Γι’ αυτό και δεν θα σε αφήσει να δοκιμαστείς παραπάνω από όσο αντέχεις.
Και βεβαίως μη ξεχνάς το σημαντικότερο: Το Πάθος έχει και την άλλη όψη Του κι εκβάλλει πάντοτε σ’ αυτήν: την Ανάσταση!
«Όλες οι αμαρτίες του κόσμου, όλων των εποχών, είναι σαν μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος. Τι μπορεί να κάνει η σπίθα στο πέλαγος; Έτσι, κι απείρως περισσότερο, είναι οι αμαρτίες του ανθρώπου μπροστά στο πέλαγος της αγάπης του Θεού» (ιερός Χρυσόστομος).

Κυριακή Β’ Νηστειῶν) «Λάμψον ἡμῖν Κύριε τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς»


 

 

 

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν

                                                                       κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

            Τήν δευτέρα Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη υἱός τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, διαπρύσιος κῆρυξ τῆς εὐσεβείας, ὑπερασπιστής τῶν τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων καί ὑπέρμαχος τῶν ἱερῶς Ἡσυχαζόντων.

            Αὐτός ὁ ἱερός πατήρ καί μέγας φωστήρ καί διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐγεννήθη στήν Κωνσταντινούπολη περί τό ἔτος 1296, ἀπό ἐναρέτους καί εὐγενεῖς γονεῖς, τόν Κωνσταντῖνο καί τήν Καλλονή. Ἐκ νεότητός του ἐσπούδασε στήν εὐσέβεια καί ἐπέλεξε ἀντί τῆς κοσμικῆς καί προσκαίρου γνώσεως καί σοφίας, τήν κατά Θεόν «μυστικήν θεωρίαν». Συναναστρεφόμενος μέ ἀσκητάς καί θεουμένους ἀνθρώπους, κατέστη ἀγωνιστής τόσο στήν πράξη, ὅσο καί στήν θεωρία.

            Ὁ θεοειδής αὐτός Ἱεράρχης καί τοῦ φωτός τοῦ θείου ἐκφάντωρ, ἀνεδείχθη Ποιμήν τῆς Θεσσαλονίκης, συγγραφεύς μέγας καί ἀγωνιστής ἐναντίον τῆς πλάνης τοῦ δολίου Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ, τοὐτέστιν αὐτοῦ τούτου τοῦ πνεύματος τῆς Δύσεως, τό ὁποῖο ἦτο καί εἶναι πνεῦμα πλάνης καί ἐκκοσμικεύσεως.

            Ἐπειδή κατά τήν διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἐξαιρέτως τιμᾶται ἡ Θεοτόκος, στήν ὁποία κάθε Παρασκευή ψάλλομε τούς Χαιρετισμούς, καί ἐπειδή ὁ ἱερός Γρηγόριος μέ θέρμη ψυχῆς ἐζήτησε ἀπό τόν Θεό τόν θεῖο φωτισμό, διά πρεσβειῶν κυρίως τῆς Θεοτόκου, θά ἀναφερθοῦμε σέ αὐτό τό θέμα καί στό πῶς ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεατής τοῦ Ἀκτίστου Φωτός τοῦ Θεοῦ.

            Ἀπό μικρός ὁ Ἅγιος συνήθιζε προτοῦ μελετήσῃ κάποιο κείμενο, νά κάμῃ τρεῖς μετάνοιες καί θερμή προσευχή ἔμπροσθεν τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, ὥστε νά φωτίζεται ὁ νοῦς του, προκειμένου νά κατανοῇ καί νά ἀποστηθίζῃ τά ἱερά κείμενα.

             Ἐκεῖνο ὅμως τό περιστατικό, τό ὁποῖο ἐξόχως δεικνύει τήν θαυμαστή χάρη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἱερό Γρηγόριο, διά πρεσβειῶν τῆς Κυρίας Θεοτόκου, εἶναι τό παρακάτω.

            Ἀγωνιζόμενος στό Ἅγιον Ὅρος, κατά τό δεύτερο ἔτος τῶν μοναχικῶν ἀγώνων του, μέ ἀγρυπνίες, νηστεῖες καί προσευχές, μέ συγκέντρωση καί φυλακή τοῦ νοός, προέβαλε τήν Θεοτόκο ὡς ὁδηγό καί μεσίτρια, καί ζητοῦσε μετά δακρύων τήν βοήθειά της, κραυγάζων «Φώτισόν μου τό σκότος, φώτισόν μου τό σκότος...».

