Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

"Λόγος για την εν Χριστώ εσωτερική εργασία και τη μοναχική ζωή"Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας)




(Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας)

Η μοναχική ζωή είναι ένα δένδρο ψηλό, πυκνόφυλλο και γονιμότατο. Ρίζα της είναι η αποξένωση απ΄ όλα τα σωματικά· κλαδιά της η απαλλαγή της ψυχής από εμπαθείς κλίσεις και το να μην έχει ο μοναχός καμία σχέση προς τα πράγματα από τα όποια έφυγε. Καρπός της είναι η απόκτηση των αρετών, η θεοποιός αγάπη και η αδιάκοπη ευφροσύνη, καθώς λέει ο Απόστολος: « Ο καρπός του Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη κλπ.»(Γαλ. 5, 22).
Η φυγή από τον κόσμο χαρίζει την καταφυγή στο Χριστό. Και κόσμο εννοώ, την αγάπη των αισθητών πραγμάτων και της σάρκας. Εκείνος πού με επίγνωση της αλήθειας αποξενώνεται από αυτά, γίνεται φίλος του Χριστού, αποκτώντας την αγάπη Του, για την οποία αρνήθηκε όλα τα κοσμικά κι αγόρασε το "πολύτιμο μαργαριτάρι"(Ματθ. 13, 46), δηλαδή το Χριστό.



Με το σωτήριο βάπτισμα ντύθηκες το Χριστό(Γαλ. 3, 27)· με αυτό το θείο λουτρό απέβαλες την ακαθαρσία και έλαβες τη λαμπρότητα της πνευματικής χάρης και την ευγένεια πού είχε ο άνθρωπος όταν πλάστηκε. Αλλά τι έγινε; Ή μάλλον, τι έπαθε ο άνθρωπος από την απερισκεψία του; Επειδή αγάπησε τον κόσμο, αλλοίωσε τα θεϊκά χαρακτηριστικά. Επειδή στράφηκε στα πάθη της σάρκας, κακοποίησε τη θεία εικόνα. Το σκοτάδι των εμπαθών λογισμών θάμπωσε τον καθρέφτη της ψυχής στον οποίο εμφανίζεται ο νοητός ήλιος Χριστός. Εσύ όμως καθήλωσες την ψυχή σου με τον φόβο του Θεού.
Κατάλαβες το σκοτάδι της ανωμαλίας του κόσμου. Συνειδητοποίησες το διασκορπισμό της διάνοιας που προξενούν οι κοσμικές μέριμνες. Είδες τον μάταιο περισπασμό που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι από την πολυτάραχη ζωή. Πληγώθηκες με το βέλος του έρωτα της ησυχίας. Ζήτησες την ειρήνη των λογισμών, επειδή εγκολπώθηκες το παράγγελμα: «Ζήτησε την ειρήνη και κυνήγησέ την»(Ψαλμ. 33, 15)· πόθησες την ανάπαυση που αυτή δίνει, επειδή άκουσες το λόγο: «Ξαναγύρισε ψυχή μου στην ανάπαυσή σου(Ψαλμ. 114, 7)». Για όλα αυτά, αναλογίστηκες να ξανακερδίσεις την ευγένεια που έλαβες κατά χάρη με το βάπτισμα, αλλά την έχασες θεληματικά από τα πάθη σου ζώντας στον κόσμο. 
Έτσι λοιπόν έκανες πράξη την αγαθή αυτή γνώμη με το να έρθεις στο ιερό φροντιστήριο, να φορέσεις τα σεμνά άμφια της μετάνοιας και να υποσχεθείς ολόψυχα την παραμονή σου στο μοναστήρι μέχρι θανάτου.
Τώρα έκανες δεύτερη συμφωνία με το Θεό. Την πρώτη την έκανες κατά το βάπτισμα, με την είσοδο σου σ' αυτή τη ζωή· τη δεύτερη τώρα που σπεύδεις προς το τέλος αυτής της ζωής. Τότε σε προσέλαβε ο Χριστός με την ευσέβεια· τώρα προσκολλήθηκες στο Χριστό με τη μετάνοια.
Εκεί βρήκες δωρεά· εδώ παραδέχτηκες ένα χρέος. Τότε, καθώς ήσουν νήπιο, δεν εννόησες το αξίωμα που σου δόθηκε, αν και όταν μεγάλωσες, κατάλαβες το μέγεθος της δωρεάς και έχεις στο στόμα σου χαλινάρι. Τώρα που έχεις τέλεια σκέψη, εννοείς βαθιά τι σημαίνει το ότι συντάχθηκες μ΄ Εκείνον. Πρόσεξε μην τυχόν παραβείς και αυτή την υπόσχεση και σαν αγγείο που έσπασε εντελώς, ριχθείς στο σκότος το εξώτερο, όπου είναι ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων(Ματθ. 8, 12). Γιατί έξω από το δρόμο της μετάνοιας, δεν υπάρχει άλλος δρόμος που ξαναφέρνει στη σωτηρία.
Άκουσε τι σου υπόσχεται ο Δαβίδ: « Έκανες καταφυγή σου τον Ύψιστο. Αφού λοιπόν επέλεξες την κατά Χριστόν ζωή με τις δυσκολίες της, δε θα σε πλησιάσουν πια τα κακά που απέκτησες από την κοσμική σου ζωή. Αφού αποφάσισες να μετανοείς, δε θα σε ακολουθήσει έρωτας χρημάτων, τρυφή, τιμή, καλλωπισμός, ακράτεια των αισθήσεων· δε θα παραμείνουν μπροστά σου παράνομοι, δηλαδή μετεωρισμοί της διάνοιας, αιχμαλωσία του νου, χαύνωση που προκαλούν οι αλλεπάλληλοι λογισμοί, και κάθε άλλη θεληματική εκτροπή και σύγχυση. Ούτε θα βρεθεί μπροστά σου αγάπη γονέων, αδελφών, συγγενών, φίλων και γνωστών· ούτε θα βρει τόπο σε σένα η άκαιρη και ανώφελη συνάντηση και συντροφιά μαζί τους.
Αν αγαπήσεις την απάρνηση των παραπάνω με το σώμα σου και την ψυχή σου, δε θ΄ αγγίξει την ψυχή σου το μαστίγιο του πόνου, και το βέλος της λύπης δε θα πληγώσει την καρδιά σου, ούτε το πρόσωπό σου θα σκυθρωπάσει»(Ψαλμ. 90, 9-10 και 5, 5-6). Εκείνοι δηλαδή που απομακρύνθηκαν από τη φιλήδονη συνήθεια και απώθησαν τον εμπαθή δεσμό με όλα όσα είπαμε, αμβλύνουν τα κεντριά της λύπης. Γιατί ο Χριστός φανερώνεται στην ψυχή που αγωνίζεται και δίνει στην καρδιά ανέκφραστη χαρά, και την πνευματική χαρά δεν μπορεί ποτέ να την αναιρέσει κανένα από τα ευχάριστα ή δυσάρεστα του κόσμου. Μελέτες αγαθές και σωτήριες μνήμες και θεία διανοήματα και λόγοι σοφίας υπηρετούν τον αγωνιστή, και τον φυλάγουν σε όλους τους δρόμους των έργων που κάνει για το Θεό. 
Γι΄ αυτό και πατάει πάνω σε κάθε άλογη επιθυμία και αυθάδη θυμό σαν πάνω σε φίδια ασπίδα και βασιλίσκο, και καταπατεί την οργή σαν λιοντάρι και την ηδονή σαν δράκοντα(Ψαλμ. 90, 13). Και η αιτία τούτου είναι ότι, αφού απομάκρυνε κάθε ελπίδα του από τους ανθρώπους και τα πράγματα που είπαμε, την έδεσε στο Θεό και είναι πλούσιος σε γνώση Θεού και πάντοτε καλεί νοερά το Θεό να τον βοηθήσει. Όπως λέει και στη Γραφή: «Στήριξε την ελπίδα του σ΄ εμένα, γι΄ αυτό και θα τον σώσω· θα τον προφυλάξω, γιατί γνωρίζει το όνομά Μου. Όταν με φωνάξει, θα τον ακούσω, και όχι μόνο θα τον απαλλάξω από εκείνους που τον θλίβουν, αλλά και θα τον δοξάσω»(Ψαλμ. 90, 14-15).
Βλέπεις τους αγώνες και τα ακόλουθα βραβεία όσων ασκούνται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού; Προσπάθησε λοιπόν να κάνεις την κλήση πράξη. Και όπως μονώθηκες σωματικά κι απέβαλες και τα νοήματα των πραγμάτων και άλλαξες αμφίεση, γίνε και ξένος αποθέτοντας και τούς λόγους σου και τους συγγενείς σου. Γιατί αν δε σταματήσεις την περιπλάνηση στα εξωτερικά, δε θα ξεσηκωθείς εναντίον εκείνων που ενεδρεύουν μέσα σου. Αν δεν νικήσεις εκείνους πού σε πολεμούν με τα φανερά, δεν μπορείς να κατατροπώσεις τούς αόρατους εχθρούς. Όταν καταργήσεις τους εξωτερικούς πειρασμούς και αφήσεις τούς εσωτερικούς λογισμούς, τότε διεγείρεται ο νους για τα έργα και τούς λόγους του Πνεύματος. Και αντί να έχεις συναναστροφή με συγγενείς και φίλους, εκτελείς τις αρετές. 
Και αντί να ασχολείσαι με τα μάταια λόγια πού γεννά η κοσμική συναναστροφή, φωτίζει και συνετίζει την ψυχή η μελέτη και η φανέρωση των θεϊκών λόγων, που κινούνται μέσα στη διάνοια. Η απελευθέρωση των αισθήσεων γίνεται δέσμευση της ψυχής. Και η δέσμευση των αισθήσεων, χαρίζει ελευθερία στην ψυχή.
Η δύση του ηλίου φέρνει τη νύχτα. Και ο Χριστός αποχωρεί από την ψυχή και την κυριεύει το σκοτάδι των παθών και τα νοητά θηρία την κατασπαράζουν. Ανατέλλει ο αισθητός ήλιος και τα θηρία μαζεύονται στα σπήλαιά τους. Ανατέλλει και ο Χριστός στο στερέωμα της προσευχόμενης διάνοιας, και φεύγει και χάνεται κάθε κοσμική συνήθεια, η αγάπη της σάρκας περνά και ο νους βαδίζει στο έργο του, δηλαδή στη μελέτη των θείων, "ως το βράδυ"(Ψαλμ. 103, 23). Η έκφραση αυτή δε σημαίνει ότι η εργασία του πνευματικού νόμου περιορίζεται σε κάποιο χρονικό διάστημα ή ότι έχει ορισμένο μέτρο, αλλά ότι διαρκεί ώσπου να φτάσει το τέλος αυτής της ζωής, προκαλώντας την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Αυτό ακριβώς φανέρωνε και ο προφήτης Δαβίδ με τα λόγια: «Πόσο αγάπησα το νόμο Σου, Κύριε! Είναι η μελέτη μου όλη την ημέρα»(Ψαλμ. 118, 97). Ημέρα εννοεί όλη τη διάρκεια της ζωής αυτής.
Σταμάτησε λοιπόν τις εξωτερικές συναναστροφές και πάλεψε με τους εσωτερικούς λογισμούς, έως ότου βρεις τον τόπο της καθαρής προσευχής και τον οίκο όπου κατοικεί ο Χριστός, φωτίζοντας και γλυκαίνοντάς σε με την επίγνωση και την επίσκεψή Του, και κάνοντάς σε να θεωρείς χαρά τις θλίψεις για χάρη Του και να αποφεύγεις τις κοσμικές ηδονές όπως το κατάπικρο αψίνθιο.
Οι άνεμοι σηκώνουν κύματα στη θάλασσα, και αν αυτοί δε σταματήσουν, δεν ησυχάζουν τα κύματα και δεν ημερεύει η θάλασσα. Και τα πνεύματα της πονηρίας ανακινούν μέσα στην ψυχή του αμελούς την ενθύμηση γονέων, αδελφών, συγγενών, γνωστών, συμποσίων, πανηγυριών, θεάτρων και όλες τις άλλες φαντασίες της ηδονής και του υποβάλλουν να τοποθετεί την ευτυχία στα μάτια, στη γλώσσα και στο σώμα. Έτσι και την ώρα εκείνη σπαταλάς μάταια, και στη συνέχεια την ώρα που μένεις μόνος μέσα στο κελί σου, την ξοδεύεις στην αναπόληση εκείνων που είδες και συζήτησες. Και έτσι περνά χωρίς προκοπή η ζωή του μοναχού, καθώς αποτυπώνουν τις μνήμες τους στη διάνοιά του οι κοσμικές ασχολίες, όπως τα πόδια του ανθρώπου αποτυπώνουν τα ίχνη τους πάνω στο χιόνι.

Αν δίνομε τροφή στα θηρία, πότε θα τα θανατώσομε; Κι αν διαρκώς απασχολούμαστε με έργα και λογισμούς της άλογης φιλίας και συνήθειας, πότε θα νεκρώσουμε το φρόνημα της σάρκας; Πότε θα ζήσομε την κατά Χριστόν ζωή πού υποσχεθήκαμε; Τα ίχνη των ποδιών πάνω στο χιόνι ή διαλύονται όταν λάμψει ο ήλιος, ή όταν βρέξει, εξαφανίζονται. Και οι μνήμες που έχουν σκάφτει στη διάνοια, από τη φιλήδονη διάθεση και τις ανάλογες πράξεις, εξαφανίζονται όταν ανατέλλει ο ήλιος στην καρδιά, με την προσευχή και την κατανυκτική βροχή των δακρύων. Ο Μοναχός λοιπόν που δεν πράττει σύμφωνα με το λόγο, πότε θα εξαλείψει από τη διάνοιά του τις εμπαθείς μνήμες;

Οι πρακτικές αρετές τελούνται με το σώμα, αν αφήσεις τη σχέση με τον κόσμο. Οι αγαθές μνήμες εντυπώνονται στην ψυχή και οι θεϊκοί λόγοι αναπαύονται σ΄ αυτήν, αν με συνεχείς προσευχές που αναπέμπονται με θερμή κατάνυξη από τη διάνοια, εξαλείψεις τις μνήμες των προηγουμένων σου πράξεων. Γιατί ο φωτισμός από την πίστη και τη μνήμη του Θεού και τη συντριβή της καρδιάς, αποξέουν σαν ξυράφι τις πονηρές μνήμες. Μιμήσου τη σοφία των μελισσών. Αυτές όταν αντιληφθούν το σμήνος των σφηκών να πετούν γύρω τους, παραμένουν μέσα στην κυψέλη και αποφεύγουν τη βλάβη από τους εχθρούς.

Σφήκες να θεωρείς τις κοσμικές συναναστροφές, τις οποίες αποφεύγοντας με πολλή σπουδή, παράμενε μέσα στο κελί σου στο μοναστήρι. Και από εκεί πάλι να προσπαθείς να μπαίνεις στο εσωτερικότερο φρούριο της ψυχής, που είναι ο οίκος του Χριστού και εκεί αστράφτει αδιατάρακτη ειρήνη και χαρά και γαλήνη. Τα δώρα αυτά, σαν κάποιες ακτίνες τα εκπέμπει από τον εαυτό Του ο νοητός ήλιος Χριστός και με αυτά αμείβει την ψυχή που Τον υποδέχεται με πίστη και καλή ετοιμασία.

