Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Σάρκωση και Ενανθρώπιση του Κυρίου ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
 Α. Ω εσείς που έχετε μόνιμο σύντροφο την παρθενική αγνότητα και σεις που μαθητεύετε στη ζωή της σωφροσύνης, ελάτε να λατρεύσουμε με ύμνους, που βγαίνουν από τα αγνισμένα χείλη μας, το Θεό που γεννήθηκε από την Πάναγνη Παρθένο. Ελάτε όλοι εμείς, που αξιωνόμαστε να μεταλάβουμε σαν μυστική τροφή το Σώμα του Χριστού, το οποίο συμβολίζεται ως  Αμνός, ελάτε να φάμε το κεφάλι μαζί με τα πόδια (Πρβλ.  Εξ. 12,9), νοώντας με το «κεφάλι» τη θεότητα και με τα «πόδια», την ανθρώπινη φύση Του, την ανθρωπότητα. Οι ακροατές των αγίων Ευαγγελίων, ας πιστεύσουμε στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, που είπε: «Στην αρχή υπήρχε ο Λόγος και ο Λόγος ήταν ενωμένος με το Θεό και Θεός ήταν ο Λόγος» (Ιωάν. 1, 1). Και πρόσθεσε: «Και ο Λόγος προσέλαβε σάρκα και έγινε άνθρωπος» (Ιωάν. 1, 14). Γιατί δεν είναι ευσεβές να τον προσκυνούμε ως απλό άνθρωπο, ούτε να τον ομολογούμε μόνο Θεό, χωρίς την ανθρώπινη φύση Του. Γιατί αν, όπως φυσικά και συμβαίνει, ο Χριστός είναι αληθινά Θεός, δεν έχει προσλάβει όμως ανθρώπινη φύση, εμείς δεν είναι δυνατόν να σωθούμε. Ας τον προσκυνούμε λοιπόν ως Θεό κι ας πιστεύουμε συνάμα ότι έγινε και άνθρωπος. Γιατί ούτε το να τον ομολογούμε απλό άνθρωπο, χωρίς τη θεότητα Του μας ωφελεί, ούτε το να δεχόμαστε μόνο τη θεότητά Του μας οδηγεί προς τη σωτηρία. Ας ομολογήσουμε την παρουσία του βασιλιά και ιατρού. Διότι ο Βασιλιάς  Ιησούς, που επρόκειτο να μας γιατρέψει, ζώστηκε τη δουλική ποδιά της ανθρώπινης φύσης και θεράπευσε την αρρώστια της.  Ο τέλειος διδάσκαλος των νηπίων έγινε μαζί τους νήπιο, για να κάνει σοφούς τους ανόητους. Ο επουράνιος Άρτος κατέβηκε στη γη , για να θρέψει τους πεινασμένους.
 Β. Και οι απόγονοι των  Ιουδαίων, με το να αρνούνται Αυτόν που ήλθε και με το να περιμένουν κακώς κάποιον που θα έλθει, παραγνώρισαν τον αληθινό Χριστό. Και μέσα στην πλάνη τους περιμένουν ως Χριστό τον Αντίχριστο, για να βγει αληθινός και σ’ αυτό ο Σωτήρας που είπε:«Εγώ ήρθα εξ ονόματος του Πατέρα μου και δεν με δέχεσθε, αν όμως άλλος έρθει εξ ονόματος του εαυτού του, εκείνον θα τον δεχτείτε» (Ιωάν. 5, 43). Ακόμη θα μπορούσαμε να κάνουμε μια ερώτηση στους  Ιουδαίους. Λέει αλήθεια ή ψέματα ο προφήτης  Ησαΐας , όταν προφητεύει ότι ο Εμμανουήλ θα γεννηθεί από παρθένο; Γιατί βέβαια δεν είναι καθόλου παράδοξο να τον κατηγορούν ως ψεύτη. Επειδή το συνηθίζουν αυτοί, δηλαδή όχι μόνο να θεωρούν τους προφήτες ψεύτες, αλλά και να τους λιθοβολούν. Αν όμως ο προφήτης λέει την αλήθεια, δείξτε τον Εμμανουήλ και από πού θα προέλθει αυτός που προσδοκάτε. Θα γεννηθεί από παρθένο ή όχι; Γιατί, αν δεν γεννηθεί από παρθένο, βγάζετε ψεύτη τον προφήτη. Και αν προσδοκάτε να συμβεί αυτό στο μέλλον, γιατί απορρίπτετε αυτό που ήδη έγινε;
 Γ. Αφού το θέλουν λοιπόν οι Ιουδαίοι ας πλανώνται, κι ας δοξάζεται η Εκκλησία του Θεού. Διότι εμείς παραδεχόμαστε ότι πραγματικά και αληθινά ο Θεός Λόγος έγινε και άνθρωπος. Άνθρωπος που δεν γεννήθηκε από ανθρώπινη σαρκική επιθυμία, όπως ισχυρίζονται οι αιρετικοί, αλλά κατά τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, έγινε και άνθρωπος με τη συνεργεία του  Αγίου Πνεύματος και της Παρθένου Μαρίας, όχι φανταστικά αλλά αληθινά. Και για το ότι πραγματικά έγινε άνθρωπος από Παρθένο, περίμενε στη συνέχεια του λόγου και θα πάρεις την κατάλληλη στιγμή τις αποδείξεις. Γιατί η πλάνη των αιρετικών είναι πολύ μπερδεμένη. Άλλοι ισχυρίζονται ότι σε καμιά περίπτωση δεν γεννήθηκε Αυτός από παρθένο. Άλλοι λένε ότι γεννήθηκε βέβαια, όχι όμως από παρθένο, αλλά από γυναίκα που ήρθε σε σχέση με άνδρα. Κι άλλοι λένε ότι Χριστός δεν είναι ο Θεός ο οποίος έγινε και άνθρωπος αλλά κάποιος άνθρωπος που έχει εξυψωθεί σε Θεό. Γιατί τόλμησαν να πουν ότι δεν έγινε άνθρωπος ο προϋπάρχων Λόγος, αλλά ότι ο Χριστός είναι ένας άνθρωπος κοινός, που πρόκοψε τόσο πολύ στην αρετή, ώστε επιβραβεύτηκε με θεοποίηση.
Δ. Συ όμως διατήρησε στη μνήμη σου όσα ειπώθηκαν για τη θεότητα του Χριστού. Πίστεψε ότι  Εκείνος, ο Μονογενής Υιός του Θεού , ο ίδιος γεννήθηκε και από την Παρθένο. Πίστεψε στον Ευαγγελιστή Ιωάννη που είπε: «Και ο Λόγος προσέλαβε σάρκα και έζησε ανάμεσα μας ως τέλειος άνθρωπος» (Ιωάν. 1, 14). Γιατί ο αιώνιος Λόγος που γεννήθηκε από τον Πατέρα, πριν απ’ όλους τους αιώνες, έλαβε τα τελευταία τούτα χρόνια ανθρώπινη σάρκα για τη σωτηρία μας.
Πολλοί όμως προβάλλουν αντιρρήσεις και λένε: Ποιά ήταν η τόσο μεγάλη ανάγκη που έκανε το Θεό να ενανθρωπίσει; Από τη φύση Του ο Θεός μπορεί να συναναστρέφεται τους ανθρώπους; Σηκώνει η θεία Φύση κάτι τέτοιο; Είναι δυνατόν να γεννήσει παρθένος, χωρίς συνάφεια ανδρός; Επειδή λοιπόν υπάρχουν τόσες αντιρρήσεις και η μάχη παίρνει πολλές μορφές και διαστάσεις, ας διαλύσουμε, με τη Χάρη του Χριστού και με τις ευχές των παρόντων, καθένα από τα ενάντια επιχειρήματα.