            Ἐνῷ, λοιπόν, κάποια ἡμέρα εἶχε προσηλωμένο τόν νοῦ καί τήν καρδιά του στόν Θεό, αἴφνης παρουσιάσθη ἐνώπιόν του ἀνήρ σεμνοπρεπής καί σεβάσμιος, μέ πρόσωπο ἱλαρό καί γαλήνιο βλέμμα. Ἦτο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ὁ ἠγαπημένος μαθητής τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε:

«Ἦλθον, τέκνον, ἀπεσταλμένος ἀπό τήν ἁγιωτέραν τῶν ἁπάντων καί Βασίλισσαν τῶν Οὐρανῶν, διά νά σέ ἐρωτήσω, διά ποίαν αἰτίαν ἀνά πᾶσαν στιγμήν κραυγάζεις “Φώτισόν μου τό σκότος, φώτισόν μου τό σκότος!”»

            Βλέπων τό θαῦμα ὁ Γρηγόριος, ἀπεκρίθη στόν ἅγιο ἐπισκέπτη:

«Καί τί ἄλλο πρέπει νά ζητῶ ἀπό τόν Θεό ἐγώ, ὅστις εἶμαι ἐμπαθής καί πλήρης ἁμαρτιῶν, παρά νά ἐλεηθῶ καί νά φωτισθῶ διά νά γνωρίζω τό θέλημά του καί νά τό ἐκτελῶ;».

            Ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής ἀπεκρίθη: «Ἡ Δέσποινα τῶν ἁπάντων ὁρίζει νά εἶναι βοηθός σου, καί ἐπίσης ἐγώ ὁ δοῦλος της νά σέ βοηθῶ».

            Ἐρωτᾶ ὁ θεῖος Γρηγόριος: «Καί ποῦ πρόκειται νά μέ βοηθῇ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου; Εἰς τήν παροῦσαν ζωήν, ἤ εἰς τήν μέλλουσαν;».

            Ἀπεκρίθη ὁ Θεολόγος: «Καί εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί εἰς τήν μέλλουσαν».

            Ταῦτα εἶπεν ὁ θεῖος Ἰωάννης, καί ἀφοῦ ἐπλήρωσε χαρᾶς καί εὐφροσύνης τήν καρδία τοῦ Γρηγορίου, ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτοῦ.

       ● Καθώς καί ἐμεῖς ἀγωνιζόμεθα τόν ἱερό πνευματικό μας ἀγῶνα καί ἀντιλαμβανώμεθα, ὅτι τά σκοτάδια ἐνώπιόν μας, γύρω μας, ἀλλά καί ἐντός μας εἶναι τόσο πυκνά, ὑψώνoμε φωνή ἱκεσίας πρός τόν Πανοικτίρμονα Θεό: «Φώτισόν μου τό σκότος, φώτισόν μου τό σκότος...». Στήν τόσο δύσκολη καί οὐχί ἄνευ πνευματικῶν κινδύνων πορεία καί ἀναζήτηση, στεκόμαστε γιά ἐνίσχυση καί πνευματική ἀναψυχή, ἐνώπιον τῆς παναγίας μορφῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ὁποίας τό φωτοφόρο πρόσωπο καταυγάζει τήν κτίση ὁλόκληρη, καί τό φεγγοβόλο βλέμμα της γαληνεύει καί θεραπεύει τήν τρωθεῖσα ἀπό τά βέλη τοῦ πονηροῦ καρδία μας. 

● Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶναι γνωστός ὡς ὑπερασπιστής τῶν ἱερῶς Ἡσυχαζόντων, ἀπό τούς ὁποίους ἐβιώθη ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Αὐτός ὁ πατήρ τῆς Ἐκκλησίας διετύπωσε τήν Θεολογία περί τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, καταυγασθείς  τόν νοῦν ταῖς θείαις ἀστραπαῖς.

Αὐτό τό φῶς ἐβίωνε ὁ Ἀδάμ πρό τῆς παρακοῆς, ἀφοῦ μετεῖχε τῆς Θείας ἐλλάμψεως. Αὐτή τήν λαμπρότητα φοροῦσε «ὡς στολήν δόξης» καί «οὐδ’ ἀσχήμων ὑπῆρχεν, ὅτι γυμνός», ἀλλ’ ἦτο ὡραιότερος καί φωτεινότερος καί λαμπρότερος ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φέρουν ἐνδύματα κεκοσμημένα μέ χρυσάφι καί λίθους πολυτίμους, κατά τόν ἱερό Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ.

Ἡ παράβαση ὅμως καί ἡ παρακοή ἐγύμνωσε τόν ἄνθρωπο καί ὡς ἐκ τούτου ἔχασε τήν φωτεινή καί λαμπρά ἀμφίεσή του. Οἱ Πρωτόπλαστοι, πλέον, αἰσθάνονται τήν γύμνωση καί γεύονται καί βιώνουν τό σκοτάδι τῆς ψυχῆς.