Όταν λοιπόν κάθεσαι στο κελί σου, να μνημονεύεις το Θεό, ανυψώνοντας το νου σου απ΄ όλα και οδηγώντας τον άφωνο προς το Θεό, και να συγκεντρώνεις ενώπιον του Θεού όλη τη διάθεση της καρδιάς σου, προσκολλώμενος σ' Αυτόν με την αγάπη. Γιατί η μνήμη του Θεού είναι θεωρία του Θεού, ο οποίος έλκει την όραση και την επιθυμία του νου προς τον εαυτό Του και τον περιλάμπει με το φως Του. Όταν δηλαδή ο νους επιστρέφει στο Θεό, αφήνοντας όλες τις ειδοποιούς έννοιες των όντων, βλέπει χωρίς εικόνες και λαμπρύνει την όρασή του με την αγνωσία αυτή που υπερβαίνει κάθε γνώση, λόγω του ότι η θεία δόξα είναι απρόσιτη. Και ενώ δε γνωρίζει, αφού το βλεπόμενο είναι ακατάληπτο, γνωρίζει ωστόσο επειδή βλέπει την αλήθεια του κυρίως Όντος, του μόνου που έχει το είναι που υπερβαίνει κάθε είναι. Και με την πλούσια αγαθότητα που αναβλύζει από εκεί, τρέφοντας τον έρωτά του και ικανοποιώντας πλήρως την κινητικότητά του, αξιώνεται την χωρίς τέλος μακάρια ανάπαυση. Αυτά είναι τα γνωρίσματα της ορθής μνήμης του Θεού.

Προσευχή τώρα είναι διάλογος της διάνοιας με τον Κύριο. Ο διάλογος αυτός μεταφέρει λόγια δεήσεως στο Θεό, με ολοκληρωτική προσήλωση του νου προς Αυτόν. Γιατί όταν η διάνοια επικαλείται συνεχώς το όνομα του Κυρίου και ο νους προσέχει με ενάργεια στην επίκληση του θείου ονόματος, έρχεται το φως της γνώσεως του Θεού κι επισκιάζει σαν φωτεινή νεφέλη ολόκληρη την ψυχή. Την ορθή μνήμη του Θεού ακολουθεί η αγάπη και η χαρά, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα το Θεό και γέμισα ευφροσύνη»(Ψαλμ. 76, 4). Την καθαρή προσευχή ακολουθεί η γνώση και η κατάνυξη, όπως λέει ο ίδιος: « Όποια μέρα θα σε επικαλεστώ, ιδού, γνωρίζω ότι εσύ είσαι ο Θεός μου»(Ψαλμ. 55, 10), και: «Θυσία πού αρέσει στο Θεό είναι το συντετριμμένο πνεύμα»(Ψαλμ. 50, 19).

Όταν ο νους και η διάνοια στέκονται μπροστά στο Θεό με ενεργό προσήλωση και θερμή δέηση, τότε ακολουθεί και η κατάνυξη της ψυχής. Κι όταν ο νους, ο λόγος και το πνεύμα προσπίπτουν στο Θεό, ο νους με την προσοχή, ο λόγος με την επίκληση και το πνεύμα με την κατάνυξη και την αγάπη, τότε όλος ο εσωτερικός άνθρωπος προσφέρει λατρεία στον Κύριο, σύμφωνα με την εντολή: «Θ΄ αγαπήσεις τον Κύριο, το Θεό σου, με όλη την καρδιά σου»(Δευτ. 6, 5).

Πλην όμως θέλω να γνωρίζεις και τούτο· μήπως ενώ νομίζεις ότι προσεύχεσαι, βαδίζεις μακριά από την προσευχή, κοπιάζεις χωρίς κέρδος και τρέχεις ματαίως. Ό,τι συμβαίνει στην ψαλμωδία, όταν ο νους τρέχει αλλού και διασπάται σε πάθη και διάφορα πράγματα, ώστε να χάνεται το νόημα των ψαλλομένων, το ίδιο γίνεται και με τη διάνοια. Πολλές φορές δηλαδή, ενώ αυτή λέει τα λόγια της προσευχής, ο νους δε συνοδεύει, ούτε προσηλώνεται στο Θεό, με τον οποίο γίνεται η συνομιλία κατά την προσευχή, αλλά εκτρέπεται από διάφορες σκέψεις χωρίς να το καταλάβει.

Έτσι, η διάνοια λέει από συνήθεια τα λόγια, ο νους όμως απομακρύνεται από τη γνώση του Θεού. Γι΄ αυτό και η ψυχή φαίνεται τότε ότι ούτε εννοεί, ούτε έχει διάθεση, επειδή ο νους διασκορπίζεται σε κάποιες φαντασίες και απασχολείται σ΄ εκείνα που τον ξεγελούν ή σ΄ εκείνα που επιθυμεί. Γιατί όταν δεν υπάρχει γνώση της προσευχής και ο δεόμενος δεν παραστέκεται μπροστά σ΄ Αυτόν που παρέχει παρηγοριά, πώς θα γλυκαθεί η ψυχή; Πώς θα ευφρανθεί η καρδιά που υποκρίνεται ότι προσεύχεται, αλλά δεν ενδιαφέρεται για αληθινή προσευχή; Θα ευφρανθεί η καρδιά όσων ζητούν τον Κύριο(Ψαλμ. 104, 3). Ζητεί τον Κύριο εκείνος που με ολόκληρη τη διάνοια και θερμή διάθεση πέφτει εμπρός στο Θεό και απομακρύνει κάθε νόημα του κόσμου για χάρη της γνώσεως και της αγάπης του Θεού, που πηγάζουν από την συνεχή και καθαρή προσευχή.

Για να διασαφηνίσω τη θεωρία που γεννιέται στο νου κατά τη μνήμη του Θεού, και την αξία της διάνοιας κατά την καθαρή προσευχή, θα καταφύγω σε παρομοίωση με το σωματικό μάτι και τη γλώσσα. Ό,τι είναι δηλαδή η κόρη για το μάτι και η προφορά του λόγου για τη γλώσσα, το ίδιο είναι η μνήμη για το νου και η προσευχή για τη διάνοια. Όπως το μάτι όταν δει κάποιο ορατό δε λέει τίποτε, αλλά με την πείρα της οράσεως δέχεται τη γνώση του βλεπομένου, έτσι και ο νους, καθώς μέσω της μνήμης παραδίδεται ερωτικά στο Θεό με την προσκόλληση της διάπυρης διαθέσεως και με τη σιγή της ολότελα απλής νοήσεως, καταφωτίζεται από τη θεία έλλαμψη, λαμβάνοντας αρραβώνα της μέλλουσας λαμπρότητας.

Και πάλι, όπως η γλώσσα, με τα λόγια που λέει, φανερώνει στον ακροατή την αθέατη θέληση του νου, έτσι και η διάνοια, όταν απαγγέλλει τα σύντομα λόγια της προσευχής με θέρμη και χωρίς διακοπή, παρουσιάζει στον παντογνώστη Θεό την αίτηση της ψυχής. Και με την παραμονή στην προσευχή και με την επίμονη συντριβή της καρδιάς, ανοίγουν τα φιλάνθρωπα σπλάχνα του Κυρίου που είναι γεμάτος συμπάθεια, και ο προσευχόμενος δέχεται πλούσια τη σωτηρία, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: « Ο Θεός δε θα απορρίψει την καρδιά που έχει συντριβεί και ταπεινωθεί»(Ψαλμ. 50, 19).

Θα σε χειραγωγήσει στην καθαρή προσευχή και εκείνο που γίνεται με τον επίγειο βασιλιά. Όταν δηλαδή παρουσιαστείς στο βασιλιά, και σωματικά είσαι μπροστά του και με τη γλώσσα τον ικετεύεις και με τα μάτια τον ατενίζεις, κι έτσι προσελκύεις την ευμένειά του. Αυτό κάνε κι εσύ, είτε στη σύναξη της εκκλησίας, είτε μόνος στο δωμάτιό σου. Όταν δηλαδή συνάγεστε στο όνομα του Κυρίου με τους αδελφούς για την ακολουθία, όπως παρίστασαι με το σώμα και προσφέρεις με τη γλώσσα σου στον Κύριο την ψαλμωδία, έτσι να έχεις και το νου σου προσηλωμένο στα λόγια και στο Θεό και να γνωρίζει με ποιον συνομιλεί και ποιον πλησιάζει. Γιατί όταν η διάνοια παραδίδεται με ζέση και καθαρότητα στην προσευχή, τότε η καρδιά αξιώνεται να απολαύσει αναφαίρετη χαρά και ανέκφραστη ειρήνη. Και πάλι όταν παραμένεις μόνος στο δωμάτιό σου, μην αφήνεις την προσευχή από τη διάνοιά σου, με νήψη του νου και συντριβή του πνεύματος· και με τη νήψη θα σε επισκιάσει η θεωρία, η γνώση θα κατασκηνώσει μέσα σου με την προσευχή και η σοφία θα αναπαυτεί εντός σου με την κατάνυξη, εξορίζοντας την άλογη ηδονή και εγκαθιστώντας τη θεία αγάπη.

Πίστεψέ με, σου λέω αλήθεια· αν σε όλη σου την πνευματική εργασία αποκτήσεις αχώριστη την μητέρα των καλών, την προσευχή, αυτή δε θα νυστάξει ώσπου να σου δείξει τον θείο νυμφώνα, να σε οδηγήσει μέσα και να σε γεμίσει ανείπωτη δόξα και ευφροσύνη. Γιατί αυτή αφαιρεί όλα τα εμπόδια, εξομαλύνει το δρόμο της αρετής και τον κάνει εύκολο σ' εκείνον που τη ζητεί.

Πρόσεξε τώρα τον τρόπο της προσευχής της διάνοιας. Η συνομιλία με το Θεό αφανίζει τους εμπαθείς λογισμούς. Η ανάταση του νου στο Θεό φυγαδεύει τις έννοιες του κόσμου. Η κατάνυξη της ψυχής απομακρύνει τη φιλία της σάρκας. Και τότε φανερώνεται η προσευχή, από την ασίγητη απαγγελία του θείου ονόματος, ότι είναι συμφωνία και ένωση του νου, του λόγου και της ψυχής. « Όπου είναι -λέει ο Κύριος-, δύο ή τρεις συναγμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους»(Ματθ. 18, 20). Έτσι λοιπόν η προσευχή, ανακαλώντας τις δυνάμεις της ψυχής από το διασκορπισμό που προκαλούν σ' αυτές τα πάθη, τις συνδέει μεταξύ τους· και συνδέοντας τότε μαζί της την τριμερή ψυχή, τη συμφιλιώνει με τον ένα τρισυπόστατο Θεό. Πρώτα, δηλαδή, με τους τρόπους της αρετής αφαιρεί από την ψυχή την ασχήμια της αμαρτίας· έπειτα, αφού ξαναζωγραφίσει στην ψυχή το κάλλος των θείων χαρακτήρων με την αγία γνώση που δίνει, την παρουσιάζει στο Θεό. Και η ψυχή παρευθύς γνωρίζει τον Ποιητή της, όπως λέει ο Ψαλμωδός: « Όποια μέρα σε επικαλεστώ, ιδού, γνωρίζω ότι εσύ είσαι ο Θεός μου»(Ψαλμ. 55, 10)· και αυτή, γνωρίζεται από το Θεό. Γιατί ο Κύριος γνωρίζει τους δικούς Του(Β΄ Τιμ. 2, 19).

Τον γνωρίζει, γιατί έχει μέσα της καθαρή την εικόνα Του, και κάθε εικόνα αναφέρεται στο πρωτότυπο· και γνωρίζεται από Αυτόν για την ομοίωσή της με Αυτόν λόγω των αρετών, με τις οποίες και γνώση Θεού έχει, και γνωρίζεται από το Θεό.

Εκείνος που ζητάει την εύνοια του βασιλιά, μεταχειρίζεται τρεις τρόπους: ή απευθύνει λόγους ικεσίας, ή στέκεται σιωπώντας, ή πέφτει στα πόδια εκείνου που μπορεί να τον βοηθήσει. Έτσι και η καθαρή προσευχή, συναπτόμενη με το νου, το λόγο και το πνεύμα, με το λόγο επικαλείται το θείο όνομα, με το νου ατενίζει σταθερά τον παρακαλούμενο Θεό, ενώ με το πνεύμα εκδηλώνει την κατάνυξη, την ταπείνωση και την αγάπη. Και έτσι εξευμενίζει την άναρχη Τριάδα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον ένα Θεό.

Όπως η ποικιλία των φαγητών ανοίγει την όρεξη να τα δοκιμάσει κανείς, έτσι και οι διάφορες έννοιες των αρετών ξυπνούν την κινητικότητα του νου. Γι΄ αυτό, βαδίζοντας το δρόμο της διάνοιας, να διαλέγεις τα λόγια της προσευχής και ν΄ απευθύνεσαι στον Κύριο με αδιάκοπες φωνές χωρίς να αποθαρρύνεσαι· να δέεσαι συνεχώς μιμούμενος την αναίδεια της χήρας που πέτυχε να κάμψει τον αμείλικτο δικαστή. Τότε βαδίζεις σύμφωνα με τις επιταγές του Πνεύματος(Γαλ. 5, 16)· δεν προσέχεις τις σαρκικές επιθυμίες και δε διακόπτεις με κοσμικούς λογισμούς τη συνέχεια της προσευχής, αλλά γίνεσαι ναός του Θεού καθώς Τον υμνείς απερίσπαστος. Όταν ασκείς έτσι την κατά διάνοια προσευχή, αξιώνεσαι να φτάνεις και στη μνήμη του Θεού και να εισέρχεσαι στα άδυτα του νου και να κατοπτεύεις τον Αόρατο με μυστικές θεωρίες και μόνος να λατρεύεις στη μόνωση μόνο το Θεό πλημμυρίζοντας από γνώση μαζί με αγάπη.

Όταν λοιπόν δεις να σε κυριεύει χαύνωση στην προσευχή, τότε να μεταχειρίζεσαι βιβλίο, και διαβάζοντας προσεκτικά, να δέχεσαι μέσα σου τη γνώση. Μην προσπερνάς βιαστικά τα λόγια, αλλά να τα στοχάζεσαι βαθιά και να θησαυρίζεις το νόημά τους. Ύστερα να αναλογίζεσαι όσα διάβασες, ώστε με τη μελέτη αυτή να τα κατανοείς, να γλυκαίνεται η διάνοιά σου και να σου μένουν αλησμόνητα. Κι έτσι ν΄ αναρρίπτεται ο ζήλος σου για τα θεία διανοήματα, σύμφωνα με το ρητό: «Κατά τη μελέτη μου θ΄ ανάψει μέσα μου φωτιά»(Ψαλμ. 38, 4). Όπως η τροφή με τη μάσηση ευχαριστεί τη γεύση, έτσι και τα θεία λόγια, όταν στρέφονται μέσα στην ψυχή, τρέφουν και κατευφραίνουν τη διάνοια, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Πόσο γλυκά είναι τα λόγια Σου στο λάρυγγά μου!»(Ψαλμ. 118, 103). Ν΄ αποστηθίζεις και λόγια του Ευαγγελίου και αποφθέγματα των μακαρίων Πατέρων και να ερευνάς τους βίους τους, για να τα έχεις μελέτημά σου κατά τις νύχτες· ώστε όταν η διάνοιά σου κουραστεί από την προσευχή, να την ανανεώνεις με την ανάγνωση και τη μελέτη των θείων λόγων και να την κάνεις προθυμότερη στην προσευχή. Επίσης να χρησιμοποιείς την ψαλμωδία, αλλά με φωνή πολύ σιγανή και με παρακολούθηση από το νου, δίχως να ανέχεσαι ν΄ αφήσεις κάποιο λόγο να περάσει χωρίς να τον εννοήσεις.

