Από τη διδασκαλία του μεγάλου οσίου Γέροντα της Όπτινα, στάρετς Βαρσανούφιου
Ερανίσματα από τη διδασκαλία του μεγάλου οσίου Γέροντα της Όπτινα, στάρετς Βαρσανούφιου (1845 – 1913)
Επιμέλεια: Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΤΑΡΕΤΣ ΝΙΚΩΝΟΣ ΜΠΕΛΙΑΕΦ (+1931), «ΡΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ» (Το ημερολόγιό του), ΕΚΔΟΣΗ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ΠΡΕΒΕΖΑ 2006
Πολύ μεγάλη μορφή αγιότητας στην Όπτινα, ο στάρετς (πνευματικός πατέρας) Βαρσανούφιος, γεννήθηκε το 1845 στο Όρενμπουργκ της Ρωσίας (στα σύνορα με το Καζακστάν). Κοσμικά ονομαζόταν Παύλος Ιβάνοβιτς Πλεχάνωφ. Υπήρξε αξιωματικός του Ρωσικού στρατού, κατείχε ευρεία μόρφωση και έφτασε μέχρι το βαθμό του συνταγματάρχη. Αναζητητής της γνώσης και του νοήματος της ζωής, ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, τη μουσική και τη λογοτεχνία. Συναντήθηκε και με τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης, που τον ασπάστηκε κατά τη διάρκεια μάλιστα της Θείας Λειτουργίας, προμηνύοντας το μέλλον του. Κάποτε ασθένησε βαριά από πνευμονία, αλλά η Χάρη του Θεού, ως γλυκύτατη ευφροσύνη, τον επισκέφτηκε στο νοσοκομείο, και άκουσε φωνή εξ ύψους να του λέει: ‘Πήγαινε στο μοναστήρι της Όπτινα’.
Πράγματι, ο Παύλος ακολούθησε την θεία εντολή και, μετά από μια σειρά μεγάλων δυσκολιών (του προτείνανε θέση στρατηγού, του βρήκανε σύζυγο για να μείνει κοσμικός κ.α.), κατέληξε στην Όπτινα, εκάρη εκεί μοναχός, χειροτονήθηκε στη συνέχεια ιερέας με το όνομα Βαρσανούφιος, και ανάπαυσε και καθοδήγησε πολλούς πιστούς και προσκυνητές κάτω από το πετραχήλι του, καθοδηγούμενος και ο ίδιος στα στάδια της μοναχικής υπακοής και της πνευματικής ζωής από τον στάρετς Νεκτάριο. Μετά το τέλος του ρωσοϊαπωνικού πολέμου, ανέλαβε ηγούμενος της φημισμένης σκήτης διαδεχόμενος τον στάρετς Ιωσήφ.
Μεγάλος ασκητής ο ίδιος, με στερεή πίστη και υψηλή ταπείνωση, διέθετε άνωθεν το χάρισμα της προορατικότητας, με το οποίο βοήθησε πάρα πολλούς χριστιανούς. Προς το τέλος της ζωής του κατηγορήθηκε άδικα από κάποιους μοναχούς, εξορίστηκε από την Όπτινα και διορίστηκε ηγούμενος το 1912 σε μακρινό μοναστήρι στο Γκολούτβιν. Υπάκουσε, και αφέθηκε στην πρόνοια του Υψίστου. Ένα ακριβώς χρόνο μετά, την 1η Απριλίου του 1913, τον κάλεσε ο Θεός στην επουράνια ζωή των δικαίων, αφού εν τω μεταξύ υπέφερε από επώδυνη ασθένεια. Σεβόμενοι την επιθυμία του, οι αδελφοί μοναχοί τον ενταφίασαν στην Όπτινα, ενώ η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας τον κατέταξε και αναγνώρισε επίσημα ως άγιο.
ΕΙΠΕ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ:
Κάθε άνθρωπος στη ζωή του πρέπει να περάσει μια περίοδο θλίψεων, δοκιμασιών και πολέμου. Βαριά, οδυνηρή η κατάσταση αυτή…. Γι’ αυτήν ομιλεί ο ψαλμός: «Ωδίνες ως τικτούσης» (Ψλμ. 47,5), και «εξήγαγέ με εις πλατυσμόν» (Ψλμ. 17,19). Όταν πλησιάζει για τη γυναίκα η ώρα να γεννήσει, δοκιμάζει φρικτούς πόνους. Μετά, όταν γεννήσει, δοκιμάζει μεγάλη χαρά, γιατί έφερε ένα καινούριο άνθρωπο στον κόσμο (Ιω. 16,21). Κατά τον ίδιο τρόπο, κάθε άνθρωπος όταν γεννιέται πνευματικά στην καινή ζωή, δοκιμάζει πόνο. Μα σιγά σιγά πηγαίνει «εις πλατυσμόν» (σε άνεση και αναψυχή)….. Όταν πήγαινα στο σχολείο, με έστελναν στο σιδηρουργείο για να μάθω πώς φτιάχνουν πέταλα για άλογα. Κάποια φορά παρατήρησα πώς ο σιδεράς έφτιαχνε ένα κομμάτι καραμπίνας. Το μέταλλο το ζέσταινε και το κατεργαζόταν σε συγκεκριμένη θερμοκρασία ώστε, μετά, στη χρήση, να μη χαλάει…. Μόνο έτσι, με την (χριστιανική) υπομονή θα εξέλθεις «εις τον πλατυσμόν» της αγάπης και της ελευθερίας από τα πάθη.