 ­Ε. Αρχικά ας εξετάσουμε για ποιό λόγο κατέβηκε στη γη ο Ιησούς. Και μη δίνεις σημασία στα λόγια μου, αν τα θεωρείς επιτηδευμένα και κακόβουλα, γιατί καμιά φορά είναι ενδεχόμενο να σκεφθείς έτσι μειωτικά, προβληματικά για μένα. Και εγώ λοιπόν σου λέω: Αν δεν ακούσεις για κάθε διδασκαλία τη σύμφωνη γνώμη των προφητών, να μην πιστέψεις σε όσα θα σου πω. Αν δεν διδαχθείς από τις θείες Γραφές τα σχετικά με την Παρθένο, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της γεννήσεως του Χριστού, να μη δεχτείς κανενός ανθρώπου τη μαρτυρία (Ιωάν. 5, 34). Γιατί όποιον βλέπει κανείς με τα μάτια του να βρίσκεται μπροστά του και να διδάσκει, μπορεί και να τον θεωρήσει ύποπτο. Ποιός όμως μυαλωμένος άνθρωπος θα θεωρήσει ύποπτο εκείνον τον προφήτη που προφήτευσε, πριν από χίλια και περισσότερα χρόνια;
Αν λοιπόν αναζητάς την αιτία της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, να καταφύγεις στο πρώτο βιβλίο της  Αγίας Γραφής, τη Γένεση. Σε έξι ημέρες δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο. Αλλά ο κόσμος δημιουργήθηκε για τον άνθρωπο. Κι ο ήλιος, ο οποίος ακτινοβολεί λαμπρότατες ακτίνες, φτιάχτηκε για να φωτίζει τον άνθρωπο. Κι όλα τα ζώα έγιναν για να μας υπηρετούν. Τα φυτά και τα δέντρα δημιουργήθηκαν για να τα απολαμβάνουμε εμείς. Όλα τα δημιουργήματα είναι πολύ τέλεια και ωραία (Γεν. 1, 21). Αλλά κανένα από αυτά δεν είναι εικόνα του Θεού, παρά μόνο ο άνθρωπος. Ο ήλιος δημιουργήθηκε με το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού, ενώ ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με ξεχωριστή ενέργεια και επιμέλεια του Θεού. Και φανερώνοντας ο Τριαδικός Θεός, τη στιγμή της δημιουργίας τις προθέσεις Του για τον άνθρωπο, παρουσιάζεται ο Θεός-Πατέρας να λέει στα άλλα δυό Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος: «Ας πλάσουμε τώρα τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα μας και με προϋποθέσεις να γίνει όμοιος μ’ εμάς» (Γεν. 1,26).  Αφού η ξύλινη εικόνα του επίγειου βασιλιά τιμάται, πόσο περισσότερο θα τιμάται η λογική εικόνα του Θεού, δηλαδή ο άνθρωπος; Τούτο όμως το πλάσμα, το ανώτερο από όλα τα δημιουργήματα του Θεού, που ζούσε με ευφροσύνη στον Παράδεισο, το έβγαλε έξω ο φθόνος του διαβόλου (Πρβλ. Σοφ. Σολ. 2, 24). Και χαιρόταν ο εχθρός με την πτώση εκείνου που αυτός φθόνησε. Θα ήθελες λοιπόν να εξακολουθεί να χαίρεται ο εχθρός; Αυτός, επειδή δεν τόλμησε να πλησιάσει τον άνδρα εξαιτίας της δύναμης του, πλησίασε τη γυναίκα ως ασθενέστερη, η οποία ήταν ακόμα παρθένος. Γιατί ο Αδάμ γνώρισε την Εύα, ως σύζυγο του, μετά την πτώση του και την έξοδό του από τον Παράδεισο (Πρβλ. Γέν. 4, I).
  ΣΤ. Οι επόμενοι διάδοχοι του ανθρώπινου γένους ήταν ο Κάιν και ο Άβελ. Ο Κάιν έγινε ο πρώτος ανθρωποκτόνος. Ύστερα ακολούθησε κατακλυσμός, εξαιτίας της μεγάλης κακοήθειας των ανθρώπων. Μετά κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό εναντίον των κατοίκων των Σοδόμων, εξαιτίας της παρανομίας τους. Έπειτα από χρόνια ξεχώρισε ο Θεός από τα έθνη τον εκλεκτό λαό του Ισραήλ. Αλλά κι αυτός παραδόθηκε στη διαφθορά και έτσι το εκλεκτό γένος τραυματίστηκε. Γιατί ενώ ο Μωυσής βρισκόταν πάνω στο Όρος, ενώπιον του Θεού, κάτω ο λαός προσκυνούσε για Θεό ένα μοσχάρι. Την εποχή του Μωυσή, ο οποίος νομοθέτησε το «να μη μοιχεύσεις» (Εξ. 20, 13), κάποιος άνδρας τόλμησε, μπαίνοντας σε καμίνι, να πράξει ακολασία ενώπιον του.  Μετά το Μωυσή στάλθηκαν προφήτες για να γιατρέψουν τον  Ισραήλ.  Αλλά στην προσπάθεια τους να θεραπεύσουν την πνευματική ασθένεια, θρηνούσαν, γιατί δεν το κατόρθωναν, όπως λέει και κάποιος από αυτούς: «Αλλοίμονο χάθηκε ο ευσεβής από τη γη, άνθρωπος αρετής και καλών έργων δεν υπάρχει μεταξύ μας» (Μιχ. 7,1-2). Και πάλι «όλοι έχουν παραστρατίσει, κατάντησαν αχρείοι, δεν υπάρχει κανείς που να πράττει το αγαθό, δεν υπάρχει ούτε ένας»(Ψαλμ. 13, 3). Και πάλι: «Κατάρα  και κλοπή και μοιχεία και φόνος έχουν πλημμυρίσει τη χώρα» (Ωσ.4, 2). «Τους γιους και τις θυγατέρες τους θυσίασαν στους δαίμονες» (Ψαλμ. 105, 37). «Ασχολούνταν με οιωνούς, μάγια και μαντείες» και «δένοντας τα ρούχα τους με σχοινιά τα έκαναν παραπετάσματα μπροστά στο θυσιαστήριο»(Αμώς 2, 8).  Μετά κάποιος άλλος προφήτης που τ’ άκουσε αυτό, του λέει: «Τόσο ήρεμα μιλάς ενώ αναγγέλλεις τη σωτηρία που φέρνει ο Θεός; Εσύ πού ευαγγελίζεσαι την παρουσία του Θεού στον κόσμο για τη σωτηρία μας, μιλάς κρυφά; Ανέβα σε ψηλό βουνό, εσύ που φέρνεις το χαρμόσυνο άγγελμα της σωτηρίας. Πες στις πόλεις του  Ιούδα. Τί να πω; Δείτε το Θεό μας. Δείτε τον Κύριο που έρχεται με μεγάλη δύναμη».  Ο Κύριος πάλι είπε: «Να, εγώ έρχομαι και θα κατασκηνώσω ανάμεσα σας, λέει ο Κύριος. Και πολλοί λαοί θα καταφύγουν προς τον Κύριο» (Ζαχ. 2,14-15). Οι Ισραηλίτες αμέλησαν τη σωτηρία που τους έφερα. «Έρχομαι να συναθροίσω όλους τους λαούς και όλες τις γλώσσες» (Ησ. 66, 18). Γιατί «ήρθε στους δικούς Του και οι δικοί Του δεν τον δέχτηκαν» (Ιωάν. 1, 11). Έρχεσαι και τί χαρίζεις στα έθνη; Έρχομαι να συγκεντρώσω όλους τους λαούς και να τους προικοδοτήσω με το εξαίσιο και φρικτό και θαυμαστό γεγονός της σωτηρίας (Πρβλ. Ήσ. 66, 18-19). Από το δικό μου αγώνα πάνω στο Σταυρό, θα δώσω σε καθέναν από τους στρατιώτες μου βασιλική σφραγίδα να τη φέρει στο μέτωπο του». Και άλλος προφήτης έλεγε:«χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβηκε και σκοτεινό σύννεφο απλώνονταν κάτω από τα πόδια Του»( Ψαλμ. 17, 10). Γιατί τότε ακόμη αγνοούσαν οι άνθρωποι την κάθοθό Του από τον ουρανό. Αυτή την άγνοια συμβολίζει το σκοτεινό σύννεφο.