Κι αν ποτέ κάτι διαφύγει την προσοχή σου, επανάλαβε το στίχο, όσες φορές χρειαστεί, μέχρις ότου κάνεις το νου σου να παρακολουθεί τα λεγόμενα. Γιατί ο νους έχει τη δύναμη και να ψάλλει με το στόμα, και το Θεό να μνημονεύει. Και αυτό διδάξου το από τη φυσική πείρα. Όπως δηλαδή εκείνος που βρίσκεται και συνομιλεί με κάποιον, τον βλέπει ταυτόχρονα και με τα μάτια του, έτσι κι εκείνος που ψάλλει με τα χείλη μπορεί συνάμα και να ατενίζει με τη μνήμη το Θεό. Τις γονυκλισίες μη τις αφήνεις, γιατί με το γονάτισμα εικονίζεται η πτώση της αμαρτίας και γίνεται ένα είδος εξομολογήσεως, ενώ με την ανόρθωση υποδηλώνεται η μετάνοια και συμβολίζεται η υπόσχεση για ενάρετο βίο. Κάθε γονυκλισία να γίνεται με τη νοερή επίκληση του Χριστού, ώστε πέφτοντας μπροστά στον Κύριο με την ψυχή και με το σώμα, να κάνεις ευδιάλλακτο το Θεό των ψυχών και των σωμάτων.

Αν, τέλος, απασχολήσεις και τα χέρια σου με κάποιο έργο αθόρυβο μαζί με την κατά διάνοια προσευχή, για να αποκρούεις τον ύπνο και τη ραθυμία, και τούτο συμβάλλει στον ασκητικό αγώνα.

Όλες αυτές οι εργασίες, όταν γίνονται μαζί με την προσευχή, ακονίζουν το νου, εξορίζουν την ακηδία, κάνουν πιο ζωηρή την ψυχή και το νου οξύτερο και θερμότερο στην απασχόλησή του με την κατά διάνοιαν εργασία.

Όταν χτυπήσει το τάλαντο, βγες από το κελί σου, έχοντας τα σωματικά μάτια στραμμένα στη γη και τη διάνοια στερεωμένη στη μνήμη του Θεού. Αφού μπεις στην εκκλησία και πάρεις τη θέση σου στο χορό, μήτε να αργολογείς με τον διπλανό σου Μοναχό, μήτε να μετεωρίζεσαι με το νου σε ματαιότητες. Αλλά ν΄ ασφαλίζεις τη γλώσσα σου με μόνη την ψαλμωδία και τη διάνοιά σου με την προσευχή. Όταν γίνει απόλυση, πήγαινε στο δωμάτιό σου και άρχισε τον κανόνα που σου έχει οριστεί.

Όταν πας στην τράπεζα, μην παρατηρείς γύρω τις μερίδες των αδελφών, μήτε να αφήνεις την ψυχή σου σε διάφορες υποψίες όχι καλές. Να βλέπεις και να τρως εκείνα που έβαλαν εμπρός σου, δίνοντας στο στόμα την τροφή, στην ακοή την ακρόαση των αναγνωσμάτων και στην ψυχή σου την προσευχή. Έτσι θα τρέφεσαι σωματικά και πνευματικά και θα δοξολογείς ολοκληρωμένα Αυτόν που σου παρέχει πλούσια τα αγαθά της επιθυμίας σου. Από εκεί αφού σηκωθείς με σεμνότητα και σιωπή, πήγαινε στο κελί σου και σαν εργατική μέλισσα να επιδοθείς στην εργασία των αρετών.

Όταν εκτελείς μια διακονία μαζί με τους αδελφούς, να εργάζονται τα χέρια σου, τα χείλη να σιωπούν και ο νους να μνημονεύει το Θεό. Και αν κανένας αρχίσει να αργολογεί, για να διακόψεις αυτή την αταξία σήκω και βάλε μετάνοια.

Ν' αποδιώχνεις τούς λογισμούς και να μην τους επιτρέπεις να διαβαίνουν από την καρδιά σου και να πολυκαιρίζουν σ΄ αυτήν, γιατί η παραμονή των εμπαθών λογισμών ζωογονεί τα πάθη και θανατώνει το νου. Αμέσως την ώρα που σε προσβάλλουν, με την πρώτη κίνηση του νου, βιάσου να τους εξοντώσεις με το βέλος της προσευχής. Κι αν επιμένουν να σε ενοχλούν και να προκαλούν σύγχυση στη διάνοιά σου, και άλλοτε να υποχωρούν, ενώ άλλοτε να επιτίθενται, να ξέρεις ότι είναι οχυρωμένοι πίσω από προηγούμενό σου θέλημα. Και επειδή έχουν αποκτήσει δικαιώματα στην ψυχή σου λόγω της ήττας της προαιρέσεώς της, για αυτό σε ταράζουν και σε ενοχλούν. Γι΄ αυτό πρέπει να τούς στηλιτεύεις με την εξομολόγηση· γιατί όταν φανερωθούν οι πονηροί λογισμοί, τρέπονται σε φυγή. Όπως δηλαδή όταν φωτίζει το φως, το σκότος υποχωρεί, έτσι και το φως της εξομολογήσεως αφανίζει τούς λογισμούς των παθών, πού κι αυτοί είναι σκότος. Τούτο γίνεται επειδή η κενοδοξία και η άνεση, λόγω των οποίων έβρισκαν τόπο οι λογισμοί, καταστράφηκαν με την αισχύνη της εξομολογήσεως και την κακοπάθεια του κανόνα πού επιβλήθηκε.

Έτσι, καθώς οι λογισμοί βρίσκουν τη διάνοια ελεύθερη από τα πάθη με τη συνεχή και την κατανυκτική προσευχή, τρέπονται σε φυγή ντροπιασμένοι. Όταν ο αγωνιστής προσπαθεί με την προσευχή να ανακόπτει τούς λογισμούς πού τον ταράζουν, τούς ανακόπτει για λίγο και εμποδίζει τα ποικίλα νοήματά τους καθώς παλεύει και αντιπολεμά· δε λυτρώνεται όμως τελείως, γιατί αποδέχεται τις αιτίες των λογισμών πού τον ενοχλούν, δηλαδή τη σωματική ανάπαυση και την επιθυμία των κοσμικών τιμών, και γι΄ αυτές τις αιτίες δε σπεύδει στην εξομολόγηση. Έτσι δεν έχει ειρήνη, αφού κατέχει αυτά πού ανήκουν δικαιωματικά στους εχθρούς. Ποιος είναι εκείνος πού κατέχει ξένα σκεύη και δεν του τα ζητούν οι ιδιοκτήτες τους; Και ποιος, πού δεν αποδίδει όταν του ζητούν εκείνα πού κακώς κατέχει, ελευθερώνεται από τούς αντιδίκους του; Όταν όμως ο αγωνιζόμενος, ενισχυμένος από τη μνήμη του Θεού, αγαπήσει την εξουθένωση και την κακοπάθεια της σάρκας και προχωρήσει χωρίς να ντρέπεται στην εξομολόγηση των λογισμών του, αμέσως οι εχθροί αναχωρούν και η διάνοια ελευθερωμένη εξασφαλίζει αδιάκοπη τη συνέχεια της προσευχής και τη μελέτη των θείων.

Κάθε υπόνοια πού δημιουργείται στην καρδιά σου εναντίον κάποιου, να την απορρίπτεις τελείως, γιατί καταλύει την αγάπη και την ειρήνη. Κάθε συμφορά πού σου έρχεται απ΄ έξω, να τη δέχεσαι με γενναιότητα, γιατί προξενεί τη σωτήρια υπομονή, την υπομονή πού χαρίζει τη διαμονή και την ανάπαυση στους ουρανούς. Όταν έτσι περνάς τις ημέρες σου, θα ζήσεις την παρούσα ζωή με καλή διάθεση, καθώς θα σε ευφραίνουν οι μακάριες ελπίδες, ενώ κατά το θάνατό σου θα μετατεθείς από τα εδώ με παρρησία και θα μεταβείς στους τόπους της αναπαύσεως, τούς οποίους σου ετοίμασε ο Κύριος, ως ανταπόδοση των εδώ κόπων σου, για να συμβασιλεύσεις με Αυτόν.

Στον Κύριο ανήκει κάθε τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο, αγαθό και ζωοποιό Του Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και σε όλους τούς αιώνες. Αμήν.

--------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, σελ. 145-154).

Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας: "Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια" (Από τη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών)



(Από τη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών)

Σύντομη βιογραφία: Ο Θεόληπτος, ο πραγματικά μεγάλος φωστήρας της Φιλαδέλφειας, ήκμασε στα χρόνια τον Ανδρονίκου Β' του Παλαιολόγου, γύρω στο 1325. Έζησε πρώτα στο Άγιον Όρος τον αναχωρητικό βίο, και από εκεί ανέλαβε ως προκαθήμενος τη Μητρόπολη Φιλαδέλφειας. Έγινε καθοδηγητής του αγίου Γρηγορίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (τον Παλαμά) και μυσταγωγός του στα άριστα μαθήματα. Τον μυσταγώγησε στην ιερή νήψη και τη νοερά προσευχή, ενώ ακόμη ήταν κοσμικός, όπως αναφέρεται στο βίο αυτού τον Γρηγορίου που έγραψε ο πατριάρχης Φιλόθεος.

Ο παρών λόγος που φιλοπονήθηκε από αυτόν, αποτελεί άριστη παρουσίαση και ακριβή κανόνα της μελέτης που ενεργείται εσωτερικά στο όνομα του Χριστού. Τα ακόλουθα κεφάλαιά του έχουν συντεθεί άριστα με θεία νοήματα και καθαρότητα διατυπώσεως. Όλα αυτά έχουν ενταχθεί εδώ με τα λοιπά, γιατί είναι χρήσιμα όσο τίποτε άλλο και αξιόλογα για όσους επιζητούν με ζήλο ν' αποκτήσουν σε σύντομη επιτομή το θεόσοφο μάθημα της πνευματικής φιλοσοφίας.


Εισαγωγικά σχόλια: Ο διάσημος διδάσκαλος της νοεράς προσευχής Θεόληπτος και εξακριβωμένα διδάσκαλος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, φέρεται ότι γεννήθηκε το 1250 και εκοιμήθη εν Κυρίω το 1324-26. Διετέλεσε έγγαμος ιεροδιάκονος, αλλά από συμφώνου διεζεύχθη για να επιδοθεί στους ανθενωτικούς αγώνες κατά την ενωτική σύνοδο της Λυών. Μετέβη στον Άθω και εμόνασε στους κύκλους των ησυχαστών, από τους οποίους διδάχθηκε την νοερά προσευχή και νήψη.

Αργότερα ανεχώρησε για την Κωνσταντινούπολη για να πολεμήσει την ενωτική πολιτική του Μιχαήλ Παλαιολόγου και για τη δράση του θεωρήθηκε ως ομολογητής, αφού υπέστη βασανισμούς και ειρκτή από τον αυτοκράτορα. Μετά το θάνατο του Μιχαήλ Η' ελευθερώθηκε και ετιμάτο από τον λαό για τον ασκητικό βίο και την ορθοδοξία του.

Κατά το 1284 η πατριαρχική σύνοδος τον εξέλεξε μητροπολίτη Φιλαδέλφειας, όπου ανέπτυξε σημαντική δράση, αλλ' αργότερα, για λόγους εκκλησιαστικούς, περιορίστηκε στην επαρχία του. Έγραψε διάφορες πραγματείες, που μένουν ανέκδοτες και θεωρείται ότι άσκησε αποφασιστικήν επίδραση στην πνευματικήν αναγέννηση της εποχής, που επισφραγίστηκε με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά στη μυστική θεολογία και με το όνομα του Νικολάου Καβάσιλα στη λειτουργική ζωή.

Οι άγιοι ανθολόγοι της Φιλοκαλίας, φαίνεται ότι δεν βρήκαν άλλα έργα του οσίου Θεολήπτου, πλην ενός «Λόγου περί μοναδικού επαγγέλματος» και εννέα Κεφάλαια με τον ίδιο τίτλο, τα οποία και παρέθεσαν. Από την ανάκριση των χρονολογιών, προκύπτει ότι υπήρξεν όντως διδάσκαλος της νηπτικής και ασκητικής αγωγής του αγίου Γρηγορίου, προ της μονάσεώς του, δηλαδή προ της ηλικίας των είκοσι ετών, που ανεχώρησε για το άγιον Όρος. Γιατί ο μεν θείος Γρηγόριος από το 1321 μέχρι το 1340 παρέμενε συνεχώς στον Άθω, πλην δυο βραχυτάτων ταξειδίων που έκανε στην Κωνσταντινούπολη, χάρη των μοναζουσών κατά σάρκα αδελφών του, ο δε όσιος Θεόληπτος δεν επανήλθε ποτέ στο άγιον Όρος.

Τα μικρά αυτά έργα απηχούν την παράδοση των ησυχαστών, στις κοινότητες των οποίων εθήτευσεν ο Θεόληπτος περίπου μιά δεκαετία. Και στις γενικές γραμμές, αλλά και στις λεπτομέρειες, θυμίζουν δέκατο τέταρτον ησυχαστικόν αιώνα, όπου εξαίρεται η εργασία της νοεράς προσευχής, της νήψεως, της ασκητικής παραδοσιακής αγωγής και των καρπών της ιεράς ησυχίας.

Σοβαρός ερευνητής του βίου και του έργου του οσίου Νικηφόρου μονάζοντος, θέλει τον Θεόληπτον μαθητήν του. Οι δύο άνδρες ήσαν βεβαίως σύγχρονοι και κοινωνοί των δεσμών και της φυλακής, για την αντίθεσή τους στην ψευδένωση των Εκκλησιών, αλλά στα γραπτά του Θεολήπτου ούτε καν μνεία απλή γίνεται της ψυχοσωματικής μεθόδου, της οποίας επινοητής και διδάσκαλος είναι ο Μονάζων Νικηφόρος.

Η διδαχή του Θεολήπτου, καθαρώς εμπειρική, δεν παρουσιάζει καμμία πρωτοτυπία πλην της ιδιοτυπίας της, ενώ αποτελεί απλανή κανόνα ορθοδόξου πνευματικής πορείας, τη βάση της οποίας κατέχει η νοερά προσευχή, η νήψη και γενικά η επίπονη ασκητική αγωγή. Και είναι περίεργο —ας γραφεί αυτό ακαδημαϊκώς— πώς η επί εικοσαετίαν μαθήτρια του Θεολήπτου, «βασίλισσα» Ειρήνη Ευλογία Χούμναινα Παλαιολογίνα, κατά ένα τρόπον αντινομικόν, έγινε η πιο εμπαθής αντίπαλος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, κατά τις γνωστές έριδες του 14ου αιώνος! Εκτός αν, μη διαφωνούσα για όσα αναφέρονται στην νοερά προσευχή, αντετίθετο, όπως ο προστατευόμενός της Ακίνδυνος, στο δογματικό ζήτημα της διακρίσεως Ουσίας και Ενεργείας του Θεού.

--------------------------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, σελ. 142-144).   

"Στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ" (Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας)


(Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας) 
1. – Ἡ σημερινή λαμπρή ἡμέρα τῆς Μεταμόρφωσης, ἀπαιτεῖ νά ἐξηγήσω στήν ἀγάπη σας -ἀνάλογα μέ τή Χάρη πού μοῦ δόθηκε ἀπό τόν Χριστό πού μεταμορφώθηκε- τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς. Καί ἔτσι, ἀφοῦ μάθουμε τή δύναμη τοῦ μυστηρίου πού κρύβεται μέσα της, νά ἑορτάζουμε ἀπό δῶ καί πέρα ὄχι μόνο ψάλλοντας ἱερούς ὕμνους, ἀλλά καί μέ σωστή ζωή. Ἐπειδή αὐτό ἀκριβῶς, δηλαδή ἡ προκοπή μας στά καλά ἔργα, ἀποδεικνύει καί ὅτι ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς δωρεᾶς πού ἀξιωθήκαμε καί ὅτι ἔχουμε ἀνακαλύψει τό θησαυρό της, τιμώντας ἔτσι σεβαστικά τήν ἑορτή καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα μας.
2. – Ἐκεῖνος πού βαδίζει σέ πεδιάδα περπατάει εὔκολα, ἐπειδή ὁ τόπος εἶναι ὁμαλός καί διευκολύνει τήν ὁδοιπορία. Ὅποιος ὅμως ἀνεβαίνει σέ βουνό κοπιάζει καί λούζεται στόν ἱδρώτα, ἐξαιτίας τῆς ἀνηφοριᾶς, τῆς σωματικῆς πίεσης καί τῆς κόπωσης πού ἐκείνη προκαλεῖ.


Μέ ἴσια, ὁμαλή καί εὐκολοπερπάτητη γῆ, παρομοίασε τό βίο μέσα στίς ἡδονές, τήν ἄνεση καί τήν τρυφή τῆς “κατά σάρκαν” ζωῆς. ᾿Eπειδή ἡ ζωή αὐτή περνάει μέσα στήν ἄνεση καί τήν εὐκολία τῶν μάταιων ἡδονῶν.
Μέ βουνό πάλι, παρομοίασε τήν ἐνάρετη ζωή, ἐξαιτίας τῆς ἐγκράτειας σέ ὅλα, τῆς ἀγριάδας τῆς ἄσκησης καί τοῦ πόνου πού ὑποφέρουμε ἀπ’ ὅσα θλιβερά μᾶς ἀπαντοῦν στή ζωή.
3. – Ὅποιος συζεῖ μέ τήν ἐγκράτεια καί πορεύεται σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ὅποιος καταμαραίνει τίς σωματικές ἡδονές, ἐκεῖνος ἀποδεικνύεται, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, πιστός καί θερμός μαθητής τοῦ Κυρίου. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, θανατώνει τό κοσμικό φρόνημα, καταργεῖ τούς σαρκικούς λογισμούς, ἑτοιμάζεται γιά τήν κακοπάθεια πού συνεπάγεται τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐλέγχει ἐκείνους πού ζοῦν ἄσχημη καί ἁμαρτωλή ζωή καί ὑπομένει γιά χάρη τῆς ἀλήθειας τίς κακώσεις πού αὐτοί τοῦ προκαλοῦν, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι τό ζῆλο τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου.
Ὅποιος πάλι ἔχει κάνει ἀπόλαυση καί τροφή τῆς διανοίας του τά ἱερά λόγια, ὅποιος φλέγεται ἀπό τήν ἐπιθυμία τῆς μελέτης καί ἀσχολεῖται ἐπίμονα καί εὐχάριστα μέ τούς λόγους τῆς φύσεως καί τήν κατανόηση τῆς ἀλήθειας, αὐτός μιμεῖται τόν τρόπο σκέψεως καί ζωῆς τοῦ εὐαγγελιστή Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου. Αὐτός μέ τό σῶμα, τήν ψυχή καί τή διάνοια ἀκολουθεῖ κατά βῆμα τόν Κύριο. Αὐτός πάντα τρέχει τό θλιβερό δρόμο τῆς ἀρετῆς, ἀνεβαίνει στό νοητό ὄρος καί προσεύχεται ἀπερίσπαστα. Ἐπειδή ἐκεῖ ἐκτελεῖται ἡ καθαρή προσευχή, πού διώχνει μακριά κάθε ἔννοια αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί φωτίζει ὁλόκληρο τό νοῦ, αὐξάνοντάς τον μέ τό λάδι τῆς θείας ἀγάπης καί καταυγάζοντάς τον μέ θεῖες φωτοχυσίες.
4. – Ὅταν ὁ νοῦς φωτίζεται μέ τή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί ὅταν, μέ τήν ἀπερίσπαστη προσευχή, λάμπει καί ἀκτινοβολεῖ ἀπό τή θεία γνώση, ὅταν ἐπίσης διατηρεῖ καθαρά ὅλα τά κινήματα τοῦ σώματός του, τότε ἀπό τό στόμα βγαίνουν λόγια γεμάτα σύνεση καί σοφία. Τότε τά αἰσθητήριά του καλύπτονται ἀπό τή ὀμορφιά τῆς σεμνότητας καί τά σωματικά μέλη του κοπιάζουν στή διακονία τῶν καλῶν πράξεων. Τότε ὅλος ὁ ἄνθρωπος γίνεται φῶς, γιατί ἡ ψυχή γίνεται λυχνάρι του φωτεινό, πού φέγγει ‘τό φῶς τό ἀληθινό, ἐκεῖνο πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο” τῶν ἀρετῶν. (Ἰωάν. 1,19).
5. – Αὐτός πού ζεῖ καί πορεύεται μ’ αὐτό τόν τρόπο «δέν συμμορφώνει τή ζωή του μέ τό φρόνημα αὐτοῦ τοῦ κόσμου» (Ρωμ. 12,2 & Γαλ. 1,4) πού φθείρεται καί πεθαίνει. Αὐτός, ἀκούγοντας τόν ἀπόστολο Παῦλο -ὁ ὁποῖος βλέποντας τά ἀθέατα, λέει ὅτι ‘ὁ Θεός θά ἀφανίσει τή μορφή αὐτοῦ τοῦ κόσμου” (Α΄ Κορ. 7, 31)- δέν γυρίζει πίσω στά ἐπίγεια πράγματα. Αὐτός ξεπερνάει ὅσα φθείρονται καί χάνονται, ὅσα ἔχουν μόνο σχῆμα καί ὄχι ὕπαρξη. Γιατί, ὅπως τό σχῆμα ἐμφανίζεται γιά λίγο καί μετά ἀφανίζεται, ἔτσι καί τά πράγματα τῆς ζωῆς αὐτῆς δέν ἔχουν τίποτα σίγουρο καί σταθερό. Γι’ αὐτό λοιπόν, αὐτός ὁ ἄνθρωπος, καί τό λογισμό του ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἐπιθυμία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων καί τά εὐχάριστα αὐτῆς τῆς ζωῆς, τά περιφρονεῖ ὡς κάτι οὐσιαστικά ἀνύπαρκτο. Αὐτός ἀγκαλιάζει μ’ ὅλη του τήν ὕπαρξη τά ἀθάνατα πράγματα τῆς μέλλουσας ζωῆς. Αὐτός μεταμορφώνεται συνεχῶς, μέ τό νά ἐπιστρέφει καθημερινά στόν ἑαυτό του καί μέ τό νά ἀναμορφώνει κάθε ὥρα καί στιγμή τόν τρόπο τῆς σκέψης του, ἔτσι ὥστε, μέ τήν ἐπίδοση καί τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, νά ἀποχωρίζεται τά κακά καί νά ἐγκολπώνεται τά ἀγαθά.
6. – Ὅταν ὁ ἀγωνιστής τῆς εὐσέβειας καλλιεργεῖ τόν ἑαυτό του καί προκόβει ἀνεβαίνοντας σέ τέτοια πνευματικά ὕψη -ἐπειδή ἀκριβῶς οἰκοδομεῖται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἐπειδή λάμπει σάν φωτεινό ἀστέρι- παρακινεῖ καί ἀνάβει καί τῶν ἄλλων τόν ζῆλο, γιά τή μίμηση τοῦ καλοῦ. Ἔτσι τιμάει τή Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ μέ ὅλο του τό σῶμα καί μέ ὅλο του τό πνεῦμα, γνωρίζοντας βαθιά καί οὐσιαστικά τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς καί ἑρμηνεύοντάς το ἔμπρακτα στό περιβάλλον του. Γιατί ὁ Χριστός μέ τήν θεία Του Μεταμόρφωση, προμήνυσε ταυτόχρονα καί τήν ἄρρητη δόξα, μέ τήν ὁποία θά ἔρθει νά κρίνει τόν σύμπαντα κόσμο. Ἔκανε ἀκόμα ὁλοφάνερη τήν λαμπρότητα τῆς ὁποίας θά γίνουν μέτοχοι ἐκεῖνοι πού θά εὐαρεστήσουν στόν Θεό. Τέλος δίδαξε κάθε πιστό νά προετοιμάζει πάντα τόν ἑαυτό του, ὥστε νά εἶναι κάθε στιγμή δοχεῖο κατάλληλο καί χωρητικό τῆς θείας ζωῆς καί τῆς μέλλουσας μακαριότητας, ὄντας σάν τό κερί πάντα σέ θέση νά δεχθεῖ τό θεῖο φῶς.
7. – Συμβαίνει μέ τόν πιστό ὅ,τι ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τό κερί. Αὐτό καθώς λυώνει μέ τήν πύρωση τῆς φωτιᾶς, λόγῳ τῆς λιπώδους του φύσεως, τρέφει καί συντηρεῖ τή φωτιά, διατηρώντας ἔτσι τό φῶς καί καταφωτίζοντας ὅσους τό πλησιάζουν. Ὁ πιστός ἄνθρωπος, ἔχοντας συμπήξει μέσα του τά κεριά τῆς θείας γνώσεως -πού εἶναι ἀκριβῶς τά ἄνθη τῆς ἀρετῆς- καί ἔχοντας ξεκόψει, μέ τή βοήθεια καί τή θέρμη τοῦ θείου ἔρωτος, ἀπό κάθε γήινη ἐπιθυμία, ἔχει οὐσιαστικά προετοιμάσει ἀπό ἐδῶ κιόλας τόν ἑαυτό του, γιά νά γίνει ἐκεῖνο τό κατάλληλο λυχνάρι. Βασισμένος στό νόμο τῆς θείας ἀγάπης, περιμένει κι αὐτός μέ λαχτάρα νά ὑποδεχθεῖ, ὅταν ἔρθει ἡ μέλλουσα ζωή, τό θεῖο καί ἄρρητο ἐκεῖνο Φῶς καί νά ἀπολαύσει τήν συνεχή καί ἀτελεύτητη λαμπρότητα, πού πηγάζει ἀπό ἐκεῖ.
8. – Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί ὁ κόπος πού καταβάλλεται γιά τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, γίνονται τροφοδότες τῆς θείας δόξας. Ὁ Κύριος, καθώς γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ἔχει πεῖ: ‘Θά ἀγαπήσω αὐτόν πού τηρεῖ τίς ἐντολές μου καί θά τοῦ φανερώσω τόν ἑαυτό μου” (Ἰωάν. 14,21). Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, τό αἰσθητό φῶς καταναλώνει τό κερί γιά νά συντηρηθεῖ, ἔτσι καί ἡ δόξα τοῦ Θείου φωτός, τροφοδοτεῖται ἀπό τίς ἀρετές τῆς ψυχῆς καί καταλάμπει ἐκείνους, πού τή δέχονται μέσα τους.
Ὁ Χριστός ἔχει πεῖ: ‘Τροφή μου εἶναι τό νά κάνω τό θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατέρα μου, πού μέ ἔχει στείλει καί νά τελειώσω τό ἔργο Του” (Ἰωάν. 4,34). Καί ὁ προφήτης Δαυίδ λέει: ‘Μέσα στό θέλημά Του εἶναι κρυμμένη αἰώνια ζωή” (Ψαλμ. 29,6).
9. – Κατά συνέπεια, ὁ ἐργάτης τοῦ ἀγαθοῦ καί θά ζήσει καί θά θερίσει τούς καρπούς τῶν κόπων του, μέ τή Χάρη τοῦ Καθηγητή τῆς σωτηρίας μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος δοξάζει αὐτούς πού Τόν δοξάζουν.
Σ’ Αὐτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση, μαζί μέ τόν Ἄναρχο Πατέρα Του καί τό Πανάγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα Του, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
----------------------------------------------------

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Υποτιμά ο Απ. Παύλος το γυναικείο φύλο; του Στέλιου Μπαφίτη

Υποτιμά ο απ. Παύλος το γυναικείο φύλο; Ας ακούσουμε τον ίδιο τον απόστολο. Παρακάτω, παρουσιάζουμε τα επίμαχα χωρία από τις επιστολές του.

«Περί δε των όσων μοι εγράψατε, καλόν είναι εις τον άνθρωπον να μη εγγίση εις γυναίκα• διά τας πορνείας όμως ας έχη έκαστος την εαυτού γυναίκα, και εκάστη ας έχη τον εαυτής άνδρα. Ο ανήρ ας αποδίδη εις την γυναίκα την οφειλομένην εύνοιαν• ομοίως δε και η γυνή εις τον άνδρα. Η γυνή δεν εξουσιάζει το εαυτής σώμα, αλλ' ο ανήρ• ομοίως δε και ο ανήρ δεν εξουσιάζει το εαυτού σώμα, αλλ' η γυνή» 
(Απόστολος Παύλος, Α’ Κορινθίους, Ζ 1-4).

Апостол Павел
Αν ανατρέξουμε στο υπόμνημα του Π. Τρεμπέλα «Εις τας επιστολάς της Καινής Διαθήκης», τόμος Α’, σελ. 295, παρατηρούμε τα εξής:

«…καλόν είναι εις τον άνθρωπον να μη εγγίση εις γυναίκα…»:
«Δεν είπεν ανδρί, αλλά γενικώς ανθρώπω, ίνα συμπεριλάβει και τας γυναίκας».

«…διά τας πορνείας όμως…»:
«Αντιθετικός. Το χωρίον επεκρίθη ως εκφράζον πολύν χαμηλήν ιδέαν περί γάμου. Ο απόστολος όμως δεν εκθέτει ενταύθα πλήρη θεωρίαν περί γάμου, ούτινος ακόμη και εν σ. 14 αλλά και εν ια’ 3, Εφεσίους ε’ 25-27 εξαίρει την ηθικήν πλευράν. Αλλά εις κοινωνίαν πλήρη πειρασμών συμβουλεύει ως «το ασφαλές και βοηθούν ημών τη ασθενεία το τη νομίμω κεχρήσθαι γυναικί και τω νομίμω ανδρί» (Χρυσόστομος). Εις πληθυντικόν σημαίνων τα ποικίλα είδη της σαρκικής αμαρτίας. Εφόσον κινδυνεύει ο άγαμος να εκτραπεί εις πορνείαν, ίνα αποφύγει αυτήν, έχει καθήκον να νυμφεύηται».

«…ας έχη έκαστος την εαυτού γυναίκα, και εκάστη ας έχη τον εαυτής άνδρα…»: «ΤΑ ΑΥΤΑ δε και άνδρασι και γυναιξί νομοθετεί, επειδή ΜΙΑ η φύσις (Θεοδώρητος)».