Αὐτή τήν γυμνή ἀνθρώπινη φύση τήν οἰκονόμησε, τήν ἐλέησε καί  τήν ἐφώτισε ὁ Κύριος, ἀφοῦ τήν προσέλαβε καί τήν ἕνωσε μέ τήν Θεία Του φύση, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀναλοιώτως.

Ἐπάνω στό Θαβώριον Ὄρος, κατά τήν φοβερά ὥρα τῆς Μεταμορφώσεώς Του, ἐφάνη τό ἔνδυμα τοῦ Θείου φωτός μέ τό ὁποῖο περιεβλήθη ἡ ἀνθρωπίνη φύσις καί ἐθεώθη.

Αὐτό τό φῶς, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων δέν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, οὔτε κτιστόν φῶς, οὔτε φάντασμα φωτός, ἀλλά τό Ἄκτιστον Φῶς τοῦ Θεοῦ, ἄκτιστος καί Θεοποιός ἐνέργεια, καθ’ὅσον γνωρίζομεν ὅτι  «θεότης καθ’ ἑαυτήν ἀόρατος» (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἐπιστολή Α’ πρός Κληδόνιον, 28). Ὅμως αὐτό τό φῶς, ἦτο πάντοτε ἀχώριστο τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, κατά τούς Ἁγίους Πατέρας. «Οὐ γάρ ἦν καιρός, ὅτε οὐκ ἦν μετ’ αὐτῆς, συνάναρχον αὐτῇ κατά χρόνον καί συναΐδιον» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Ἑορτοδρόμιον, Ἐκδ. Ὀρθ. Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1987, τόμος Γ’, σελ. 250-251).

Ὁ Βαρλαάμ ἐπολέμησε αὐτή τήν ἀλήθεια μέ μίσος καί σατανικό πάθος, ἀπορρίπτων τήν δυνατότητα τῆς θεωρίας τοῦ θείου καί Ἀκτίστου Φωτός, τήν ὁποία εἶχαν, ὡς βαθειά ἐσωτερική ἐμπειρία, οἱ Ἀσκητές.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὑπερασπίστηκε μέ ζέση ψυχῆς τούς Ἡσυχαστές, καί κατετρόπωσε τίς ὀρθολογιστικές καί ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας θέσεις τοῦ Λατινόφρονος καί αἱρετικοῦ Βαρλαάμ. Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μέ τίς Συνόδους της στήν Κωνσταντινούπολη κατά τά ἔτη 1341, 1347, 1351, υἱοθέτησε καί περιέβαλε μέ κῦρος Συνοδικό τίς θέσεις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τόν ἀνεκήρυξε διδάσκαλο ἀπλανῆ τῆς Ὀρθοδόξου καί ἀμωμήτου πίστεώς μας.

Μέ τήν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἰρηνεύει καί καθίσταται μύστης θείων θεωριῶν καί κατοικητήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος (Νικήτας Στηθᾶτος). Ὁ ἄνθρωπος διά τῆς ἐλλάμψεως τοῦ θείου φωτός ἀξιοῦται «βαθείας τινός αἰσθήσεως τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ καί τῷ νοΐ», δέχεται τήν ἀποκάλυψη τῆς Θεότητος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πεῖρα τῆς Ἀναστάσεως, ὡς πρόγευση τῆς μελλούσης μακαριότητος, κοινωνεῖ μέ τόν Θεό πρόσωπον πρός πρόσωπον καί ἀποκτᾶ τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ).

● Προκειμένου ὅμως ὁ ἄνθρωπος νά γίνῃ θεατής τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, πρέπει νά καθάρῃ ἑαυτόν ἀπό τά πάθη, νά ἐργάζεται τήν νήψη, τήν μετάνοια, τήν αὐτομεμψία. Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέγει: «Ἒχειν δέ τόν νοῦν πάντοτε πρός τόν Θεόν, ἐν τε τῷ ὕπνῳ καί ἐγρηγόρσει, ἑστιάσει καί ὁμιλίᾳ, ἐργοχείρῳ τε καί πάσῃ ἄλλῃ πράξει, κατά τό προφητικόν λόγιον “προωρώμην τόν Κύριόν μου ἐνώπιόν μου διά παντός”. Ἡγοῦ δέ ἑαυτόν ἁμαρτωλότερον παντός ἀνθρώπου. Χρονιζούσης γάρ ταύτης τῆς μνήμης, πέφυκεν ἐγγίνεσθαι τῇ διανοίᾳ ἔλλαμψις δίκην ἀκτῖνος. Καί ὅσον ταύτην ἐπιζητεῖς, πολλῇ προσοχῇ καί ἀπερισπάστῳ διανοίᾳ, κόπῳ τε πολλῷ καί δάκρυσι, τηλαυγέστερον φαίνεται. Φαινομένη δέ ἀγαπᾶται∙ ἀγαπωμένη δέ, καθαίρει∙ καθαίρουσα δέ, θεοειδῆ ἀπεργάζεται, φωτίζουσα καί διδάσκουσα διακρίνειν τό καλόν ἀπό τοῦ χείρονος» (Κεφάλαια Πρακτικά καί Θεολογικά).