 Ζ. Πολύ βαθιά και πολύ μεγάλη ήταν λοιπόν η πληγή της ανθρωπότητας. « Από τα πόδια μέχρι το κεφάλι δεν υπήρχε κανένα μέλος σε άρτια κατάσταση. Δεν ήταν δυνατόν να γιατρευτούν οι πληγές με κατάπλασμα, ούτε με θεραπευτικό λάδι, ούτε με επιδέσμους» (Ησ. 1, 6). Και οι προφήτες, θρηνώντας και υποφέροντας, έλεγαν: «Ποιός λοιπόν θα έρθει από τη Σιών για να δώσει τη σωτηρία στον  Ισραηλιτικό λαό;» (Ψαλμ. 13, 7). Και πάλι: «Ας έρθει βοηθός η δεξιά Σου υπέρ του εκλεκτού λαού Σου, στους ανθρώπους αυτούς, τους οποίους ενίσχυσες Εσύ ο Ίδιος, για τη δική Σου δόξα» (Ψαλμ. 79, 18). Και «δεν θα απομακρυνθούμε από Σένα». Και άλλος προφήτης παρακαλούσε, λέγοντας: «Κύριε χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβα» (Ψαλμ. 143, 5). «Κατέβα γιατί τα τραύματα της ανθρωπότητας ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, τη δική μας δυνατότητα για θεραπεία. Σκότωσαν τους προφήτες σου και κατέσκαψαν τα θυσιαστήρια σου» (Γ’ Βασ. 19, 10). Το κακό δεν μπορεί να διορθωθεί από εμάς, χρειάζεσαι  Εσύ για να το διορθώσεις.



  Η. Έκαμε δεκτή την παράκληση των προφητών ο Κύριος. Δεν μπορούσε ο Πατέρας να παραβλέπει το γένος μας που χανόταν. Έστειλε τον Υιό Του, τον Κύριο, από τον ουρανό για να μας θεραπεύσει. Και λέει κάποιος από τους προφήτες: «Ο Κύριος τον Οποίο εσείς ζητάτε έρχεται και θα φτάσει ξαφνικά. Πού; Στο Ναό Του ο Κύριος» (Πρβλ. Μαλ. 3, 1). «Στο Ναό, όπου εσείς τον λιθοβολήσατε» (Πρβλ. Ιωαν.8, 5)
Θ. Έπειτα ο Σολομώντας, ακούγοντας αυτά από τον πατέρα του, οικοδόμησε θαυμαστό Ναό και προφητεύοντας Εκείνον που θα έρθει να κατοικήσει μέσα σ’ αυτόν λέει με θαυμασμό:  «αληθινά, θα έρθει να κατοικήσει στη γη, ανάμεσα στους ανθρώπους;» (Γ’ Βασ. 8, 27). «Μάλιστα», λέει πριν από αυτόν ο προφήτης Δαβίδ, στον ψαλμό που γράφτηκε για το Σολόμωντα και όπου αναφέρεται:  «Θα κατέβει, όπως η πρωινή δροσιά, η οποία πέφτει αόρατα και αθόρυβα και μουλιάζει τα μαλλιά από τα φρεσκοκουρεμένα πρόβατα» (Ψαλμ. 71,6). Οι δροσοσταλίδες (υετός) συμβολίζουν την κάθοδο της θεϊκής φύσης από τον ουρανό και τα μαλλιά (ο πόκος) συμβολίζουν την ανθρώπινη φύση με την οποία ενώθηκε η θεϊκή. Η αόρατη και αθόρυβη κάθοδος των δροσοσταλίδων φανερώνει την άγνοια του μυστηρίου της γεννήσεως του Θεανθρώπου, γι’ αυτό και οι Μάγοι ρωτούσαν: «Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων;» (Ματθ. 2, 2) και ο  Ηρώδης ταραγμένος εξέταζε τα σχετικά με το Γεννημένο Χριστό και έλεγε: «Πού έχει γεννηθεί ο Χριστός;» (Ματθ. 2, 4).
Ι. Ποιός είναι όμως αυτός που κατεβαίνει από τον ουρανό; Λέει στη συνέχεια: «Και θα εξακολουθεί να υπάρχει αιώνια, όπως ο ήλιος θα προηγείται και θα υπερέχει για πάντα από τη σελήνη» (Ψαλμ. 71, 5). Και πάλι άλλος προφήτης λέει: «Να χαίρεσαι μ’ όλη σου την ψυχή, κόρη Σιών, να το διαλαλείς ολόγυρα σου, κόρη  Ιερουσαλήμ. Να, που τώρα έρχεται σε σένα ο βασιλιάς σου δίκαιος, λυτρωτής και σωτήρας» (Ζαχ. 9, 9). Πολλοί βασιλείς υπάρχουν. Εξήγησε μας, προφήτη, για ποιόν από όλους μιλάς; Δείξε μας σημάδι που δεν το έχουν άλλοι βασιλιάδες. Εάν μιλήσεις για βασιλιά ντυμένο στην πορφύρα, έχουν λάβει άλλοι, πριν απ’ αυτόν, το αξίωμα που φέρει αυτό το σχήμα. Εάν μιλήσεις για κάποιον που τον περιτριγυρίζουν στρατιώτες και κάθεται σε χρυσοκόλλητα άρματα και αυτό το έχουν προλάβει άλλοι. Δες μας ένα ιδιαίτερο σημάδι για το βασιλιά, που τόσο σίγουρα και καθαρά μας φανερώνεις την παρουσία του ανάμεσά μας.
 Ο προφήτης λοιπόν απαντά και λέει: «Δες το βασιλιά σου έρχεται προς εσένα δίκαιος και φέρνοντας τη σωτηρία. Αυτός είναι πράος και ανεβασμένος σε υποζύγιο και σε μικρό πουλάρι» (Ζαχ. 9, 9) κι όχι σε άρματα. Έχεις λοιπόν μοναδικό και ανεπανάληπτο σημάδι του βασιλιά που πρόκειται να’ έρθει. «Μονάχα ο  Ιησούς από όλους τους βασιλιάδες κάθησε σε πουλάρι» (Πρβλ. Ματθ. 21, 7) ασαμάρωτο και επευφημήθηκε ως βασιλιάς, καθώς έμπαινε στην Ιερουσαλήμ. Και τι θάρθει να κάνει αυτός ο βασιλιάς; Απαντάει ο ίδιος ο προφήτης πιο κάτω και λέει: «Εσύ, Κύριε, τηρώντας τη Διαθήκη που είχες κάνει με αυτούς, με θυσίες αιματηρές ελευθέρωσες τους Ιουδαίους και τους έβγαλες από τον ξηρό και άνυδρο λάκκο της αιχμαλωσίας τους» (Ζαχ. 9, 11).