«Ο ανήρ ας αποδίδη εις την γυναίκα την οφειλομένην εύνοιαν…»:
«Οι μεν ανθρώπινοι νόμοι ταις μεν γυναιξί διαγορεύουσι σωφρονείν…τους δε γε άνδρας την ίσην σωφροσύνην ουκ απαιτούσι. Ανδρες γαρ όντες οι τεθεικότες τους νόμους, της ισότητος ουκ εφρόντισαν, αλλά σφίσι συγγνώμην απένειμαν. Ο δε θείος απόστολος… τοις άνδρασι πρώτοις νομοθετεί σωφροσύνην (Θεοδώρητος)».


«Η γυνή δεν εξουσιάζει το εαυτής σώμα, αλλ' ο ανήρ• ομοίως δε και ο ανήρ δεν εξουσιάζει το εαυτού σώμα, αλλ' η γυνή…»:
«Επειδή είπε την οφειλόμενην εύνοιαν, ηρμήνευσε, ποια εστίν αύτη. Αύτη φησίν· ούτε ανήρ, ούτε γυνή του ιδίου σώματος εξουσιάζουσι (Οικουμένιος)»

«Εν μεν τοις άλλοις το πλέον δίδωσι τω ανδρί, ένθα περί υποταγής ή εξουσίας π λόγος αυτών, ΝΥΝΙ ΔΕ ΙΣΟΤΗΤΑ ΔΕΔΩΚΕ (Χρυσόστομος)».


Από όλα αυτά, προκύπτει ότι ο απ. Παύλος μιλάει καθαρά για ισότητα του άνδρα και της γυναίκας. Η διαφορά είναι στον ρόλο του συζύγου και της συζύγου (όπως και σε όλα τα σχετικά χωρία).

«Θέλω δε να εξεύρητε, ότι η κεφαλή παντός ανδρός είναι ο Χριστός, κεφαλή δε της γυναικός ο ανήρ, κεφαλή δε του Χριστού ο Θεός» (Α Κορινθίους, ια 3)

Ο απ. Παύλος, δεν υποτιμά την γυναίκα επειδή αναφέρει τον άνδρα ως κεφαλή της γυναικός. 
Αυτό γίνεται φανερό από το γεγονός ότι στο ίδιο εδάφιο αναφέρει επίσης τον Θεό ως κεφαλή του Χριστού. Από την στιγμή που ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας και ομοούσιος«τω Πατρί», ίσος δηλαδή και εκ της ίδιας ουσίας ως ο Λόγος του Θεού, δεν γράφει ο απ Παύλος δείχνοντας κατωτερότητα και ανωτερότητα, αλλά κάτι άλλο.
 Αναφέρεται στον τρόπο ύπαρξης. Ο Λόγος ως προς την ουσία είναι ομοούσιος τω Πατρί, αλλά ως προς τον τρόπο ύπαρξης είναι Υιός του Πατρός, χωρίς να είναι κατώτερος. 

Ο ιερός Χρυσόστομος είναι ξεκάθαρος όταν γράφει«Ει γαρ και υποτέτακται ημιν η γυνή, αλλ’ ως γυνή, αλλ’ ως ελευθέρα και ως ομότιμος. Και ο Υιός δε, ει και υπήκοος γέγονε τω Πατρί, αλλ’ ως Υιός Θεού, αλλ’ ως Θεός» (26η ομιλία εις την προς Κορινθίους).

 Όπως ο Υιός, υπακούοντας στον Πατέρα, δεν έπαψε να είναι ίσος και ομοούσιος με τον Πατέρα, έτσι και η γυναίκα δείχνοντας την υπακοή της δεν έπαψε να είναι ίση και ίδιας ουσίας με τον άνδρα.
 Σε άλλο σημείο, ο ιερός Χρυσόστομος αναφερόμενος στην φράση «κεφαλή δε της γυναικός ο ανήρ», μιλάει για την προστασία που οφείλει ο άνδρας προς την γυναίκα του. «Και αλλαχού δε κεφαλήν ειπών τον άνδρα της γυναικός, επήγαγεν· «Ώσπερ και ο Χριστός κεφαλή και Σωτήρ εστί της Εκκλησίας και προστάτης, ούτω και ο ανήρ οφείλει της αυτού γυναικός είναι» (26η ομιλία εις την προς Κορινθίους).

Υπακοή όμως σε όλα; Όχι! Ο απ. Παύλος είναι σαφέστατος σε άλλο σημείο: «Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε εις τους άνδρας σας, καθώς πρέπει εν Κυρίω» (Κολοσσαείς, γ 18).

Ώστε, εάν κάποιος εκλαμβάνει ότι το «κεφαλή δε της γυναικός ο ανήρ» είναι υποτίμηση του γυναικείου φύλου, τότε ας εκλάβει αναλόγως και το «κεφαλή δε του Χριστού ο Θεός» ως υποβάθμιση δήθεν του Χριστού, κάτι που είναι άτοπο αν λάβουμε υπόψη την χριστολογία του απ. Παύλου στην οποία βασίστηκαν όλοι οι Πατέρες.

Ακόμα καθαρότερα, ότι η υπακοή δεν δείχνει κατωτερότητα αλλά τρόπο συνύπαρξης, είναι αυτό που αναφέρει ο απ Παύλος στην προς Εφεσίους όταν γράφει: «υποτασσόμενοι αλλήλοις» (Ε,21), Δηλαδή και ο άντρας ΥΠΟΤΑΣΣΕΤΑΙ στην γυναίκα.

«Διότι ο μεν ανήρ…είναι εικών και δόξα του Θεού• η δε γυνή είναι δόξα του ανδρός. Διότι ο ανήρ δεν είναι εκ της γυναικός, αλλ' η γυνή εκ του ανδρός• επειδή δεν εκτίσθη ο ανήρ διά την γυναίκα, αλλ' η γυνή διά τον άνδρα...

Πλην ούτε ο ανήρ χωρίς της γυναικός ούτε η γυνή χωρίς του ανδρός υπάρχει εν Κυρίω. Διότι καθώς η γυνή είναι εκ του ανδρός, ούτω και ο ανήρ είναι διά της γυναικός, τα πάντα δε εκ του Θεού» 
(Α’ Κορινθίους, ια 7-12).


Εικόνα και δόξα του Θεού καλείται εδώ ο άνδρας με την έννοια ότι αυτός πλάστηκε πριν από την δημιουργία της γυναίκας, όπως εξηγεί ο Θεοδώρητος· «Καλείται εικών Θεού κυρίως «κατά το αρχικόν μόνον ως απάντων των επί της γης την αρχήν πεπιστευμένον» (Υπόμνημα Π. Τρεμπέλα, Εις τας επιστολάς, Α’ Τόμος, σελ. 350)

Κατά τον Σευηριανό Γαβάλων, δεν λέγεται εδώ ο άνδρας εικόνα του Θεού για την ανωτερότητά του, διότι και η γυναίκα λέγεται εικόνα του Θεού επίσης στην Αγία Γραφή· «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ' εικόνα εαυτού• κατ' εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν• άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γένεση, α 27).

 ‘’Ει γαρ ην καθ’ εν τι τούτων, πάντως αν και η γυνή Θεού εικών εκλήθη»(Υπόμνημα Π. Τρεμπέλα, Εις τας επιστολάς, Α’ Τόμος, σελ. 350).

Ο Π. Τρεμπέλας σχολιάζοντας αναφέρει: «Αντανακλά ορατώς την κυριαρχίαν του αοράτου δημιουργού επί πάντων…Αξιοσημείωτον, ότι δεν ονομάζεται και εικών του ανδρός, διότι και αύτη επλάσθη κατ’ εικόνα Θεού». (Υπόμνημα, σελ. 350).

Τα χωρία σε καμία περίπτωση δεν υποβιβάζουν την γυναίκα. Ο απ. Παύλος απλά αναφέρεται στην δημιουργία όπου δεν δημιουργήθηκε ο άνδρας από την γυναίκα, αλλά η γυναίκα από την πλευρά του άνδρα, για αυτό και «η γυνή είναι δόξα του ανδρός». Η δημιουργία της γυναίκας από τα πλευρά, δηλώνει ότι είναι ίδιας ουσίας με αυτήν του ανδρός και ότι είναι ίση με αυτόν. 
Για αυτό και ο απόστολος Παύλος, δείχνοντας αυτήν την ισότητα, γράφει: «ούτε ο ανήρ χωρίς της γυναικός ούτε η γυνή χωρίς του ανδρός υπάρχει εν Κυρίω». Και εν τέλει, εξυψώνει το γυναικείο φύλο γράφοντας ότι «η δε γυνή είναι δόξα του ανδρός», η οποία δίνει αξία στον άνδρα. 
Αναφέρει ο ιερός Χρυσόστομος«Επειδή γαρ πολλήν υπεροχήν έδωκε τω ανδρί, ειπών ότι εξ αυτού η γυνή, και ότι δι’ αυτόν· ίνα μήτε τους άνδρας επάρη πλέον του δέοντος, μήτε εκείνας ταπεινώση , όρα πως επάγει την διόρθωσιν, λέγων· «Πλήν ούτε ανήρ χωρίς γυναικός, ούτε γυνή χωρίς ανδρός εν Κυρίω» 
(26η ομιλία εις την προς Α’ Κορινθίους).

«Ευχαριστούντες πάντοτε υπέρ πάντων εις τον Θεόν και Πατέρα εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, υποτασσόμενοι εις αλλήλους εν φόβω Θεού. Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε εις τους άνδρας σας ως εις τον Κύριον, διότι ο ανήρ είναι κεφαλή της γυναικός, καθώς και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας, και αυτός είναι σωτήρ του σώματος. Αλλά καθώς η εκκλησία υποτάσσεται εις τον Χριστόν, ούτω και αι γυναίκες ας υποτάσσωνται εις τους άνδρας αυτών κατά πάντα. Οι άνδρες, αγαπάτε τας γυναίκάς σας, καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ αυτής» (Εφεσίους, ε 20-25).

Τα χωρία δείχνουν ένα παραλληλισμό της σχέσης του Χριστού και της εκκλησίας με αυτήν του άνδρα και της γυναίκας. Όπως ο Χριστός είναι η κεφαλή της εκκλησίας, έτσι και ο άντρας είναι κεφαλή της γυναικός του. Όπως η εκκλησία υποτάσσεται στον Χριστό, έτσι και η γυναίκα. Και μάλιστα λέει κατά πάντα.

Τι είναι η «κεφαλή» και η «κατά πάντα υποταγή»; Που αναφέρεται το «κατά πάντα»; Βεβαίως, σε ότι είναι σωστό και όχι παράλογο.
Σε ότι απορρέει από την αγάπη και την φροντίδα που ΟΦΕΙΛΕΙ να έχει ο άντρας στην γυναίκα του, όπως εύκολα προκύπτει από το απόσμασμα. Να τις αγαπάνε όπως ο Χριστός αγάπησε την εκκλησία, και παρέδωσε το σώμα του θυσία για αυτήν. Άρα, η υπακοή της γυναίκας «η κατά πάντα», δεν έχει χαρακτήρα δουλικό και υποτιμητικό, αλλά βασίζεται στην αγάπη, όπως και της Εκκλησίας που βασίζεται στην αγάπη του Κυρίου.

 Ο Χριστός δέχτηκε να πεθάνει στον Σταυρό και να δείξει έμπρακτα την άπειρη αγάπη του για μας. Ομοίως, κατά τα παραπάνω χωρία του αποστόλου Παύλου, ο άνδρας θα ξεχάσει το δικό του θέλημα και θα κάνει αυτό που επιθυμεί εκείνη.

Η έννοια της υποταγής έχει να κάνει και με την ευθύνη που έχει ο Χριστός απέναντι στην εκκλησία του. Έτσι και ο άντρας έχει την ευθύνη της γυναίκας του.

«Ούτω χρεωστούσιν οι άνδρες να αγαπώσι τας εαυτών γυναίκας ως τα εαυτών σώματα. Όστις αγαπά την εαυτού γυναίκα εαυτόν αγαπά» (Εφεσίους, ε 28).

Σχετικά με το χωρίο «η δε γυνη ινα φοβηται τον ανδρα», πρέπει να το πιάσουμε από πιο πριν που λέει: «έκαστος την εαυτού γυναίκα ούτως αγαπάτω ως εαυτόν η δε γυνή ίνα φοβηται τον άνδρα» (Εφεσίους, ε 33).


Όπως βλέπουμε, μιλάει για αγάπη και για «φόβο». Οι λέξεις μέσα στην Αγία Γραφή έχουν πολλές σημασίες. Εδώ, η λέξη «φόβος» δεν έχει την έννοια που μας έρχεται πρώτη στο νου.Έχει την έννοια του σεβασμού. Για αυτό, και οι περισσότερες μεταφράσεις, ως «σεβασμό» την αποδίδουν.

Ας το δείξουμε όμως από την ίδια την Αγία Γραφή. Ο φόβος δεν συνυπάρχει με την αγάπη. Η Γραφή είναι σαφέστατη: «Φόβος δεν είναι εν τη αγάπη, αλλ' η τελεία αγάπη έξω διώκει τον φόβον, διότι ο φόβος έχει κόλασιν• και ο φοβούμενος δεν είναι τετελειωμένος εν τη αγάπη» (Α’ Ιωάννου, δ 18).

Ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζει ως εξής: «Οικέτην μεν γαρ φόβω τις αν καταδήσαι, μάλλον δε ουδέ εκείνον, ταχέως γαρ αποπηδήσας οιχήσεται· την δε του βίου κοινωνόν, την παίδων μητέρα, την πάσης ευφροσύνης υπόθεσιν, ου φόβω και απειλαίς δει καταδεσμείν, αλλ΄αγάπη και διαθέσει. Ποία γαρ συζυγία, όταν η γυνή τον άνδρα τρέμη;» (Ομιλία Κ προς Εφεσίους). 
Δηλαδή, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, δεν μπορεί να υπάρξει συζυγία που να βασίζεται στον τρόμο. Όχι μόνο στην συζυγία, όπου η γυναίκα χαρακτηρίζεται ως «κοινωνός του βίου του ανδρός» και «μητέρα των παιδιών», αλλά ούτε καν στις σχέσεις εργοδοτών και υπηρετών.

Στην ίδια ομιλία του λέει και τα εξής: « Αλλά όταν ακούεις φόβον, ελευθέρα προσήκοντα φόβον απαίτει, μη καθώς δούλης· σώμα γαρ εστί σον· αν γαρ τούτο ποιήσης, σαυτόν καθυβρίζεις, το σώμα ατιμάζων το σον. Ποιος δε εστίν φόβος; Ώστε μη αντιλέγειν, ώστε μη επανίστασθαι, ώστε μη των πρωτείων εράν· αρκεί μέχρι τούτων εστάναι τον φόβον. Αν δε αγαπάς, ως εκελεύσθης, μείζονα εργάση· μάλλον δε ουκέτι φόβω τούτο εργάση αλλά και αυτή η αγάπη εργάζεται τι»

«Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε εις τους άνδρας σας, καθώς πρέπει εν Κυρίω. Οι άνδρες, αγαπάτε τας γυναίκας σας και μη ήσθε πικροί προς αυτάς. Τα τέκνα, υπακούετε εις τους γονείς κατά πάντα• διότι τούτο είναι ευάρεστον εις τον Κύριον» 
(Κολοσσαείς, γ 18)

Τα παιδιά να υπακούουν στους γονείς. Δεν εξαιρεί πουθενά την γυναίκα, αφού αναφέρεται στους γονείς και όχι αποκλειστικά στους πατέρες . Όπως τα παιδιά οφείλουν να ακούνε τον πατέρα, άλλο τόσο και την μητέρα.