Ἀλλ’ ὅμως ἐκτός ἀπό τήν μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν καί τόν καλόν ἀγῶνα, χρειάζεται ἡ συμβουλή σοφοῦ καί ἐμπείρου πνευματικοῦ, θεουμένου καί πεφωτισμένου, ὁ ὁποῖος ἀπλανῶς θά ὁδηγῇ πρός τίς πνευματικές ἀναβάσεις καί τήν θεωρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός τοῦ Θεοῦ. Τό πρόσωπο αὐτό, τό ἔμπειρο τῆς θείας θεωρίας, εἶναι ὁ ζῶν μάρτυς, ὁ ὁποῖος ἐπιβεβαιώνει τά τῆς πίστεως, ἀφοῦ ἠξιώθη πρό ἡμῶν τῆς θείας ἐπισκέψεως (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ).

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στό Συμβουλευτικό Ἐγχειρίδιο, γράφει λόγια γλυκύτατα περί τοῦ θέματός μας:

«...καθώς τό αἰσθητό φῶς τοῦ ἡλίου, διαφάνειαν καί λαμπρότητα παρέχον εἰς τούς σωματικούς ὀφθαλμούς, δίδει δύναμιν εἰς αὐτούς νά διακρίνωσι δι' αὐτοῦ ὅλα τά ἐν τῷ αἰσθητῷ κόσμῳ ὁρατά κτίσματα, οὕτω καί τό νοητόν φῶς τοῦ ὑπερουσίου ἡλίου, νοεράν ἔλλαμψιν καί διαφάνειαν εἰς τούς ψυχικούς ὀφθαλμούς χαριζόμενον, δίδει δύναμιν εἰς αὐτούς νά διακρίνωσι δι' αὐτοῦ καί νά θεωρήσωσιν ὅλας τάς ἄλλας τοῦ Θεοῦ τελειότητας, καί πάντα τά ἐν τῷ νoερῷ κόσμῳ μακάρια θεάματα καί μυστήρια τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».

Περαίνοντας τήν παραπάνω ἀναφορά μας στό ἐν λόγῳ θέμα, ὀφείλομε νά σημειώσωμε ὅτι ἡ «Δύση», τήν ὁποία ἐξέφρασε ὁ Βαρλαάμ, παραμένει ἐγκλωβισμένη στίς ἀνορθόδοξες θεωρίες της καί στήν πλάνη της, μή δεχομένη τό ἄκτιστον τῆς θείας χάριτος, μέ ἀποτέλεσμα νά μή ὁμιλοῦν οἱ Δυτικοί περί θεώσεως, ἀλλά περί ἠθικῆς προόδου τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἐπιθυμεῖ ἁπλῶς, ὁ ἄνθρωπος νά γίνῃ «καλός ἄνθρωπος, νά καλλιτευρεύσῃ δηλ. ἠθικά, ἀλλά ἐπιθυμεῖ τόν ἁγιασμό καί τήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπιτυγχάνεται μέ τούς ἱερούς ἀγῶνες καί καμάτους, ἐν τῇ Ἁγία ἡμῶν Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις «ἐν τοῖς μυστηρίοις σημαίνεται». (Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας).  

Κύριε, φώτισον μου το σκότος! Romfea.gr. 05/05 10:50


fotison moy to skotos

Γράφει η Νίκη Τσάγγου στην Romfea.gr
Κλινική ψυχολόγος και θεολόγος


Εάν ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είπε αυτή την κουβέντα, η οποία συνοψίζει τον πυρήνα της προσευχής του, αναρωτιέται κανείς σήμερα τι πρέπει να έχει η δική του προσευχή, του κάθε πιστού, που αποκλείστηκε από την Θεία Κοινωνία, χωρίς να το θέλει ο ίδιος, να το εννοεί, η ακόμη και να συμφωνεί με την υγειονομική διαχείριση που έγινε, με τον τρόπο που έγινε, διότι αποδείχθηκε πως υπήρχαν πολλοί άλλοι τρόποι!

Η αλήθεια λοιπόν είναι αυτή: υπάρχουν ιερείς που κοινώνησαν και κοινωνούν κόσμο κρυφά, ακόμη και σήμερα. Το δημοσιεύουν οι ίδιοι.