ΙΑ. Αλλά κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν είναι τόσο αναμφισβήτητο και δυνατό σημάδι το ότι θα καθίσει πάνω στο πουλάρι. Δος μας όμως και άλλο σημάδι, φανέρωσε μας σε ποιό τόπο θα σταθεί, όταν θα μπει μέσα στην πόλη. Φανέρωσε μας τόπο που να μην είναι έξω από την πόλη και τον αγνοούμε. Φανέρωσε μας ένα τόπο προσιτό στα μάτια μας, κατά τρόπο που να μπορούμε να τον δούμε, καθώς θα είμαστε μέσα στην πόλη. Κι ο προφήτης αποκρίνεται και λέει: «Τα πόδια Του θα πατήσουν κατά την ημέρα εκείνη στο Όρος των  Ελαίων, που βρίσκεται απέναντι και ανατολικά της Ιερουσαλήμ» (Ζαχ. 14, 4). Δεν βλέπει λοιπόν καθένας, που βρίσκεται μέσα στη πόλη, αυτόν τον τόπο;
ΙΒ. Έχουμε πάρει μέχρι τώρα δυο ξεκάθαρες προφητικές μαρτυρίες, δυο τόσο χαρακτηριστικά σημάδια και θέλουμε να μάθουμε και ένα τρίτο. Θα μπορούσε άραγε να μας πει κάποιος τί θα κάνει ο Κύριος όταν θα ρθει; Λέει ένας άλλος προφήτης: «Να ο Θεός μας» και στη συνέχεια: «Αυτός θα’ ρθει και θα μας σώσει. Τότε θα ανοίξουν τα μάτια των τυφλών και οι κουφοί θα ακούσουν. Τότε θα χοροπηδήσει σαν ελάφι ο κουτσός και θα βροντοφωνάξουν οι μουγγοί» (Ησ. 35, 4-6). Πες μας κι άλλη μαρτυρία, προφήτη. Μας είπες ότι ο Κύριος, που θα’ ρθει, θα κάνει τόσα και τέτοια θαυμαστά σημεία, που ποτέ δεν έχουν ξαναγίνει (Πρβλ. Ιωάν. 15, 24). Έχεις να μας πεις κάποιο άλλο σημείο, ακόμη πιό συγκεκριμένο; Σ’ αυτό άπαντα ο προφήτης Ησαΐας και λέει: «Αυτός ο Κύριος θα βρεθεί σε κατάσταση αντιδικίας και θα κριθεί από τους πρεσβυτέρους και τους άρχοντες του λαού» (Ησ. 3,14). Να λοιπόν, ένα ακόμη πολύ ξεχωριστό και χαρακτηριστικό σημάδι: Ο Δεσπότης να ανεχθεί και να υπομείνει να κριθεί από τους δούλους Του, τους πρεσβυτέρους του λαού.
ΙΓ. Ενώ όμως τα διαβάζουν όλα αυτά οι  Ιουδαίοι, δεν τα καταλαβαίνουν σωστά και δεν τα δέχονται. Μοιάζουν σαν να τους τα φωνάζει κανείς και δεν τα ακούνε, λες και έχουν επίτηδες κλείσει τα αυτιά της καρδιάς τους, με την άρνηση και την προκατάληψη. Αλλά εμείς πιστεύουμε στον  Ιησού Χριστό, ο  Οποίος προσέλαβε σάρκα κι έγινε άνθρωπος, γιατί κατανοούμε ότι δεν ήταν δυνατόν να γίνουν διαφορετικά τα πράγματα. Εφόσον εμείς δεν μπορούσαμε να αντικρίζουμε ή να απολαμβάνουμε τη μορφή Του, καθώς ήταν, έγινε Εκείνος σαν εμάς, ώστε μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αξιωθούμε να Τον απολαύσουμε. Γιατί, αν δεν μπορούμε καθόλου να αντικρύσουμε τον ήλιο, που δημιουργήθηκε την τέταρτη χρονική περίοδο της δημιουργίας του κόσμου από το Θεό, πώς θα ήταν δυνατόν ν’ αντικρίζουμε το δημιουργό του ήλιου, δηλαδή το Θεό; Μέσα σε φλόγες κατέβηκε ο Κύριος στο όρος Σινά και δεν μπόρεσε ν’ αντέξει ο λαός, άλλα είπαν στο Μωυσή: «Μίλησε μας εσύ και θα σε ακούσουμε. Και ας μη μας μιλάει απευθείας ο Θεός για να μην πεθάνουμε» (Εξ. 20, 19). Και πάλι λέει η Αγία Γραφή: «Γιατί ποιός άνθρωπος θα ακούσει τη φωνή του αληθινού Θεού, να μιλάει μέσα από τη φωτιά, και θα ζήσει;» (Δευτ. 5, 26). Κι αν μόνο με το να ακούσει κανείς τη φωνή του Θεού πεθαίνει, πώς, όταν δει τον Ίδιο το Θεό, δεν θα πεθάνει; Γιατί απορείς; Κι ο Ίδιος ο Μωυσής είπε: «Είμαι γεμάτος φόβο και τρόμο» (Εβρ. 12, 21).
ΙΔ. Τί λοιπόν; Θα ήθελες να γίνει πρόξενος καταστροφής Αυτός που ήρθε για να φέρει τη σωτηρία, επειδή δεν θα τον άντεχαν οι άνθρωποι ή θα ήθελες να βρεθεί τρόπος ώστε η Χάρη να μας προσφερθεί σύμφωνα με τις δυνατότητες μας;  Ο Δανιήλ δεν άντεξε την οπτασία του αγγέλου και συ θα μπορούσες ν’ αντικρίσεις τη θέα του Δεσπότη των αγγέλων; Εμφανίστηκε ο Γαβριήλ και ο προφήτης Δανιήλ έπεσε καταγής (Πρβλ, Δαν, 10, 9). Και πώς ήταν αυτός που εμφανίστηκε ή ποιά μορφή είχε; Το πρόσωπο του ήταν, όχι σαν τον ήλιο, αλλά σαν αστραπή και τα μάτια του έλαμπαν, όχι σαν καμίνι, αλλά σαν λαμπάδες και η φωνή του αντηχούσε, όχι σαν ήχος δώδεκα λεγεώνων αγγέλων, άλλα σαν βουητό πολυάριθμων ανθρώπων. Κι όμως ο προφήτης έπεσε καταγής και πλησιάζει ο άγγελος και του λέει: «Μη φοβάσαι Δανιήλ, εισακούστηκαν τα λόγια σου, σήκω επάνω και πάρε θάρρος» (Πρβλ, Δαν. 10, 12). Και ο Δανιήλ είπε: «Σηκώθηκα κατατρομαγμένος». Αυτή την απάντηση όμως δεν του την έδωσε, μέχρι τότε που τον άγγιξε ο άγγελος με ανθρώπινο χέρι. Και μόνο τότε, που ο άγγελος, ο οποίος του φανερώθηκε, πήρε ανθρώπινη όψη, τότε του μίλησε ο Δανιήλ και τί του είπε; «Κύριε, καθώς σε αντίκρισα, ταράχτηκαν τα σωθικά μου. Έχασα τη δύναμη μου και μου κόπηκε η αναπνοή». Εάν η παρουσία του αγγέλου αφαίρεσε τη φωνή και τη δύναμη του προφήτη, η θέα του Θεού θα άφηνε τον άνθρωπο ζωντανό; Και όπως λέει η Αγία Γραφή, ο Δανιήλ δεν ξαναβρήκε το θάρρος του, μέχρι που του φάνηκε ότι κάποιος άνθρωπος τον άγγιξε (Πρβλ. Δαν. 10, 18).