«Η γυνή ας μανθάνη εν ησυχία μετά πάσης υποταγής• εις γυναίκα όμως δεν συγχωρώ να διδάσκη, μηδέ να αυθεντεύη επί του ανδρός, αλλά να ησυχάζη. Διότι ο Αδάμ πρώτος επλάσθη, έπειτα η Εύα• και ο Αδάμ δεν ηπατήθη, αλλ' η γυνή απατηθείσα έγεινε παραβάτις» (Α’ Τιμοθέου, β 11-14).


Ο απόστολος Παύλος στο συγκεκριμένο κομμάτι αναφέρεται στην περίπτωση της Εύας, χωρίς να σημαίνει ότι υποτιμά το γυναικείο φύλο, διότι σε άλλα σημεία αναφέρεται στον Αδάμ. Στο συγκεκριμένο κομμάτι αναφέρει την Εύα διότι αναφέρεται πιο πριν στις γυναίκες. Και μάλιστα αναφέρεται στο πρώτο σκέλος της εξαπάτησης, όπου συμμετείχε η Εύα. Σε άλλα σημεία αναφέρεται στον Αδάμ.

«Διότι επειδή ο θάνατος ήλθε δι' ανθρώπου, ούτω και δι' ανθρώπου η ανάστασις των νεκρών.Επειδή καθώς πάντες αποθνήσκουσιν εν τω Αδάμ, ούτω και πάντες θέλουσι ζωοποιηθή εν τω Χριστώ» (Α Κορινθιους 15,22).


Ο απ. Παύλος, εξισώνει τα δύο φύλα και μάλιστα σε μια εποχή όπου η γυναίκα ήταν πραγματικά υποτιμημένη αν ανατρέξουμε σε κείμενα αρχαία του εθνικού κόσμου. Ονομάζει την Πρίσκιλλα ως συνεργό του αναφέροντάς την πρώτη, και στην συνέχεια τον σύζυγό της Ακύλα:«ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν τους συνεργούς μου εν Χριστώ Ιησού». (Ρωμαίους ιστ,3)

Ο απ. Παύλος, είναι σαφέστατος:

«Διότι πάντες είσθε υιοί Θεού διά της πίστεως της εν Χριστώ Ιησού• επειδή όσοι εβαπτίσθητε εις Χριστόν, Χριστόν ενεδύθητε. Δεν είναι πλέον Ιουδαίος ουδέ Έλλην, δεν είναι δούλος ουδέ ελεύθερος, δεν είναι άρσεν και θήλυ• διότι πάντες σεις είσθε εις εν Χριστώ Ιησού» (Γαλάτας, γ 26-28).

Επιμέλεια: Sophia-Siglitiki Drekou

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ

Οι αιρετικοί είναι ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι. Γι' αυτό μη μας εκπλήσσει που και αυτοί μιλούν για Χριστό και υποκρίνονται ότι είναι ευσεβείς. Στ' αλήθεια είναι λύκοι με προβιά προβάτων!



 
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ
μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη
 
     Το στόμα του Χρυσορρήμονος Ιωάννου και η γραφίδα του θα χρειαζόταν για να εγκωμιάσουμε επαξίως τον μέγα Απόστολο Παύλο, το στόμα του Χριστού. Επειδή μας λείπουν και τα δύο αυτά, θα δανεισθούμε λόγους του ίδιου του Αποστόλου για να παρουσιάσουμε το θέμα μας. Φυσικά την αντιμετώπιση των αιρέσεων, θέμα τόσο σημαντικό στην ποιμαντική διακονία της Εκκλησίας, δεν θα μπορούσε να την αμελήσει αυτός που είχε την μέριμναν πασών των εκκλησιών1, ο Απόστολος των Εθνών Παύλος.
Ας ξεκινήσουμε όμως από το πως βλέπει ο Απόστολος την υγιαίνουσα διδασκαλία. Τι είναι, δηλαδή, αυτό που σήμερα ονομάζουμε Ορθοδοξία, τι είναι η σωστή πίστη, για να την αντιδιαστείλουμε κατόπιν προς την αίρεση. Υιοί Θεού, λέγει ο Απόστολος, είναι όσοι κινούνται και καθοδηγούνται από το Άγιο Πνεύμα (Ρωμ. 8, 14), οι πνευματέμφοροι, δηλαδή οι Άγιοι. Αυτοί είναι οι πραγματικοί Χριστιανοί.
H σωστή πίστη, η υγιαίνουσα διδασκαλία, όπως την ονομάζει ο Απόστολος, είναι αποτέλεσμα καθαράς συνειδήσεως, η οποία γεννιέται από τον καθαρό βίο. Η υγιής διδασκαλία της Εκκλησίας απευθύνεται στους πάντας. Έρωτα ο Απόστολος: Η Ιουδαίων ο Θεός μόνον; Ουχί δε και εθνών; Και απαντά: Ναι και εθνών2. Όχι μόνο στους Ιουδαίους αλλά σε όλους απευθύνεται ο Χριστός. Όλοι -αρκεί να το θέλουν- μπορούν να γίνουν κατά χάριν παιδιά του, να φθάσουν στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και στην κατά χάριν θέωση.
Όμως, δυστυχώς, δεν ανταποκρίνονται όλοι σ' αυτό το κάλεσμα του Χριστού. Μάλλον αυτοί που ανταποκρίνονται είναι σχετικώς λίγοι. Αυτοί που ανταποκρίνονται αγιάζονται και σώζονται με τη χάρη του Χριστού και όχι με τις δικές τους μόνο δυνάμεις. Στην Εκκλησία έχουμε Χριστοσωτηρία και όχι αυτοσωτηρία ή εργοσωτηρία. Χάριτι έστε σεσωσμένοι3 βροντοφωνάζει ο Απόστολος.
Η σωστή πίστη φαίνεται στην καθημερινή πράξη. Όπως λέμε στη θεολογική γλώσσα, το δόγμα (δηλ. το τι πιστεύουμε) έχει -θα πρέπει να έχει- άμεση σχέση με το πως ζούμε. Παράλληλα όμως και σε αντίθεση προς το μυστήριο της ευσεβείας, που είναι η Εκκλησία, υπάρχει και το μυστήριο της ανομίας, η αίρεση δηλαδή και η πλάνη.
Σε αντίθεση με την Εκκλησία που χαρακτηρίζεται από ενότητα, στην αίρεση και την πλάνη υπάρχει πολυδιάσπαση. Είναι οι άθεοι και άπιστοι, οι αιρετικοί, οι σχισματικοί, αυτοί που κάνουν δικές τους φατρίες, οι σκανδαλοποιοί, αυτοί που επιμένουν στην αμαρτία και δεν μετανοούν.
Βασική αιτία όλων αυτών των καταστάσεων είναι η υπερηφάνεια. Ει τις ετεροδιδασκαλεί... γράφει στον μαθητή του Τιμόθεο ο Απόστολος Παύλος, τετύφωται4. Δηλαδή με απλά λόγια, όποιος φτιάχνει μία δική του θρησκεία, δηλ. μια αίρεση, τετύφωται, έχει μέσα του βουνό την υπερηφάνεια, γι' αυτό και δεν υποτάσσεται στον αληθινό Θεό.
Η υπερηφάνεια και τα πάθη, που γεννώνται από αυτήν, ρίχνουν τον άνθρωπο στην αίρεση. Ρίζα γαρ πάντων των κακών έστιν η φιλαργυρία, γράφει πάλι στον μαθητή του Τιμόθεο ο θείος Παύλος, ης τινές ορεγόμενοι απεπλανήθησαν από της πίστεως...5. Η αμαρτία και τα πάθη μιαίνουν, λερώνουν τον νου και την συνείδηση και έτσι ο άνθρωπος απορρίπτει την υγιά διδασκαλία και ακολουθεί το δρόμο της αυτονομίας δουλεύοντας στα πάθη του. Οι απωσάμενοι την πίστιν και την αγαθήν συνείδησιν, εναυάγησαν περί την πίστιν6.
Πίσω από τα πάθη φυσικά είναι ο διάβολος, ο πατέρας του ψεύδους, που τα υποκινεί και παρασύρει τον άνθρωπο. Η αίρεση, η ετεροδιδασκαλία, όπως την ονομάζει ο Απόστολος, ξεκινά ως ένα ξένο σώμα μέσα στην Εκκλησία, το οποίο ο ζωντανός οργανισμός, που είναι η Εκκλησία, το αποβάλλει. Την αίρεση δημιουργεί ο θεός του αιώνος τούτου, δηλαδή το σαρκικό φρόνημα, το φρόνημα του παλαιού ανθρώπου, του ανθρώπου των παθών. Έτσι έχουμε μπροστά μας δύο αντίθετους κόσμους.
Την Εκκλησία από τη μία πλευρά και την αίρεση από την άλλη. Όπως το φως με το σκοτάδι δεν μπορούν να συνυπάρξουν, έτσι και η αλήθεια της Εκκλησίας με το ψέμα των αιρέσεων.
Να τι γράφει ο Απόστολος Παύλος στη Β' προς Κορινθίους επιστολή του: κεφ. 6, 14
14 Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ, ἢ τίς κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;. 15 τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελιάρ, ἢ τίς μέρις πιστῷ μετὰ ἀπίστου;. 16 τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ἡμεῖς γὰρ ναὸς θεοῦ ἐσμεν ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω καὶ ἔσομαι αὐτῶν θεὸς καὶ αὐτοὶ ἔσονται μου λαός. 17 διό ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς. 18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθε μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει κύριος παντοκράτωρ.
Δηλαδή:
14 Μη συνάπτετε στενόν σύνδεσμον προς τους απίστους, με τους οποίους δεν ημπορείτε να αποτελέσετε ταιριαστό ζευγάρι, ώστε να εμβαίνετε εις τον ίδιον ζυγόν μαζί τους. Διότι ποίος συνεταιρισμός ημπορεί να υπάρχη μεταξύ δικαιοσύνης και ανομίας; Ποία δε επικοινωνία μεταξύ φωτός και σκότους; 15 Ποία δε συμφωνία μπορεί να γίνη μεταξύ του Χριστού και του Σατανά; Ή ποίον μερίδιον δύναται να έχη ένας πιστός με ένα άπιστον; 16 Πως δε ημπορεί να ευρίσκωνται μαζί εις τον ίδιον τόπον ο ναός του Θεού και τα είδωλα; Ναι• δεν έχουν καμμίαν θέσιν τα είδωλα εις σας. Διότι σεις είσθε ναός του ζώντος Θεού, καθώς είπεν εις την Παλαιάν Διαθήκην ο Θεός• Ότι θα κατοικήσω μέσα των και θα περιπατήσω μεταξύ των και θα είμαι Θεός ιδικός των και αυτοί θα είναι λαός μου. 17 Δι' αυτό εξέλθετε από μέσα από τους απίστους και ξεχωρισθήτε από αυτούς, λέγει ο Κύριος, και μη εγγίζετε οτιδήποτε ακάθαρτον. Και εγώ θα σας δεχθώ με στοργήν πατρικήν. 18 Και θα γίνω πατέρας σας και σεις θα είσθε παιδιά μου και θυγατέρες μου, λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ7.
Η εμφάνιση των αιρέσεων δίνει την ευκαιρία να δοκιμασθεί και η αγάπη μας προς τον Χριστό, αν είναι γνήσια ή όχι. Αυτό το νόημα έχει ο λόγος του Αποστόλου δει γαρ και αιρέσεις εν υμίν είναι, ίνα οι δόκιμοι φανεροί γένωνται εν υμίν8.
Είπαμε ότι στη βάση όλων των αιρέσεων βρίσκεται η υπερηφάνεια. Απ' αυτήν ακριβώς γεννιέται και η υπερβολική εμπιστοσύνη του ανθρώπου στον εαυτό του και στην προκειμένη περίπτωση η πίστη ότι με την κτιστή διάνοιά του ο άνθρωπος θα βρει μόνος του την αλήθεια. Βλέπετε, συνιστά στους Κολοσσαείς ο Απόστολος, μη τις υμάς εσταί ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής [=κούφιας] απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν9.
      Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τι κάνουν οι αιρέσεις. Οι αιρέσεις κηρύσσουν ένα άλλο Ευαγγέλιο (έτερον Ευαγγέλιον) και όχι το Ευαγγέλιο της εν Χριστώ σωτηρίας. Σήμερα κατ' εξοχήν αυτό το έτερον Ευαγγέλιον συνοψίζεται στην εωσφορική πρόταση της αυτοσωτηρίας και αυτοθεώσεως του ανθρώπου χωρίς τον Θεό.
Οι αρχηγοί και διαφημιστές των αιρέσεων λένε στους ανθρώπους αυτά που τους αρέσουν, κολακεύουν τα πάθη τους, χαϊδεύουν τις ακοές των ανθρώπων10. Οι αιρέσεις σπρώχνουν τους ανθρώπους προσέχειν μύθοις11, να ασχολούνται με παραμύθια, θα λέγαμε στην απλή γλώσσα. Αυτό κι αν δεν γίνεται σήμερα! Βομβαρδίζονται οι άνθρωποι με ωροσκόπια, χαρτιά ταρώ και χίλια δύο άλλα παρόμοια. Τα υποψήφια θύματα εξαπατώνται με κούφια λόγια12.
Οι αιρετικοί είναι ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι13. Γι' αυτό μη μας εκπλήσσει που και αυτοί μιλούν για Χριστό14 και υποκρίνονται ότι είναι ευσεβείς15. Στ' αλήθεια είναι λύκοι με προβιά προβάτων! Το κρίσιμο σημείο είναι αν πιστεύει κανείς στον σταυρό και στην ανάσταση του Χριστού και στο ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός σωτήρας του ανθρώπου, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτία.
Το να δέχεται κάποιος τον Ιησού Χριστό ως ένα σπουδαίο πνευματικό δάσκαλο ή κοινωνικό επαναστάτη, δεν σημαίνει τίποτε. Αυτό που ξεχωρίζει την πίστη της Εκκλησίας από την πλάνη των αιρέσεων, είναι ότι η Εκκλησία ομολογεί και κηρύσσει Ιησούν Χριστόν σταυρωθέντα και αναστάντα, μοναδικό σωτήρα του ανθρώπου. Τίποτε λιγότερο από αυτό.
     Η αντιμετώπιση των αιρέσεων
Ας δούμε τώρα τι λέγει ο Απόστολος Παύλος για την αντιμετώπιση των αιρέσεων. Όπως ξέρουμε, η καλύτερη θεραπεία είναι η πρόληψη. Η γνώση και βίωση της πίστεως• η συνειδητή ένταξη στην Εκκλησία ως σώμα Χριστού και η στερέωση στην πίστη• αυτή είναι η καλύτερη πρόληψη.
Για να μη φάει ο λύκος τα πρόβατα, θα πρέπει ο τσομπάνης (ο ποιμήν) να είναι καλός και τα σκυλιά να κάνουν σωστά τη δουλειά τους αλλά και τα ίδια τα πρόβατα να γνωρίζουν να προφυλάσσονται.
Ας ξεκινήσουμε από αυτό το τελευταίο.
Ο Απόστολος μας δίνει απλές, αποτελεσματικές αλλά και κατηγορηματικές οδηγίες στα λογικά πρόβατα: Επειδή οι αιρετικές διδασκαλίες προκαλούν κλυδωνισμούς και αναταράξεις στις συνειδήσεις16 γι' αυτό, λέγει
 α): μη διαβάζετε και μην ακούτε αιρετικά πράγματα (διδαχαίς ποικίλαις και ξέναις μη παραφέρεσθε...17) και
β): απομακρυνθείτε από αιρετικούς ανθρώπους (μη ουν γίνεσθε συμμέτοχοι αυτών18 και μη συγκοινωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μαλλον δε και έλέγχετε19) και
 γ): Ακόμη και άγγελος εξ ουρανού να σας κηρύξει άλλο ευαγγέλιο, μην το δεχθείτε. Να τι γράφει ο Απόστολος στους Γαλάτες: Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ' ο ευαγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα εστω20.
Δίνει δηλαδή ο Απόστολος ένα απόλυτο αλλά και ασφαλέστατο κριτήριο: Ό,τι δεν συμφωνεί με την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας (εδώ συμπεριλαμβάνονται οι Ιεροί Κανόνες και η διδασκαλία των Αγίων), εσείς -λέγει- μην το δεχθείτε και μην το ακολουθήσετε, όποιος και αν είναι αυτός που θα σας το πει!
Ας έρθουμε τώρα και στους ποιμένες των λογικών προβάτων. Τι θα πρέπει να κάνουν αυτοί, ώστε με τη χάρη του Θεού να διαφυλάξουν τα πρόβατα από τους λύκους-αιρετικούς.
Κατ' αρχήν ο καλός ποιμήν θα πρέπει να είναι πρόθυμος να θυσιασθεί για το ποίμνιο, κατά το πρότυπο του καλού ποιμένος Χριστού. Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος21, παραγγέλλει ο θείος Παύλος. Ο καλός ποιμήν γνωρίζει ότι εχθρός είναι ο διάβολος και η πλάνη. Τον διάβολο λοιπόν και την πλάνη αποστρέφεται. Τους πλανωμένους, τα θύματα των αιρέσεων, τα αντιμετωπίζει όπως ο γιατρός τους ασθενείς. Προσπαθεί να τους βοηθήσει, εάν φυσικά το θέλουν και το δέχονται.
Ο καλός ποιμήν αφήνει τα 99 πρόβατα της μάνδρας για να αναζητήσει το ένα χαμένο και πανηγυρίζει όταν το βρεί22. Ο καλός ποιμήν απευθύνεται σε όλους κηρύσσοντας το Ευαγγέλιον (=χαρμόσυνο άγγελμα) της σωτηρίας23, ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας24, ερμηνεύει σωστά το Ευαγγέλιο. Απευθύνεται κυρίως στην ελευθερία των προσώπων και προσπαθεί να κεντρίσει το φιλότιμό τους25.
Ο καλός ποιμήν μιλάει τη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνεται. Χρησιμοποιεί τα μέσα που έχει στη διάθεσή του (σήμερα ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο-Internet) -υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι αυτά είναι συμβατά με το φρόνημα και το ήθος της Εκκλησίας- προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του, να μεταδώσει δηλαδή το Ευαγγέλιο.
Να τι γράφει ό Απόστολος μας στους Κορινθίους 9,19 :
19 Ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· 20 καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὕπο νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, μὴ ὢν αὐτὸς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· 21 τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος θεοῦ ἀλλ' ἔννομος Χριστοῦ, ἵνα κερδάνω τοὺς ἀνόμους· 22 ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσιν γέγονα πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω.26
Ο καλός ποιμήν χρησιμοποιεί διαφόρους τρόπους ποιμαντικής δράσεως, όπως ο καλός γιατρός διάφορα φάρμακα, ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της αρρώστιας. Να τι υποδεικνύει στον μαθητή του Τιμόθεο: Κήρυξον τον λόγον, επίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον (=παρηγόρησον), εν πάση μακροθυμία και διδαχή27. Άλλοτε χρειάζεται πολλή αγάπη μήπως τη περισσοτέρα λύπη καταποθή ο τοιούτος28 και άλλοτε αυστηρότητα29 πάλι για το καλό του ασθενούντος πνευματικά ή πλανωμένου.
Μερικές φορές χρειάζεται και ο έλεγχος δημοσία και όχι μόνον κατ' ιδίαν. ...τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε, ίνα και οι λοιποί φόβον εχωσι30 γράφει ο Απόστολος προς τον μαθητή του Τιμόθεο. Είναι περιπτώσεις που επιβάλλεται άμεση ενέργεια και αποστομωτική απάντηση, διότι οι ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και φρεναπάται (=που εξαπατούν τα μυαλά των άλλων)31, κάνουν μεγάλη ζημιά. Στο να έχουν καλό αποτέλεσμα οι λόγοι και οι ενέργειες του ποιμένος βοηθεί το να είναι αυτός ακατηγόρητος32, το να μη βαρύνεται, δηλαδή, με λόγους και πράξεις για τις οποίες μπορεί να κατηγορηθεί, ούτε, ακόμη περισσότερο, με σκάνδαλα.
Μερικές φορές η θεραπεία είναι δύσκολη, επειδή άργησε ο ασθενής να πάει στον γιατρό33. Άλλες φορές πάλι επιβάλλεται η αποκοπή του μέλους που νοσεί ανιάτως και κινδυνεύει να μολύνει, σαν τη γάγγραινα, και τα υγιή μέλη34. Πάντως ο καλός ποιμήν ποτέ δεν απελπίζεται, αφού το ξυπνητήρι της συνειδήσεως μπορεί να λειτουργήσει μέχρι και την τελευταία στιγμή, που ο άνθρωπος έχει τα μάτια του ανοιχτά σ' αυτόν τον κόσμο.
Ας δούμε και ερμηνεία του γνωστού γραφικού χωρίου αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος35. Εδώ ο Απόστολος εννοεί τον αιρετικό που επιμένει να δημιουργεί σκάνδαλα και διαιρέσεις στην Εκκλησία. Αυτόν πράγματι, αφού τον συμβουλεύσει ο ποιμήν μια-δυο φορές και δεν διορθώνεται, είναι καλύτερα να παύσει να ασχολείται μαζί του και να τον αποκόψει.
Εδώ φθάσαμε στο τέλος του σύντομου ταξιδιού με οδηγό τον μέγα Απόστολο των εθνών Παύλο. Ακούσαμε τι λέγει για τις αιρέσεις και τον τρόπο της αντιμετωπίσεώς των. Θα το συνοψίσουμε και θα το επαναλάβουμε: μόνον η συνειδητή ένταξή μας στη μάνδρα της Εκκλησίας μας παρέχει ασφάλεια από τους λύκους-αιρετικούς, οι οποίοι μάλιστα πολλές φορές εμφανίζονται με ένδυμα προβάτου.
Ας ευχηθούμε ο καλός Θεός, ο θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι, και εις επίγνωσιν αληθείας έλθείν36, να φωτίζει με τις ευχές των πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και πάντων των αγίων εμάς μεν να φυλάξουμε τον θησαυρό της πίστεως αγωνιζόμενοι και αγιαζόμενοι, τους δε μακράν της ποίμνης αιρετικούς και πλανωμένους να φωτίζει, ώστε να επιστρέψουν εν μετανοία στην αγκαλιά του στοργικού πατέρα, που τους περιμένει υπομονετικά.
 