Υπάρχουν «βολεμένοι» χριστιανοί που δεν στερήθηκαν της ευλογίας του ναού και της θείας μετάληψης ακόμη και την μεγάλη εβδομάδα, το ομολογούν οι ίδιοι, κι αυτοί που εκδιώχθηκαν από τους ιερείς και αποδιώχνονται ακόμη και σήμερα, διότι καθώς δεν είχαν την κάλυψη του οικείου μητροπολίτη, φοβήθηκαν τα περιπολικά της αστυνομίας που εκτελούσαν εντολές, όργανα της τάξης που λειτουργούσαν κι αυτοί κατά συνείδηση.

Άλλοι με υπερβάλλοντα ζήλο, κι άλλοι κάνοντας τα στραβά μάτια, με μεγάλη ανεκτικότητα που τους τιμά!

Όλη την μεγάλη εβδομάδα αρχιερείς και ιερείς βγαίνανε στην ωραία πύλη και πριν την μεγάλη είσοδο ζητούσαν την συγχώρεση του λαού, που έλλειπε: τα καθίσματα ήταν άδεια, οι ψυχές τα είχαν... χαμένα, ο νούς εσκοτισμένος!

Άδεια καθίσματα μπροστά στις κάμερες, όπου υπήρχε απευθείας μετάδοση, διότι κάποτε σε κάποιες περιστάσεις ήταν γεμάτα από κόσμο πιστό, πίσω από την κάμερα, που περίμενε να μετάλάβει Χριστό την Ανάσταση η την M. Πέμπτη!

Η Eκκλησία του Χριστού ως θέατρο παραλόγου. Δηλαδή ως μη Eκκλησία.

Μέχρις στιγμής βλέπουμε μια διαχείριση ανάλογα με το φιλότιμο που έχει ο καθένας πιστός, κληρικός, πολιτικός, γιατρός, νομικός, αρχιερέας, να ομολογήσει Χριστό, δηλαδή να πιστοποιήσει διωγμό.

Όμως νομίζω πως αξίζει, να σταθούμε με προβληματισμό μπροστά στον θεσμό που λέγεται Ιερά Σύνοδος, δηλαδή το ανώτατο όργανο της Eκκλησίας το οποίο έχει πάθει, μια αγκύλωση θαρρείς γραφειοκρατικού τύπου.

Ενώ οι Aρχιερείς εκπροσωπούν τον ελληνικό λαό, λειτουργούν και συμπεριφέρονται, ο καθένας κατά την γνώμη του.

Άλλοι φοβούνται, άλλοι δεν φοβούνται, άλλοι σε λίγο θα πάνε στο δικαστήριο επειδή κοινώνησαν φανερά μπροστά στην κάμερα, έβγαλαν σε λιτανεία τον Άγιο Σπυρίδωνα που μίλησε με την νεκρή κόρη του κι αυτή του απάντησε για ένα πρακτικό ζηττημα από τον άλλο κόσμο, κι εμείς ο πιστός λαός, περιμένουμε να δούμε το πρόσωπο της Εκκλησίας!

Άλλοι ανοίγουν τις πόρτες των ναών σαν αντάρτες, ενώ κάνουν το αυτονόητο, και όλοι μαζί δεν ζητούν να συναντηθούν, ν ανταμώσουν διότι αυτό η απόπειρα συμπόρευσης, θαρρείς και θα έχει κόστος!

Περιμένουμε να δούμε τι απέγινε η δεινή εμπειρία της μέσα στους αιώνες, να είναι οργανωμένη με ιεράρχηση, με τυπικό, με κανόνες με δίκαιο εκκλησιαστικό, με Οικουμενικές Συνόδους, κυρίως όπως και το ίδιο το όνομα του θεσμού διατείνεται Συνοδός με συμπόρευση, κοινή ομολογία πίστης ενότητας στ' Όνομα της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδας δηλαδή Πίστη πάνω στην βάση της Αγάπης Χριστού.

Γιατί λοιπόν δεν συναθροίζονται, ώστε εν μετανοία, να μιλήσουν μεταξύ τους, να συνδιαλλαγούν για μια κοινή γραμμή που θα στηρίζει όλους μαζί και τον καθένα χωριστά κι από κει ολόκληρες υγειονομικές (αλλά και εκλογικές) περιφέρειες της χώρας...

Δεν κατανοούν πως χάθηκε πολύτιμος χρόνος, πως δεν χρειάζεται η Εκκλησία συμμόρφωση, μάσκες, γάντια, και αντισηπτικά τερτίπια.. αλλά καθαρά λόγια και κυρίως αποφασιστικότητα, τέλος μιας αναβλητικότητας που χαρακτηρίζει μόνο την ψυχαναγκαστική νεύρωση (γνωστή για την ιδεοληψία και τα τελετουργικά αέναης απολύμανσης) όλως παραδόξως!