Αφού λοιπόν δοκιμάστηκε και καταδείχθηκε ξεκάθαρα η αδυναμία μας, ανέλαβε ο Κύριος να κάνει αυτό που ζητούσε και μπορούσε να σηκώσει ο άνθρωπος. Γιατί αφού ο άνθρωπος ήθελε να ακούσει κάποιον όμοιο του – δεν άντεχε ούτε την παρουσία, ούτε τη μορφή του αγγέλου – πήρε ο Σωτήρας την ανθρώπινη φύση, έγινε άνθρωπος, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να οδηγηθούν στο δρόμο της σωτηρίας τους, πιό άνετα και πιό καρποφόρα. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός λόγος της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου.
ΙΕ. Υπάρχει όμως και άλλος λόγος. Ήρθε ο Χριστός για να βαπτιστεί και να αγιάσει το Βάπτισμα. Ήρθε για να θαυματουργήσει, περπατώντας πάνω στα κύματα της θάλασσας (Ματθ. 14,25).  Επειδή λοιπόν, πριν σαρκωθεί ο Κύριος, τον είδε η θάλασσα και υποχώρησε και ο Ιορδάνης στράφηκε πίσω (Ψαλμ. 113, 3), έλαβε ο Κύριος το σώμα, για να αντέξει η θάλασσα τη θέα Του και να τον υποδεχτεί άφοβα ο  Ιορδάνης. Αυτή λοιπόν είναι μία αιτία της θείας ενανθρωπήσεως, υπάρχει όμως και άλλη.
Ο θάνατος ήρθε στον κόσμο διά μέσου παρθένου, της Εύας. Έπρεπε λοιπόν διά μέσου παρθένου ή καλύτερα από παρθένο να φανερωθεί η ζωή. Ώστε, όπως ακριβώς εκείνη την εξαπάτησε το φίδι με τα παραπλανητικά και διαβολικά λόγια, έτσι και αυτή, τη Μαρία, να τη βεβαιώσει ο Γαβριήλ για τη σωτηρία, με το χαρμόσυνο μήνυμα.
Αφού εγκατέλειψαν οι άνθρωποι το Θεό, έφτιαξαν αγάλματα με ανθρώπινη μορφή. Επειδή λοιπόν οι άνθρωποι προσκυνούσαν ανθρωπόμορφο άγαλμα ως Θεό, πλανεμένοι όπως ήταν, έγινε ο Θεός αληθινός άνθρωπος, για να διαλυθεί αυτή η πλάνη.
Σαν όργανο εναντίον μας χρησιμοποίησε ο διάβολος τη σάρκα. Γνωρίζοντας αυτό ο  Απόστολος Παύλος, λέει: «Βλέπω να κυριαρχεί στα μέλη μου ένας άλλος νόμος, ο οποίος αντιστρατεύεται σ’ αυτά που ο νους και η συνείδηση μου αναγνωρίζουν ως σωστά και με αιχμαλωτίζει» (Ρωμ. 7, 23). Με τα ίδια λοιπόν όπλα, με τα οποία μας πολέμησε ο διάβολος, μ’ αυτά και σωθήκαμε. Πήρε ο Κύριος ίδια μορφή μ εμάς, από εμάς τους ίδιους, ώστε να σωθούμε μέσω της ανθρώπινης φύσης Του. Πήρε τη δική μας ανθρώπινη φύση, για να της δώσει ό,τι της έλειπε, να τη χαριτώσει πληρέστερα και ασφαλέστερα, για να κάμει τη φύση του ανθρώπου κοινωνό της θεϊκής φύσης. Αυτό φανερώνει και ο  Απόστολος Παύλος τότε που λέει στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους: «Όπου η αμαρτία ξεπέρασε κάθε μέτρο, εκεί και η Χάρη δόθηκε με υπερβολική περίσσεια» (Ρωμ. 5, 20).
Έπρεπε ο Κύριος να υποφέρει για χάρη μας (Πρβλ. Λουκ. 24, 26). Αλλά ο διάβολος δεν θα τολμούσε να τον πλησιάσει, εάν τον αναγνώριζε. Γιατί: «αν τον αναγνώριζαν δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξας» (Α’ Κορ. 2, 8). Το σώμα λοιπόν έγινε δόλωμα του θανάτου. Έτσι ο δράκοντας, ενώ είχε ελπίσει ότι θα τον καταπιεί, έβγαλε έξω και όσους είχε ήδη καταπιεί. Αυτή την πραγματικότητα φανερώνει και ο Προφήτης Ησαΐας τότε που λέει: «Ο θάνατος έγινε πολύ ισχυρός και κατάπιε πολλούς» (Ησ. 25, 8). Και πάλι: «Εξάλειψε ο Θεός τα δάκρυα από κάθε ανθρώπινο πρόσωπο» (Ησ. 25, 8).
ΙΣΤ. Μήπως λοιπόν μάταια έγινε ο Χριστός άνθρωπος; Μήπως οι διδασκαλίες Του είναι ρητορικές εφευρέσεις και ανθρώπινα επινοήματα; Δεν είναι οι θείες Γραφές εκείνες που μας φανερώνουν το πώς ο Θεός μας έσωσε; Αυτό δεν φανερώνουν και οι προφητικές μαρτυρίες; Κράτα λοιπόν γερά μέσα σου αύτη την παρακαταθήκη και κανείς ας μη σε μεταπείσει. Πίστευε ότι ο Αληθινός Θεός έγινε και πραγματικός άνθρωπος.
Το ότι λοιπόν ήταν δυνατόν να γίνει ο Θεός άνθρωπος έχει αποδειχτεί. Αν όμως ακόμα δεν πιστεύουν οι Ιουδαίοι, τους ρωτάμε: Τί παράξενο κηρύττουμε, λέγοντας ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, αφού εσείς λέτε ότι ο  Αβραάμ υποδέχθηκε τον Κύριο; Τί παράξενο κηρύττουμε, ενώ ο  Ιακώβ λέει: «Είδα τον Κύριο πρόσωπο προς πρόσωπο, και όμως δεν απέθανα;» (Πρβλ. Γέν. 32,31).  Ο Κύριος που έφαγε πλάι στον Αβραάμ, έφαγε και κοντά μας (Γέν. 18, 8). Τί παράξενο λοιπόν κηρύττουμε;
 Επί πλέον μπορούμε να παρουσιάσουμε και δύο μάρτυρες. Είναι αυτοί που στάθηκαν πλάι στον Κύριο στο όρος Σινά. Ο Μωυσής βρισκόταν στο άνοιγμα του βράχου (Πρβλ.  Εξ. 33, 22) και ο  Ηλίας, στην εποχή που έζησε, στην τρύπα της σπηλιάς.  Εκείνοι παρουσιάστηκαν δίπλα Του κατά τη Μεταμόρφωση και ανήγγειλαν στους μαθητές την έξοδο Του, η οποία επρόκειτο να συντελεστεί στην  Ιερουσαλήμ (Πρβλ. Λουκ. 9, 30-31). Αλλά έχει αποδειχθεί, όπως είπα και προηγουμένως, ότι ήταν δυνατόν να λάβει Εκείνος και την ανθρώπινη φύση.  Εμείς, ας αφήσουμε να μιλούν για περισσότερες αποδείξεις, όλοι εκείνοι που τους αρέσει να επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια.