 
1. Β' Κορ. 11, 28.
2. Ρωμ. 3, 29.
3. 'Εφ. 2,5
4. Α' Τιμ. 6, 3.
5. Α' Τιμ. 6, 10.
6. Πρβλ. Α' Τιμ. 1, 19.
7. Βλ. Καινή Διαθήκη, έκδ. Σωτήρ, 3-6-1993, σσ. 728
8. Α' Κορ. 11, 12.
9. Κολ. 1, 8.
10. κνηθόμενοι την ακοήν, λέγει ο Απόστολος μας, γράφοντας στον μαθητή του Τιμόθεο (Β' Τιμ. 4, 2).
11. Α' Τιμ. 1, 3.
12. Εφ. 5, 6.
13. Β' Κορ. 11, 13.
14. Φιλ. 1, 15.
15. Ρωμ. 16, 17-18.
16. Εφ. 4, 14.
17. Εβρ. 13, 9.
18. Εφ. 5, 7.
19. Εφ. 5, 11.
20. Γαλ. 1, 8.
21. Α' Κορ. 10, 24).
22. Ματθ. 18, 12-13.
23. Κορ. 1, 28.
24. Β' Τιμ. 2, 15.
25. Β' Κορ. 8, 8.
26. Α' Κορ. 9, 19-22.
27. Β' Τιμ. 4, 2.
28. Β' Κορ. 2, 6.
29. Α' Κορ. 4, 18-21.
30. Α' Τιμ. 5, 20.
31. Τίτ. 1, 10.
32. Τίτ. 2, 8.
33. Πρβλ. Εβρ. σ. 6.
34. Β' Θεσσ. 3, 6.
35. Τίτ. 3, 10-11.
36. Πρβλ. Α' Τιμ. 2,4
 
Περιοδικό ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ τεύχος 56

Εγκώμιον εις τον Απόστολον Παύλον Του εν Αγίοις Πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου

 