Δεν είναι καιρός να σταματήσουν να υπεραμύνονται της Θείας Κοινωνίας, να εξανίστανται, εναντίον πολιτικών, επιστημόνων, αλλά να μην καταφέρνουν να κοινωνήσουν άφοβα, όλοι μαζί τον κόσμο που το επιθυμεί και το έχει ανάγκη;

Άγιοι πατέρες, 1/3 χρειάζεται μόνο να καταθέσει αίτημα, ούτε αυτό δεν υπάρχει, ούτε σαν φύραμα, που θα επιφέρει την ποθητή ζύμωση ιδεών και θέσεων, ώστε να δει ο κόσμος το Πρόσωπο της Εκκλησίας, να απεικονίζει τον Χριστό;

Διαφορετικά μέλη ίδιου σώματος να συνεργάζονται αρμονικά, ώστε να εξυπηρετηθεί αυτό το ταλαιπωρημένο σώμα που λέγεται λαός πιστών Ελλήνων!

Προσεύχου, ὡς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς,«Κύριε, φώτισόν μου τὸ σκότος», καὶ εἰσηκούσθη. Ἀρχιμ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ

 

«Τί ποιήσω ἴνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω»;

Καὶ ἐδόθη εἰς ἐμὲ ἡ ἀπάντησις:

Προσεύχου, ὡς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὅστις ἐπὶ ἔτη ἐβόα, «Κύριε, φώτισόν μου τὸ σκότος», καὶ εἰσηκούσθη.

Προσεύχου διὰ τῶν λόγων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὠδῆς, «Λαμψάτω, ὢ Φωτοδότα, καὶ ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῶ τὸ φῶς Σου τὸ ἀπρόσιτον», καὶ ἐνδυναμοὺ ἐν τὴ πίστει, ἐνθυμούμενος ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν προσεύχεται περὶ ἀδυνάτων πραγμάτων.

Ἐν συνέχεια ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος ὡς νὰ ἀπέκλειε τὴν δυνατότητα ὅτι τοιαύτη προσευχὴ θὰ παραμείνη ἄνευ τῆς ἄνωθεν ἀπαντήσεως, κατέκλεισε τὸν λόγον αὐτοῦ ὡς ἑξῆς:

«Ὅταν γνωρίση ἡ ψυχή σου τοῦτο τὸ φῶς, τότε, ὅταν συμβῆ νὰ στερῆται τούτου, θὰ φλέγηται δὶ’ αὐτὸ καὶ μιμούμενος τὸν Ἅγιον Συμεὼν τὸν Νέον Θεολόγον θὰ ζητῆς αὐτὸ καὶ θὰ κράζης πρὸς αὐτό:

Ἐλθέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν.
Ἐλθέ, ἡ Ζωὴ ἡ αἰώνιος.
Ἐλθέ, τῶν πεπτωκότων ἡ ἔγερσις.
Ἐλθέ, τῶν κειμένων ἡ ἀνόρθωσις,
Ἐλθέ, τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις.
Ἐλθέ, Πανάγιε Βασιλεῦ.
Ἐλθέ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν,
καὶ μεῖνον ἀδιαστάτως ἐν ἡμῖν,
καὶ ἀδιαιρέτως Σύ μόνος βασίλευε ἐν ἡμῖν
εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

 Ἀγωνιζόμενος στό Ἅγιον Ὅρος, κατά τό δεύτερο ἔτος τῶν μοναχικῶν ἀγώνων του, μέ ἀγρυπνίες, νηστεῖες καί προσευχές, μέ συγκέντρωση καί φυλακή τοῦ νοός, προέβαλε τήν Θεοτόκο ὡς ὁδηγό καί μεσίτρια, καί ζητοῦσε μετά δακρύων τήν βοήθειά της, κραυγάζων «Φώτισόν μου τό σκότος, φώτισόν μου τό σκότος…».

Ἐνῷ, λοιπόν, κάποια ἡμέρα εἶχε προσηλωμένο τόν νοῦ καί τήν καρδιά του στόν Θεό, αἴφνης παρουσιάσθη ἐνώπιόν του ἀνήρ σεμνοπρεπής καί σεβάσμιος, μέ πρόσωπο ἱλαρό καί γαλήνιο βλέμμα. Ἦτο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ὁ ἠγαπημένος μαθητής τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε:

«Ἦλθον, τέκνον, ἀπεσταλμένος ἀπό τήν ἁγιωτέραν τῶν ἁπάντων καί Βασίλισσαν τῶν Οὐρανῶν, διά νά σέ ἐρωτήσω, διά ποίαν αἰτίαν ἀνά πᾶσαν στιγμήν κραυγάζεις “Φώτισόν μου τό σκότος, φώτισόν μου τό σκότος!”»