ΙΖ. Στην αρχή όμως της ομιλίας υποσχεθήκαμε να μιλήσουμε και για το χρόνο και τον τόπο της διαμονής του Σωτήρα. Και δεν πρέπει να φύγουμε από εδώ με την κατηγορία πως είπαμε ψέματα, αλλά πολύ περισσότερο πρέπει να βοηθήσουμε τους νεοφώτιστους της  Εκκλησίας μας να φύγουν πιο εδραιωμένοι στην πίστη τους. Ας αναζητήσουμε λοιπόν το χρόνο κατά τον οποίο ήρθε ο Κύριος.  Επειδή είναι πρόσφατη η παρουσία Του γι’ αυτό ακριβώς και αμφισβητείται. Και ακόμα επειδή «ο Χριστός είναι ο Ίδιος χθες και σήμερα και στους αιώνες των αιώνων» (Εβρ, 13, 8). Η παρουσία Του θα είναι πάντοτε πρόσφατη. Ο προφήτης Μωυσής λοιπόν λέει: «Ο Κύριος και Θεός για χάρη σας θα αναδείξει ανάμεσα από τους αδελφούς σας ένα προφήτη σαν εμένα» (Δευτ. 18,15 και Πράξ. 7,37). Ας αφήσουμε όμως επί του παρόντος την ανάπτυξη του σημείου «σαν κι εμένα» για να το εξετάσουμε εκεί που πρέπει.  Αλλά πότε θα έρθει αυτός ο προφήτης που περιμένουμε; Ανάτρεξε, λέει, σ’ αυτά που έχω γράψει. Εξέτασε σε βάθος την προφητεία που είπε ο Ιακώβ για τον Ιούδα: «Ιούδα, θα σε υμνήσουν οι αδελφοί σου» (Γέν. 49, 8) και τα υπόλοιπα, για να μην τα αναφέρουμε όλα. «Δεν θα λείψει άρχοντας από τη φυλή του  Ιούδα, ούτε αρχηγός από τους απογόνους του, μέχρις ότου έρθει  Εκείνος στον  οποίο έχει επιφυλαχθεί η ηγεμονία και Αυτός είναι η προσδοκία, όχι των Ιουδαίων, αλλά των εθνών» (Γέν. 49, 10). Το ότι λοιπόν έπαυσαν να έχουν την εξουσία οι Ιουδαίοι, είναι σημείο της παρουσίας του Χριστού. Εάν δεν βρίσκονταν τώρα υπό την εξουσία των Ρωμαίων, δεν θα είχε έρθει ακόμα ο Χριστός.  Εάν τους κυβερνάει απόγονος του  Ιούδα και του Δαβίδ, δεν έχει έρθει ακόμα ο αναμενόμενος. Ντρέπομαι να μιλάω για τις πρόσφατες υποθέσεις τους, σχετικά μ’ αυτούς που ονομάζουν πατριάρχες. Ποιά δηλαδή είναι η καταγωγή τους και ποιά η μητέρα τους. Τ’ αφήνω σ’ αυτούς που τα γνωρίζουν.  Αλλά Αυτός που έρχεται, η προσδοκία των εθνών, τί σημείο έχει να παρουσιάσει; Η  Αγία Γραφή λέει στη συνέχεια: «Δένοντας το πουλάρι του στην άμπελο» (Γεν. 49,11). Βλέπεις τώρα ολοκάθαρα ότι πρόκειται για εκείνο το πουλάρι, για το οποίο μιλάει ο προφήτης Ζαχαρίας; (Ζαχ. 9, 9).



 ΙΗ. Ζητάς λοιπόν και άλλη μαρτυρία για το χρόνο της παρουσίας του Χριστού; «Ο Κύριος είπε προς έμενα: Εσύ είσαι υιός μου. Εγώ σήμερα σε γέννησα» (Ψαλμ. 2, 7). Και λίγο πιο κάτω λέει: «Θα τους κυβερνήσεις με σιδερένια ράβδο» (Ψαλμ, 2, 9). Είπα και προηγουμένως ότι σιδερένια ράβδος ονομάζεται σαφώς η βασιλεία των Ρωμαίων. Σχετικά μ’ αυτή ας ξαναθυμηθούμε το χωρίο του προφήτη Δανιήλ. Καθώς εξηγούσε και ερμήνευε στο Ναβουχοδονόσορα την εικόνα του ανδριάντα, αναφέρει όλο το όνειρο που είχε δει γι’ αυτόν «και για το βράχο που αποκόπηκε από το βουνό» (Πρβλ. Δαν. 2,34), ο οποίος δεν φτιάχτηκε από άνθρωπο και ο οποίος «θα επικρατήσει σ’ όλη την οικουμένη» (Πρβλ. Δαν. 2, 35). Και αυτά τα λέει ξεκάθαρα. «Και κατά τις ήμερες εκείνων των βασιλειών θ’ αναδείξει ο Θεός τ’ ουρανού, μια άλλη βασιλεία, η οποία θα ζήσει αιώνια και τη βασιλεία αυτή δεν θα τη διαδεχθεί κανένας άλλος λαός, γιατί είναι βασιλεία αιώνια και αδιάδοχη, δηλαδή η Βασιλεία των Ουρανών» (Πρβλ. Δαν. 2, 44).
ΙΘ. Θέλουμε πιό ξεκάθαρα την απόδειξη των χρόνων της παρουσίας του Χριστού πάνω στη γη. Γιατί ο άνθρωπος είναι από τη φύση του δύσπιστος και εάν δεν υπολογίζει ακόμη και τις ακριβείς χρονολογίες, δεν πιστεύει στα λόγια. Ποιος είναι λοιπόν ο καιρός και ο χρόνος της παρουσίας του Χριστού; Όταν παύσουν πια να υπάρχουν βασιλείς από τη γενιά του  Ιούδα και βασιλεύσει ο  Ηρώδης, από άλλη φυλή. Λέει λοιπόν ο άγγελος στο Δανιήλ: «Συ λοιπόν τώρα σημείωσε όσα λέω και θα μάθεις και θα καταλάβεις.  Από την ήμερα που θα εκδοθεί διάταγμα για την ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ μέχρι την εμφάνιση του Χριστού, θα περάσουν επτά εβδομάδες ετών και άλλες εξήντα δύο» (Πρβλ. Δαν. 9, 25-26). Εξήντα εννέα λοιπόν εβδομάδες ετών απαριθμούν τετρακόσια ογδόντα τρία έτη. Είπε λοιπόν ότι αφού περάσουν τετρακόσια ογδόντα τρία έτη, μετά την ανοικοδόμηση της  Ιερουσαλήμ και εκλείψουν οι άρχοντες της φυλής του  Ιούδα, τότε θα έρθει κάποιος βασιλιάς από ξένη φυλή και στις μέρες του θα γεννηθεί ο Χριστός.  Ο Δαρείος λοιπόν από τη Μήδεια την ανοικοδόμησε κατά το έκτο έτος της βασιλείας του, που αντιστοιχεί στο πρώτο έτος της εξηκοστής έκτης  Ολυμπιάδας των Ελλήνων. Στους Έλληνες ονομάζεται  Ολυμπιάδα ο αγώνας που γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια, χάρη στην ήμερα εκείνη που δημιουργείται κάθε τετραετία. Διότι, σύμφωνα με την πορεία που εκτελεί ο ήλιος, περισσεύουν κάθε έτος τρεις ώρες. Αν τώρα προστεθούν όλες μαζί οι ώρες, γίνεται ακριβώς μία ήμερα. Ο Ηρώδης θα βασιλεύσει κατά την εκατοστή ογδοηκοστή έκτη  Ολυμπιάδα και συγκεκριμένα κατά το τέταρτο αυτής έτος.  Από την εξηκοστή έκτη λοιπόν μέχρι την εκατοστή ογδοηκοστή έκτη  Ολυμπιάδα μεσολαβούν εκατόν είκοσι Ολυμπιάδες και κάτι ακόμα. Οι εκατόν είκοσι Ολυμπιάδες απαριθμούν τετρακόσια ογδόντα έτη. Τα υπόλοιπα τρία έτη, ίσως περιλαμβάνονται μεταξύ του πρώτου και του τέταρτου. Και σαν απόδειξη μπορείς να πάρεις το λόγο της Αγίας Γραφής: « Από την ήμερα που θα εκδοθεί διάταγμα για την ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ, μέχρι την εμφάνιση του Χριστού, θα περάσουν επτά εβδομάδες ετών και άλλες εξήντα δύο» (Δαν. 9, 25).