Επιμέλεια: Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΤΑΡΕΤΣ ΝΙΚΩΝΟΣ ΜΠΕΛΙΑΕΦ (+1931), «ΡΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ» (Το ημερολόγιό του), ΕΚΔΟΣΗ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ΠΡΕΒΕΖΑ 2006
Πολύ μεγάλη μορφή αγιότητας στην Όπτινα, ο στάρετς (πνευματικός πατέρας) Βαρσανούφιος, γεννήθηκε το 1845 στο Όρενμπουργκ της Ρωσίας (στα σύνορα με το Καζακστάν). Κοσμικά ονομαζόταν Παύλος Ιβάνοβιτς Πλεχάνωφ. Υπήρξε αξιωματικός του Ρωσικού στρατού, κατείχε ευρεία μόρφωση και έφτασε μέχρι το βαθμό του συνταγματάρχη. Αναζητητής της γνώσης και του νοήματος της ζωής, ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, τη μουσική και τη λογοτεχνία. Συναντήθηκε και με τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης, που τον ασπάστηκε κατά τη διάρκεια μάλιστα της Θείας Λειτουργίας, προμηνύοντας το μέλλον του. Κάποτε ασθένησε βαριά από πνευμονία, αλλά η Χάρη του Θεού, ως γλυκύτατη ευφροσύνη, τον επισκέφτηκε στο νοσοκομείο, και άκουσε φωνή εξ ύψους να του λέει: ‘Πήγαινε στο μοναστήρι της Όπτινα’.
Πράγματι, ο Παύλος ακολούθησε την θεία εντολή και, μετά από μια σειρά μεγάλων δυσκολιών (του προτείνανε θέση στρατηγού, του βρήκανε σύζυγο για να μείνει κοσμικός κ.α.), κατέληξε στην Όπτινα, εκάρη εκεί μοναχός, χειροτονήθηκε στη συνέχεια ιερέας με το όνομα Βαρσανούφιος, και ανάπαυσε και καθοδήγησε πολλούς πιστούς και προσκυνητές κάτω από το πετραχήλι του, καθοδηγούμενος και ο ίδιος στα στάδια της μοναχικής υπακοής και της πνευματικής ζωής από τον στάρετς Νεκτάριο. Μετά το τέλος του ρωσοϊαπωνικού πολέμου, ανέλαβε ηγούμενος της φημισμένης σκήτης διαδεχόμενος τον στάρετς Ιωσήφ.
Μεγάλος ασκητής ο ίδιος, με στερεή πίστη και υψηλή ταπείνωση, διέθετε άνωθεν το χάρισμα της προορατικότητας, με το οποίο βοήθησε πάρα πολλούς χριστιανούς. Προς το τέλος της ζωής του κατηγορήθηκε άδικα από κάποιους μοναχούς, εξορίστηκε από την Όπτινα και διορίστηκε ηγούμενος το 1912 σε μακρινό μοναστήρι στο Γκολούτβιν. Υπάκουσε, και αφέθηκε στην πρόνοια του Υψίστου. Ένα ακριβώς χρόνο μετά, την 1η Απριλίου του 1913, τον κάλεσε ο Θεός στην επουράνια ζωή των δικαίων, αφού εν τω μεταξύ υπέφερε από επώδυνη ασθένεια. Σεβόμενοι την επιθυμία του, οι αδελφοί μοναχοί τον ενταφίασαν στην Όπτινα, ενώ η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας τον κατέταξε και αναγνώρισε επίσημα ως άγιο.
ΕΙΠΕ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ:
Κάθε άνθρωπος στη ζωή του πρέπει να περάσει μια περίοδο θλίψεων, δοκιμασιών και πολέμου. Βαριά, οδυνηρή η κατάσταση αυτή…. Γι’ αυτήν ομιλεί ο ψαλμός: «Ωδίνες ως τικτούσης» (Ψλμ. 47,5), και «εξήγαγέ με εις πλατυσμόν» (Ψλμ. 17,19). Όταν πλησιάζει για τη γυναίκα η ώρα να γεννήσει, δοκιμάζει φρικτούς πόνους. Μετά, όταν γεννήσει, δοκιμάζει μεγάλη χαρά, γιατί έφερε ένα καινούριο άνθρωπο στον κόσμο (Ιω. 16,21). Κατά τον ίδιο τρόπο, κάθε άνθρωπος όταν γεννιέται πνευματικά στην καινή ζωή, δοκιμάζει πόνο. Μα σιγά σιγά πηγαίνει «εις πλατυσμόν» (σε άνεση και αναψυχή)….. Όταν πήγαινα στο σχολείο, με έστελναν στο σιδηρουργείο για να μάθω πώς φτιάχνουν πέταλα για άλογα. Κάποια φορά παρατήρησα πώς ο σιδεράς έφτιαχνε ένα κομμάτι καραμπίνας. Το μέταλλο το ζέσταινε και το κατεργαζόταν σε συγκεκριμένη θερμοκρασία ώστε, μετά, στη χρήση, να μη χαλάει…. Μόνο έτσι, με την (χριστιανική) υπομονή θα εξέλθεις «εις τον πλατυσμόν» της αγάπης και της ελευθερίας από τα πάθη.