            Βλέπων τό θαῦμα ὁ Γρηγόριος, ἀπεκρίθη στόν ἅγιο ἐπισκέπτη:

«Καί τί ἄλλο πρέπει νά ζητῶ ἀπό τόν Θεό ἐγώ, ὅστις εἶμαι ἐμπαθής καί πλήρης ἁμαρτιῶν, παρά νά ἐλεηθῶ καί νά φωτισθῶ διά νά γνωρίζω τό θέλημά του καί νά τό ἐκτελῶ;».

Ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής ἀπεκρίθη: «Ἡ Δέσποινα τῶν ἁπάντων ὁρίζει νά εἶναι βοηθός σου, καί ἐπίσης ἐγώ ὁ δοῦλος της νά σέ βοηθῶ».

Ἐρωτᾶ ὁ θεῖος Γρηγόριος: «Καί ποῦ πρόκειται νά μέ βοηθῇ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου; Εἰς τήν παροῦσαν ζωήν, ἤ εἰς τήν μέλλουσαν;».

Ἀπεκρίθη ὁ Θεολόγος: «Καί εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί εἰς τήν μέλλουσαν».

Ταῦτα εἶπεν ὁ θεῖος Ἰωάννης, καί ἀφοῦ ἐπλήρωσε χαρᾶς καί εὐφροσύνης τήν καρδία τοῦ Γρηγορίου, ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.

Ὀρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Οἱ λόγοι σου πάνσοφε καὶ τὰ σεπτὰ συγγράμματα, δρόσος οὐρανία, μέλι πέτρας, ἄρτος Ἀγγέλων τοῖς ἐντυγχάνουσι, νέκταρ ἀμβροσία γλυκασμός, ἥδυσμα Γρηγόριε καὶ πηγὴ ζῶντος ὕδατος. (ἐκ τῆς ἀκολουθίας)

Πηγή: Ἀπόσπασμα ἀπό τόν βίο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, περί τοῦ Θαβωρίου Φωτός Φωτὸς ΛΟΓΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΝ  γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ

Φώτισόν μου τό σκότος! Φώτισόν μου τό σκότος!


Ήταν Άνοιξη του 1317, όταν έφτασε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στον ποθούμενο σε αυτόν Άθωνα. Υποτάσσεται στον διάσημο ησυχαστή Νικόδημο, ο οποίος ζούσε τότε έξω από την Λαύρα του Βατοπεδίου. Ο Νικόδημος, ήταν γενναίος και θαυμαστός Μοναχός κατά την πράξη και θεωρία· γνωστός σ’ ολόκληρο το Άγιον Όρος για την αρετή του όταν ακόμη ασκούνταν ανατολικά της Χρυσούπολης, στο όρος το λεγόμενο «τοῦ Αὐξεντίου».