Όσον άφορα λοιπόν το χρόνο του ερχομού του Χρίστου, τώρα πλέον έχεις την απόδειξη αυτή, γιατί υπάρχουν και άλλες διάφορες ερμηνείες πάνω σε όσα έχουν ειπωθεί από τον προφήτη Δανιήλ, σχετικά με τις εβδομάδες και τα έτη.
Κ. Και τώρα άκουσε τι έχει πει ο προφήτης Μιχαίας για τον τόπο της γεννήσεως του Θεανθρώπου: «Και συ Βηθλεέμ, η παλαιά πόλη  Εφραθά, είσαι μικρή ανάμεσα στις πόλεις του  Ιούδα. Δεν έχεις ούτε χίλιους κατοίκους. Από σένα θα προέρθει, για δόξα δική μου, ένας άνδρας, ο οποίος θα γίνει άρχοντας του Ισραηλιτικού λαού και η εξουσία του θα χρονολογείται από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου» (Πρβλ. Μιχ. 5, 1). Άλλ’ όμως, ακροατή μου, μια και είσαι Ιεροσολυμίτης στην καταγωγή, γνωρίζεις αυτό που είναι γραμμένο, σχετικά με τον τόπο της γεννήσεως στο βιβλίο των Ψαλμών: « Ακούσαμε ότι αυτή βρίσκεται στην Εφραθά. Τη βρήκαμε στις δασώδεις περιοχές» (Ψαλμ. 131, 6). Γιατί πράγματι, πριν λίγα χρόνια, ο τόπος ήταν δασώδης. Άκουσες πάλι τί είπε προς τον Κύριο ο προφήτης Αβακούμ: «Καθώς πλησιάζει ο καιρός του ερχομού Σου θα γίνεις γνωστός, η δύναμη Σου θα αναδειχθεί όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός» (Αβ. 3, 2). Και τί σημάδι υπάρχει, προφήτη, για ν’ αναγνωρίσει κανείς τον Κύριο που έρχεται; Κι εκείνος λέει: «Θα φανερωθείς στους ανθρώπους σε δυό μορφές ζωής» (Αβ. 3, 2), θέλοντας να πει σαφώς προς τον Κύριο ότι, όταν βρίσκεσαι στη γη, ζεις και πεθαίνεις ως άνθρωπος και μετά την  Ανάσταση ζεις πάλι με μια άλλη μορφή ζωής.
Και από ποιό περίχωρο της Ιερουσαλήμ θα έρθει; Από την Ανατολή, τη Δύση, το Βορρά ή το Νότο; Πες μας ακριβώς.  Εκείνος αποκρίνεται και λέει ξεκάθαρα: «Ο Θεός θα έρθει από τη Θαιμάν, που σημαίνει το Νότο και ο Άγιος από το όρος Φαράν, από σκιερό δασωμένο τόπο» (Αβ. 3,3). Παρόμοια εκφράστηκε και ο Ψαλμωδός: «Βρήκαμε αυτή στη δασωμένη περιοχή» (Ψαλμ. 131, 6).
ΚΑ. Στη συνέχεια αναζητούμε από ποιόν έρχεται και με ποιόν τρόπο. Αυτό μας το λέει ο  Ησαΐας: « Ιδού, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ» (Ησ. 7, 14). Οι Ιουδαίοι όμως δεν συμφωνούν μ’ αυτά, γιατί συνηθίζουν κακοπροαίρετα και επαναληπτικά να αρνούνται την αλήθεια και λένε ότι δεν γράφει ο προφήτης για παρθένο, αλλά για νεαρή κόρη.  Εγώ όμως παίρνοντας τη δική τους θέση σαν σωστή και πάλι καταλήγω στο ίδιο και αληθινό συμπέρασμα. Γιατί έπρεπε αυτοί να αναρωτηθούν: Πότε φωνάζει και καλεί σε βοήθεια η παρθένος; Πριν να βιασθεί ή αφού βιασθεί; Αν λοιπόν σε κάποιο άλλο χωρίο λέει η Αγία Γραφή «φώναξε η νεαρή κόρη και δεν υπήρχε κανείς για να τη βοηθήσει» (Δαν. 22, 27), δεν αναφέρεται ο λόγος σε παρθένο; Για να δεις καλύτερα ότι στην Αγία Γραφή και η παρθένος ονομάζεται νεαρή κόρη, άκουσε τι λέει το βιβλίο των Βασιλειών για την Αβισάκ τη Σουναμίτιδα: «Ήταν η νεαρή κόρη πάρα πολύ ωραία» (Γ’ Βασ. 1,4). Το ότι τη διάλεξαν και την πρόσφεραν στο Δαβίδ, ακριβώς γιατί ήταν παρθένος, έχει ήδη ξεκάθαρα ομολογηθεί.
ΚΒ. Αλλά και μετά την αποσαφήνιση ότι και το «παρθένος» και το «νεάνις» αναφέρονται σε παρθένες κόρες, οι Ιουδαίοι ισχυρίζονται ότι τα λόγια του Ησαΐα αναφέρονται στον βασιλέα Άχαζ και αφορούν το γιό του  Εζεκία. Άς μελετήσουμε προσεκτικά τη Γραφή. Στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα λέει ο Θεός στον Άχαζ: «Ζήτησε για τον εαυτό σου κάποιο σημείο από τον Κύριο και Θεό σου, είτε στα βάθη της γης είτε στα ύψη του ουρανού» (Ησ. 7,11). Και μάλιστα το σημείο αυτό πρέπει να είναι παράδοξο, όπως σημείο είναι το νερό που αναβλύζει από το βράχο (Πρβλ.  Εξ. 17,8), η θάλασσα που χωρίζεται, ο ήλιος που στρέφεται προς τα πίσω και τα παρόμοια. Αυτά που θα πούμε όμως πιό κάτω θα ελέγξουν περισσότερο τους  Ιουδαίους.