Τι τέλος πάντων είναι ο άνθρωπος και πόση είναι η ευγένεια της δικής μας φύσης και πόσο ικανό στην αρετή είναι αυτό το όν, μας το έδειξε περισσότερο απ᾽ όλους τους ανθρώπους ο Παύλος. Και τώρα σηκώνεται, από εκεί που έχει φτάσει, και με καθαρή φωνή προς όλους εκείνους που κατηγορούν τη φύση μας απολογείται για χάρη του Κυρίου, προτρέπει για αρετή, κλείνει τα αναίσχυντα στόματα των βλάσφημων και αποδεικνύει ότι δεν είναι μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στους αγγέλους και στους ανθρώπους, αν θέλουμε να προσέχουμε τον εαυτό μας. Γιατί χωρίς να έχει άλλη φύση, ούτε να έχει λάβει άλλη ψυχή, ούτε να κατοίκησε σ᾽ άλλο κόσμο, αλλά αν και ανατράφηκε στην ίδια γη και τόπο και με τους ίδιους νόμους και συνήθειες, ξεπέρασε όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι έζησαν από τότε που έγιναν οι άνθρωποι. Που είναι λοιπόν εκείνοι που λέγουν, ότι είναι δύσκολο πράγμα η αρετή και εύκολο η κακία; Γιατί ο Παύλος τους αντικρούει λέγοντας ‹‹Οι θλίψεις μας που γρήγορα περνούν, προετοιμάζουν σ᾽ εμάς σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό αιώνιο βάρος δόξας›› (Β’ Κορ. 4, 17). Εάν όμως τέτοιες θλίψεις περνούν εύκολα, πολύ περισσότερο οι φυσικές ηδονές.
Και δεν είναι μόνο αυτό το θαυμαστό του, ότι δηλαδή από πολλή προθυμία δεν αισθανόταν τους κόπους του για την αρετή, αλλ᾽ ότι ασκούσε αυτήν χωρίς αμοιβή. Εμείς βέβαια δεν υπομένουμε κόπους γι᾽ αυτήν αν και υπάρχουν αμοιβές. Εκείνος όμως και χωρίς τα έπαθλα την επιζητούσε και την αγαπούσε, και εκείνα που θεωρούνταν ότι είναι εμπόδιά της τα ξεπερνούσε με κάθε ευκολία. Και δεν επικαλέσθηκε ούτε την αδυναμία του σώματος, ούτε την τυραννίδα της φύσης, ούτε τίποτε άλλο. Αν και είχε αναλάβει μεγαλύτερη φροντίδα από τους στρατηγούς και όλους τους βασιλείς της γης, αλλ᾽ όμως κάθε ημέρα ήταν ακμαίος, και ενώ οι κίνδυνοί του επαυξάνονταν, διέθετε νεανική προθυμία. Για να δείξει αυτό ακριβώς έλεγε, ‹‹ξεχνώντας τα όσα έγιναν στο παρελθόν και φροντίζοντας για εκείνα που είναι μπροστά μου›› (Φιλιπ. 3, 14). Και ενώ περίμενε τον θάνατο, καλούσε σε συμμετοχή της ηδονής αυτής λέγοντας, ‹‹χαίρετε και να χαίρεστε μαζί μου›› (Φιλιπ. 2, 18). Και ενώ τον απειλούσαν κίνδυνοι και προσβολές και κάθε ατιμία, πάλι σκιρτούσε και όταν έγραφε την επιστολή στους Κορινθίους έλεγε, ‹‹Γι᾽ αυτό και ευφραίνομαι σε ασθένειες, σε προσβολές, σε διωγμούς›› (Β΄ Κορ. 12, 10). Και τα ονόμασε αυτά όπλα της δικαιοσύνης, αποδεικνύοντας ότι και από αυτά είχε πολύ μεγάλες ωφέλειες και από παντού ήταν ακατάβλητος στους εχθρούς του. Και ενώ παντού τον βασάνιζαν, τον περιφρονούσαν, τον κακολογούσαν, σαν να βάδιζε σε θριάμβους και να έστησε σταθερά τρόπαια σ᾽ όλα τα σημεία της γης, έτσι υπερηφανευόταν και ευχαριστούσε το Θεό λέγοντας. «Η ευχαριστία ανήκει στο Θεό ο οποίος πάντοτε μας οδηγεί σε θρίαμβο» (Β’ Κορ. 2, 14).
Και την κακοποίηση και την προσβολή για το κήρυγμα επιζητούσε περισσότερο απ᾽ όσο εμείς την τιμή, και το θάνατο απ᾽ όσο εμείς τη ζωή, και τη φτώχεια απ᾽ όσο εμείς τον πλούτο, και τους κόπους περισσότερο απ᾽ όσο άλλοι τις ανέσεις, και όχι απλά περισσότερο, αλλά πολύ περισσότερο, και τη λύπη περισσότερο απ᾽ όσο άλλοι τη χαρά, και το να εύχεται για τους εχθρούς περισσότερο απ᾽ όσο το να τους καταριούνται οι άλλοι. Και ανάτρεψε την τάξη των πραγμάτων, ή καλύτερα εμείς την ανατρέψαμε, εκείνος όμως, όπως τη νομοθέτησε ο Θεός, έτσι τη φύλασσε. Γιατί όλα αυτά ήταν σύμφωνα με τη φύση, εκείνα όμως αντίθετα. Ποια είναι η απόδειξη; Το ότι ο Παύλος, αν και ήταν άνθρωπος, ακολουθούσε περισσότερο αυτά παρά εκείνα. Ένα μόνο πράγμα ήταν φοβερό γι᾽ αυτόν και απόφευγε, το να αντιμάχεται το Θεό, και τίποτε άλλο. Όπως βέβαια τίποτε άλλο δεν του ήταν ποθητό, όσο το να αρέσει στον Θεό. Και δε λέγω τίποτε από τα παρόντα, αλλά ούτε και από τα μέλλοντα. Και μη μου πεις τις πόλεις και τα έθνη και τους βασιλείς και τα στρατόπεδα και τα χρήματα και τις σατραπείες και τις δυναστείες, γιατί ούτε ιστό αράχνης τα θεωρούσε αυτά. Αλλά σκέψου αυτά που υπάρχουν στους ουρανούς και τότε θα καταλάβεις τη σφοδρή αγάπη που είχε για το Χριστό. Γιατί ο Παύλος γι᾽ αυτήν την αγάπη δε θαύμασε ούτε την αξία των αγγέλων, ούτε των αρχαγγέλων, ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο.
Είχε μέσα του πιο μεγάλο απ᾽ όλα, την αγάπη του Χριστού και μαζί με τούτο θεωρούσε τον εαυτό, του τον πιο ευτυχισμένο απ᾽ όλους. Και χωρίς αυτό, δεν επιθυμούσε να γίνει ένας από τις κυριότητες, ούτε από τις αρχές και εξουσίες (ονομασίες αγγελικών ταγμάτων), αλλά μαζί με την αγάπη αυτήν ήθελε περισσότερο να είναι ανάμεσα στους τελευταίους και τους κολασμένους, παρά χωρίς αυτήν ανάμεσα στους πρώτους και τιμημένους. Γιατί κόλαση γι᾽ αυτόν ήταν μία, το να χάσει την αγάπη αυτή. Αυτό ήταν για τον Παύλο γεέννα, αυτό τιμωρία, αυτό άπειρα κακά όπως ακριβώς και απόλαυση, το να πετύχει την αγάπη. Αυτό ήταν η ζωή του, αυτό ο κόσμος του, αυτό ο άγγελός του, αυτό τα παρόντα, αυτό τα μέλλοντα, αυτό βασιλεία, αυτό υπόσχεση, αυτό τα άπειρα αγαθά. Και κάθε άλλο που δεν οδηγούσε εδώ, δεν το θεωρούσε ούτε δυσάρεστο, ούτε ευχάριστο. Έτσι όμως περιφρονούσε όλα τα ορατά, όπως το σάπιο χόρτο. Και οι τύραννοι και οι πόλεις που άφριζαν από θυμό του φαίνονταν ότι είναι κουνούπια, ενώ ο θάνατος και οι τιμωρίες και τα πάρα πολλά βασανιστήρια του φαίνονταν παιδικά παιχνίδια. Αλλά βέβαια τα υπόφερε για το Χριστό.
Γιατί τότε τα δεχότανε με χαρά αυτά και στα δεσμά του έτσι υπερηφανευόταν, όπως δε θα υπερηφανευόταν ο Νέρων όταν είχε στο κεφάλι του το βασιλικό διάδημα. Και έμεινε στη φυλακή, σαν να ήταν ο ουρανός, και δεχόταν τα κτυπήματα και τις μαστιγώσεις πιο ευχάριστα από εκείνους που αρπάζουν τα βραβεία. Και τους πόνους αγαπούσε όχι λιγότερο από τα έπαθλα, θεωρώντας τους πόνους ότι είναι έπαθλο. Γι᾽ αυτό και τους ονόμαζε χάρη.
Πρόσεχε όμως. Έπαθλο ήταν, το να πεθάνει και να είναι μαζί με το Χριστό, το να παραμείνει όμως στη ζωή, ήταν αυτός ο αγώνας. Αλλ᾽ όμως αυτό προτιμά περισσότερο από εκείνο και λέγει ότι του είναι αναγκαιότερο. Το να αποχωρισθεί από το Χριστό, ήταν αγώνας και κόπος, ή καλύτερα περισσότερο από αγώνα και κόπο το να παραμένει μαζί του, ήταν έπαθλο. Αυτό όμως προτιμά περισσότερο από εκείνο για χάρη του Χριστού.
            Αλλά θα μπορούσε ίσως να πει κανείς, ότι όλα αυτά του ήταν ευχάριστα για χάρη του Χριστού. Αυτό λοιπόν λέγω και εγώ, ότι δηλαδή εκείνα πού για μας είναι αιτία λύπης, αυτά προκαλούσαν σ᾽ εκείνον μεγάλη ευχαρίστηση. Και γιατί λέγω τους κινδύνους και τις άλλες ταλαιπωρίες; Αφού πραγματικά ήταν σε διαρκή λύπη γι᾽ αυτό και έλεγε «Ποιος ασθενεί και δεν ασθενώ και εγώ μαζί του; Ποιός σκανδαλίζεται και δεν δοκιμάζομαι και εγώ;» (Β' Κορ. 11, 19). Αλλ᾽ όμως και τη λύπη θα μπορούσε να πει κανείς ότι είχε σαν ευχαρίστηση. Γιατί πολλοί και όταν χάσουν τα παιδιά τους και τους επιτρέπεται να θρηνούν, παρηγορούνται όταν όμως εμποδίζονται, στενοχωρούνται. Έτσι λοιπόν και ό Παύλος, κλαίοντας νύκτα και ημέρα, παρηγορούνταν. Γιατί κανένας δεν πένθησε έτσι τα δικά του κακά, όπως εκείνος τα ξένα. Πώς λοιπόν θεωρείς ότι συμπεριφέρεται, αφού οι Ιουδαίοι δε σώζονται, για να σωθούν αυτοί, όταν εύχεται να εκπέσει αυτός από την ουράνια δόξα; Επομένως είναι φανερό ότι το να μη σωθούν αυτοί ήταν πολύ χειρότερο γι᾽ αυτόν. Γιατί αν δεν ήταν χειρότερο, δεν θα ευχόταν εκείνο (Βλ. Ρωμ. 9, 3), αφού το προτίμησε σαν ελαφρότερο και που έχει μεγαλύτερη παρηγοριά. Και όχι απλώς ήθελε, αλλά φώναζε λέγοντας, «Ότι υπάρχει μέσα μου λύπη και αδιάκοπος πόνος στην καρδιά μου» (Ρωμ. 9, 2).[...]
Γι᾽ αυτό εκπλήσσομαι με τη δύναμη του Θεού, γι᾽ αυτά θαυμάζω την προθυμία του Παύλου, επειδή δέχτηκε τόση χάρη, επειδή έκαμε τέτοιον τον εαυτό του. Και σας παρακαλώ να μη θαυμάζετε μόνο, αλλά και να μιμείσθε το παράδειγμα αυτό της αρετής, γιατί έτσι θα μπορέσουμε να λάβουμε τα ίδια μ᾽ εκείνον στεφάνια. Εάν όμως απορείς ακούοντας ότι, αν κατορθώσεις τα ίδια, με τον Παύλο, άκουσε αυτόν να λέγει τα εξής. «Έχω αγωνισθεί τον καλό αγώνα, έχω φθάσει στο τέλος του δρόμου, έχω διαφυλάξει την πίστη. Λοιπόν μου επιφυλάσσεται το στεφάνι τής δικαιοσύνης, που θα μου δώσει σαν ανταμοιβή ο Κύριος, ό δίκαιος κριτής, κατά την ημέρα εκείνη και όχι μόνο σ᾽ εμένα, αλλά και σ᾽ όλους που έχουν αγαπήσει την εμφάνισή του» (Β' Τιμ. 4, 7-8).
Bλέπεις πως όλους τους καλεί στην ίδια κοινωνία; Επειδή λοιπόν υπάρχουν τα ίδια για όλους, ας φροντίσουμε όλοι να γίνουμε άξιοι των αγαθών τα οποία μας έχει υποσχεθεί. Και ας μη δούμε μόνο το μέγεθος και την έκταση των κατορθωμάτων, αλλά και το πάθος της προθυμίας, με την οποία απέσπασε τόση χάρη, και τη συγγένεια της φύσης, γιατί είχε όλα αυτά τα κοινά μ᾽ εμάς. Και έτσι και τα υπερβολικά δύσκολα θα μας φανούν εύκολα και ελαφρά, και αφού κοπιάσουμε στο σύντομο αυτό χρόνο, θα φορέσουμε το άφθαρτο και αθάνατο εκείνο στεφάνι, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη τώρα και πάντοτε, και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Μόνον Συσσίτια; Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής των Μυροφόρων

Μόνον Συσσίτια;  Αποστολικό Ανάγνωσμα  Κυριακής των Μυροφόρων
Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος
ΜΟΝΟΝ  ΣΥΣΣΙΤΙΑ;
Αποστολικό Ανάγνωσμα
Κυριακής των Μυροφόρων
(Πραξ. στ' 1-7)
Ποίο είναι το έργο τής Εκκλησίας; Γιατί υπάρχει η Εκκλησία; Στα ερωτήματα αυτά πολλές απαντήσεις δίδουν οι άνθρωποι. Όμως, στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ακούμε θεοπνεύστως ποίο είναι το έργο τής Εκκλησίας.
Αφορμή για το όλον θέμα έδωσε η ακριβοδίκαιη διανομή των τροφίμων στα κοινά συσσίτια. Είχαν δημιουργηθεί παράπονα κατά την Αποστολική εποχή. Μπροστά σε αυτό το πρακτικό πρόβλημα, τι θα έκαμαν οι Απόστολοι; Θα εμοίραζαν οι ίδιοι τα τρόφιμα ή θα συνέχιζαν απερίσπαστοι την εντολή τού Χριστού, “Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη”;
Φυσικά έκαναν εκείνο που έπρεπε να κάνουν. “Ουκ αρεστόν εστιν ημάς καταλείψαντας τον λόγον τού Θεού διακονείν τραπέζαις”. Γι' αυτό, αδελφοί, εκλέξατε άνδρες “πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας” και αυτοί ας αναλάβουν την τακτοποίηση του οικονομικού και πρακτικού αυτού ζητήματος. Εμείς δε “τη προσευχή και τη διακονία τού λόγου προσκαρτερήσομεν”. Έτσι, το ζήτημα διά την Εκκλησία λύθηκε αυθεντικώς και διά παντός.
Εάν οι διάδοχοι των Αποστόλων, έως του τέλους των αιώνων δώσουν τον πρώτο λόγο στα πρακτικά θέματα και στα συσσίτια, οι ίδιοι θα θέσουν τον εαυτόν τους εκτός τής υψηλής τους αποστολής. Αλλά εκείνο που επίσης προξενεί εντύπωση είναι ότι για την υπηρεσία αυτή, οι Απόστολοι ζήτησαν όχι απλώς να εκλέξουν οι πιστοί συνεργάτες, αλλά εκείνοι που θα αναλάμβαναν το διακόνημα να είναι “άνδρες πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας”.
Δυστυχώς, σε κάθε εποχή βλέπουμε στα δύο αυτά σημεία να παρατηρούνται παρασπονδίες που φέρουν αρνητικά τα αποτελέσματα.
Βλέπουμε πρώτον, ποιμένες να λησμονούν το κύριο έργο τους και να απορροφώνται σε ζητήματα που πολύ άνετα και με κρυστάλλινη διαφάνεια θα μπορούσαν να διευθετήσουν πιστοί χριστιανοί. Διότι είναι πράγματι πολύ άσχημο οι άμβωνες να παραμένουν βουβοί, το κηρυκτικό και κατηχητικό έργο να υπολειτουργεί εάν δεν έχει τελείως εκλείψει, η λειτουργική ζωή να υποβιβάζεται σε σημείο επικίνδυνο και το κέντρο βάρους να ρίχνεται μόνο στο “πνευματικό κέντρο” τής ενορίας ή σε ό,τι άλλο σχετικό έχει να κάνει με κάθε είδους “συσσίτια”.
Φθάσαμε μάλιστα σε τέτοιο σημείο ώστε από κάποιους υπευθύνους να θεωρείται επιτυχημένος ποιμένας και ανθούσα ενορία, μόνο όταν γίνεται “έργο που φαίνεται” κατά το κοινώς λεγόμενον. Αλλά φαίνεται τι; Εάν κανείς μπορεί να διακρίνει κάτω από τα φαινόμενα, βλέπει πολύ καθαρά σε κάποιες περιπτώσεις την έλλειψη της πνευματικότητος. Οπωσδήποτε, το τέλειο είναι ο συνδυασμός τού καθαυτό ποιμαντικού – πνευματικού έργου των ποιμένων με την αρίστη συνεργασία πιστών ψυχών, οι οποίοι πρωτίστως μετέχουν της Ορθοδόξου πνευματικότητος.
Έτσι, ερχόμαστε μπροστά στη δεύτερη παρασπονδία. Ορισμένοι νομίζουν ότι αρκεί ένας άνθρωπος να διαθέτει κάποια προσόντα (κυρίως διοικητικά) για να τον καταστήσουν υπεύθυνο “εις έργον διακονίας”. Ορισμένοι μάλιστα ξεπερνούν όλους τους φραγμούς τής λογικής αλλά και τις ασφαλιστικές δικλείδες τού Αγίου Πνεύματος, εισάγοντας πρόσωπα “με διοικητικό ή πρακτικό χάρισμα”, δίχως τίποτε άλλο αναγκαίο και απαραίτητο, ακόμα και εις τα “άγια των αγίων”. Και τα αποτελέσματα; Τραγικά σε όλες τις περιπτώσεις. Έτσι, εάν από την μια υποβιβάζεται η προσευχή και η διακονία τού λόγου και από την άλλη έχουν πρωτεύοντα ρόλο στα πρακτικά - “συσσίτια”- άνθρωποι άγευστοι της πνευματικής ζωής, τότε εύκολα κανείς κατανοεί γιατί και όσοι προσέρχονται για το καθημερινό γεύμα (εάν είναι Ορθόδοξοι) δεν σημειώνουν πνευματική πρόοδο, (εάν είναι αλλόδοξοι), αρνούνται να προσέλθουν στην Ορθόδοξη πίστη. Επίσης, παρατηρείται και το εξής φαινόμενο. Πολλοί εκ των μουσουλμάνων, θα λάβουν την μερίδα τού φαγητού, αλλά στην συνέχεια θα σπεύσουν στον δικό τους λατρευτικό χώρο, και οσονούπω στο τζαμί, και “ουκ έσται παύλα των δεινών”...
Βεβαίως όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και οι πιστοί έχουν και υλικές ανάγκες. Αλλά μας διαφεύγει, δυστυχώς, ότι αυτές οι ανάγκες κατά κανόνα ευρίσκουν την θεραπεία τους στην ψυχική ανόρθωση και στην πνευματική θεραπεία τού ανθρώπου. Τούτο αποτελεί το λεπτό και ουσιαστικό σημείο τής ποιμαντικής, που εάν χαθεί από το βλέμμα και τη συνείδηση των ποιμένων τότε μεταβάλλουν την ενορία σε “ερυθρό σταυρό” ή καταντά η ενορία σε “ερυθρά ημισέληνο”.  
Λησμονούμε δυστυχώς ότι οι ποιμένες και οι διδάσκαλοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι αδήριτος ανάγκη να βρουν το “απολωλός” που παρέσυρε ο κόσμος και τραυμάτισε η αμαρτία. Να βρούν τον αμαρτωλό “δι΄ ον Χριστός απέθανε” και τα τον αρπάσουν από την εξουσία τού Σατανά, να τον οδηγήσουν στην μετάνοια και στον δρόμο τής καθάρσεως, του φωτισμού και του εξαγιασμού, αφού εννοείται πρώτα οι ίδιοι εφαρμόζουν τα κηρυσσόμενα.
Μάλιστα, ο ίδιος ο Χριστός εξήσκησε πρώτος και το έργο τής υλικής φιλανθρωπίας, αφού “διήλθε την ζωήν του ευεργετών και ιώμενος”. Οι Απόστολοι επίσης οργάνωσαν τις “αγάπες” και τα συσσίτια και ο Απ. Παύλος συνέστησε τις περίφημες “λογείες” για τους πτωχούς τής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Χρειάζεται και βεβαίως είναι αναγκαία η φιλανθρωπία με τις σωστές προϋποθέσεις και προδιαγραφές. Αλλοίμονο όμως εάν υπερτονιστεί από την διοικούσα και ποιμένουσα Εκκλησία το “γέμισμα του στομάχου” με αποτέλεσμα να λιμοκτονεί η καρδιά.
Είθε ο θείος δομήτωρ να φωτίζει τους ποιμένες ώστε με διάκριση και με Αποστολικές προδιαγραφές να συνεχίζουν όπου γης το έργο τής διακονίας και της σωτηρίας των ψυχών.
Αμήν.
Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος
Mail:
ioil.konitsa@gmail.com 
Κόνιτσα.