Ο θείος Γρηγόριος, κείρεται Μοναχός. Μετά την μοναχική του ομολογία, παραδίδεται ολοκληρωτικά στην άσκηση και τις πνευματικές θεωρίες, στην νίψη του νου και στην αδιάλειπτη νοερά προσευχή. Ο Πατριάρχης Φιλόθεος αφηγείται, ότι, άμεση προστάτιδά του είχε την Θεομήτορα. Πάντοτε σε Αυτήν απέβλεπε. Αυτήν, είχε προ των οφθαλμών του. Την δική Της βοήθεια επιζητούσε. Αυτήν, εξ αρχής, πρόφερε στους λόγους και τις προσευχές του. Και κάτω από την δική Της σκέπη και χειραγωγία, εμπιστεύθηκε ψυχή τε και σώματι τον εαυτό του.
Είχαν περάσει δύο χρόνια· χρόνια, δακρύων και πνευματικών στεναγμών. Μυστικά, στις προσευχές του, φώναζε από βαθέων:
–«Φώτισόν μου τὸ σκότος! Φώτισόν μου τὸ σκότος!».
Βαθύς και πνευματικός, ο λόγος αυτός! Όταν ο θείος Γρηγόριος κραύγαζε αλάλητα προς τον Ουρανό, τότε τον επισκεπτόταν ο Θεός. Από το ένα μέρος έβλεπε το φως του Θεού, και από το άλλο την ανθρώπινη ένδεια. Και έκλαιγε ζητώντας συνεχώς φως, μόνο φως. Για να φωτιστεί το «σκότος» του.
Ακόρεστη είναι η επιθυμία του θείου φωτός. Όσο κανείς το απολαμβάνει, τόσο περισσότερο διαφλέγεται από αυτό. Γιατί, αν και η ανθρώπινη ψυχή είναι πεπερασμένης φύσεως, όμως οι εφέσεις της είναι άπειρες. Και ενώ λούζεσαι μέσα στο φως, πάλι θρηνείς με τα συνταρακτικά αυτά ρήματα:
–«Φώτισόν μου τὸ σκότος! Φώτισόν μου τὸ σκότος!».
Κάποτε, όταν ήταν μόνος ο Γρηγόριος, έχοντας μέσα στην ιερή του ησυχία όλη του την προσοχή προς τον Θεό, είδε όχι στ’ όνειρό του αλλά στον ξύπνιο του, έναν θείο άνδρα να στέκεται μπροστά στα μάτια του, που, όπως λένε, ήταν ο κορυφαίος των Ευαγγελιστών, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Εξεπλάγη ο Γρηγόριος. Τον οποίον, βλέποντας ιλαρώς ο έμπιστος Φίλος και επιστήθιος Μαθητής του Χριστού, Ιωάννης, διέλυσε αμέσως τον φόβο του και του λέει: «Ήρθα σταλμένος από την Υπεραγία Δέσποινα να σε ρωτήσω το εξής· γιατί, νύχτα και μέρα και, σχεδόν όλες τις ώρες, δεν παύεις από του να φωνάζεις:
–‘‘Φώτισόν μου τὸ σκότος! Φώτισόν μου τὸ σκότος!’’;».
Ο καλός Γρηγόριος, αποκρίθηκε με ταπείνωση: «Και, τί άλλο, πρέπει να ζητώ από τον Θεό, όταν προσεύχομαι, εγώ που είμαι άνθρωπος ατελής και γεμάτος πάθη, εκτός από τον θείο φωτισμό για να βλέπω και να πράττω το σωτήριο Εκείνου θέλημα;».
Είπε, τότε, ο «ἠγαπημένος» Μαθητής του Κυρίου: «Η Δέσποινα των απάντων, δια μέσου εμού του δούλου Της, ορίζει: ‘‘Τόσο αυτή, όσο και εγώ, από εδώ και πέρα, θα σου είμαστε βοηθοί στηζωήσου!’’».
Ρωτάει, πάλι, ο Γρηγόριος: «Και, πού λοιπόν έχω να απολαύσω τα αγαθά αυτής της βοηθείας; Στην παρούσα ή στην μέλλουσα ζωή;». Και ο Ευαγγελιστής των μεγάλων και υψηλών ειδήσεων, απάντησε: «Όπως ήδη γνωρίζεις από πριν, έτσι και τώρα, τόσο εδώ σε αυτήν την ζωή,όσοκαιστηνμέλλουσα».
Και αφού είπε αυτά ο θείος Ιωάννης, χάθηκε από τα μάτια του Γρηγορίου. Η καρδιά του οποίου, γέμισε από φως και ευφροσύνη για τις προς αυτόν δωρεές και υποσχέσεις της Θεομήτορος.
Όλα τα ανωτέρω, τα έμαθε ο Πατριάρχης Φιλόθεος από τον μετέπειτα μαθητή του Αγίου, κάποιον ονόματι Δωρόθεο, προς τον οποίον και τα διηγήθηκε ο ίδιος ο Άγιος. Είπε, μάλιστα, ο Άγιος Γρηγόριος σε αυτόν (τον Δωρόθεο), ότι, «ήδη, από το πατρικό μου σπίτι όταν ήμουν ακόμη, εκεί στο παλάτι όπου ανατρεφόμουν, μαθητεύοντας στην εγκόσμια θύραθεν παιδεία, πριν καν αφήσω και εγκαταλείψω τον κόσμο, είχα στην ζωή μου ιδιαίτερη και άμεση προστάτιδα την Κυρία Θεοτόκο. Γι’ αυτό και, κάθε μέρα, πριν ακόμη ξημερώσει, το πρώτο και αναγκαιότερο απ’ όλα τα έργα μου, ήταν μονάχα αυτό: Να σταθώ μπροστά στην Αγία Εικόνα Της και να πω, με κατάνυξη και με μεγάλη συντριβή της καρδιάς μου, εκείνη την ιερή ευχή της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ευχή που είναι γεμάτη από μετάνοια και εξομολόγηση και συντετριμμένη δέηση: ‘‘Δέσποινα, Δέσποινα! Μὴ ἐγκαταλείπῃς με!’’»…
[Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου (1916–2006): «Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Ο Βίος και η Θεολογία του, 1296–1359)», κεφ. 3ο, σελ. 20–22, Β΄ έκδοσις, Θεσ/νίκη 1984.]