Γνωρίζω ότι μακρηγορώ κι έχουν κουραστεί οι ακροατές. Ανε­χθείτε όμως τα πολλά λόγια μου, γιατί ο λόγος είναι για τον Χριστό και όχι για ασήμαντα και τυχαία πράγματα. Αυτό λοιπόν ελέχθη από τον προφήτη Ησαΐα, όταν βασίλευε ο Άχαζ, ο οποίος βασίλευσε μόνο δέκα έξι χρόνια  και η προφητεία ελέχθη προς αυτόν στη διάρκεια αυτών των χρόνων. Έτσι το επιχείρημα που οι Ιουδαίοι θέλησαν να το στηρίξουν στον Εζεκία, το καταρρίπτει ο ίδιος ο Εζεκίας, διότι, όταν εκείνος έγινε βασιλιάς, ήταν είκοσι πέντε ετών.  Η προφητεία λοιπόν περιλαμβάνεται στα δέκα έξι χρόνια της βασιλείας του Άχαζ. Ο Εζεκίας είχε γεννηθεί από τον Άχαζ, τουλάχιστον εννέα χρόνια πριν από την προφητεία που αναφέρεται σ’ αυτόν. Είναι λοιπόν φυσικό να διερωτηθεί κανείς: Χρειαζόταν να προφητεύσει ο Ησαΐας για τον Εζεκία, αφού ήδη είχε γεννηθεί πριν εννέα έτη και πριν να γίνει ο πατέρας του Άχαζ βασιλιάς; Γιατί μιλώντας προφητικά, δεν είπε ο προφήτης ότι συνέλαβε η παρθένος, αλλά ότι θα συλλάβει (Πρβλ. Ησ. 7, 14).
ΚΓ. Το ότι λοιπόν ο Κύριος γεννήθηκε από παρθένο το αποδείξαμε και το κατανοήσαμε καλά. Πρέπει τώρα να δείξουμε από ποιό γένος καταγόταν η παρθένος. « Ορκίστηκε ο Κύριος στο Δαβίδ αλήθεια και δεν θα την αθετήσει.  Από τους απογόνους σου θα τοποθετήσω διαδόχους στο θρόνο σου» (Ψαλμ. 131, 11). Και πάλι: «Θ αναδεικνύω τους απογόνους του στους αιώνες των αιώνων, ώστε ο θρόνος του να διαρκεί όσο διαρκεί ο ουρανός, δηλαδή να είναι αιώνιος» (Ψαλμ. 88, 30). Και στη συνέχεια: «Μια φορά ορκίστηκα στην αγιότητά μου. Δεν θα πω ψέματα λοιπόν προς το Δαβίδ. Οι απόγονοι του θα παραμείνουν στους αιώνες και ο θρόνος του θα υπάρχει ενώπιον μου, όπως ο ήλιος και όπως η σελήνη, η οποία έχει δημιουργηθεί για να υπάρχει και να φωτίζει αιωνίως» (Ψαλμ. 88, 36-38).
Καταλαβαίνεις ότι ο λόγος αναφέρεται στο Χριστό και όχι στο Σολομώντα, γιατί εκείνου ο θρόνος δεν παρέμεινε όπως ο ήλιος.  Εάν δε κάποιος έχει αντιρρήσεις, επειδή ο Χριστός δεν κάθισε στον ξύλινο θρόνο του Δαβίδ, ας αναφέρουμε εκείνα τα λόγια: «Στην καθέδρα του Μωυσή κάθισαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι» (Ματθ. 23, 2). Δεν εννοεί λοιπόν την ξύλινη καθέδρα, αλλά την εξουσία της διδασκαλίας. Έτσι λοιπόν, όταν μιλάμε για το θρόνο του Δαβίδ, δεν εννοούμε τον ξύλινο θρόνο, αλλά τη βασιλεία.
Και πάρε σε παρακαλώ, για αποδείξεις τους νέους που φώναξαν: «Δόξα στον απόγονο του Δαβίδ, ευλογημένος να’ ναι ο Βασιλιάς του Ισραήλ» (Ματθ. 21, 9 και Ιωάν. 12, 13). Και οι τυφλοί αναφωνούν: «Απόγονε του Δαβίδ, ελέησέ μας» (Ματθ. 9, 27). Και ο Γαβριήλ το μαρτυρεί σαφώς, λέγοντας στη Μαρία: «Και θα δώσει σ’ αυτόν Κύριος ο Θεός το θρόνο του προπάτορά του Δαβίδ» (Λουκ. 1,32) και ο  Απόστολος Παύλος λέει: «Να διατηρείτε στη μνήμη σας τον Ιησού Χριστό, ο  οποίος αναστήθηκε από τους νεκρούς, τον απόγονο του Δαβίδ, σύμφωνα με το ευαγγέλιο μου» (Β’ Τιμ. 2, 8). Και στην αρχή της επιστολής προς τους Ρωμαίους λέει: «Αυτός που γεννήθηκε ως άνθρωπος από απόγονο του Δαβίδ» (Ρωμ. 1,3). Δέξου λοιπόν αυτόν που γεννήθηκε από απόγονο του Δαβίδ, πιστεύοντας στην προφητεία που λέει: «Κατά την ημέρα εκείνη θα εμφανιστεί ο απόγονος του Ιεσσαί και θα γίνει άρχοντας των εθνών. Σ’  Αυτόν θα στηρίξουν τις ελπίδες τους τα έθνη» (Ησ. 11, 10).
ΚΔ.  Αλλά οι Ιουδαίοι καταγίνονται με ζήλο σ’ αυτά. Το γνώριζε κι αυτό από πριν ο Ησαΐας, ο οποίος λέει: «Και θα θελήσουν να τα παραδώσουν όλα στη φωτιά, γιατί θα γεννηθεί ένα παιδί για χάρη μας» (Ησ. 9,4-5) όχι γι’ αυτούς. Γεννήθηκε υιός και δόθηκε σε μας (Ησ. 9, 5). Και σημείωσε ότι πρώτα ήταν Υιός του Θεού και μετά δόθηκε σε μας. Και λίγο πιό κάτω λέει: «Και η ειρηνική βασιλεία του δεν θα τελειώσει ποτέ» (Ησ. 9, 6). Όρια υπάρχουν στους Ρωμαίους, στους Πέρσες και στους Μήδους. Της βασιλείας όμως του Υιού του Θεού δεν υπάρχει τέλος. Στη συνέχεια λέει: «Αυτός θα ανορθώσει το θρόνο του Δαβίδ και την ένδοξη βασιλεία του» (Ησ. 9, 6). Από τη γενιά του Δαβίδ λοιπόν καταγόταν η Αγία Παρθένος.
ΚΕ. Έτσι ήταν σωστό, Αυτός που είναι ο πιό Άγιος και ο πιό Αγνός και που θα δίδασκε στους ανθρώπους την αγνότητα και παρθενικότητα, να προέρθει από αγνό και παρθενικό θάλαμο. Γιατί, αν αυτός που θέλει και πρόκειται να ιερουργήσει τα Άχραντα Μυστήρια του Χριστού εγκρατεύεται και απέχει από τη γυναίκα του, πώς ήταν δυνατόν ο Ίδιος ο Ιησούς να προέλθει από μια τέτοια συνάφεια; «Γιατί εσύ είσαι», λέει στους ψαλμούς, «που με απέσπασες από την κοιλιά της μητέρας μου» (Ψαλμ. 21,10). Πρόσεξε λοιπόν ότι το «αυτός που με απέσπασε από την κοιλιά της μητέρας μου» σημαίνει πως αυτός γεννήθηκε, σαν να αποσπάστηκε από την κοιλιά και το σώμα της παρθένου, χωρίς τη συνεργεία ανδρός. Δεν γεννιώνται όμως με αυτό τον τρόπο όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Η γέννησή τους είναι διαφορετική από τη Γέννηση του  Ιησού.
ΚΣΤ. Και δεν ντράπηκε ο Χριστός να έχει ένα σώμα ακριβώς όμοιο με τα σώματα όλων των ανθρώπων; Και ποιός μας το λέει αυτό; Λέει ο Κύριος προς τον  Ιερεμία: «Σε γνωρίζω καλά, πριν ακόμα σε πλάσω μέσα στην κοιλιά της μητέρας σου και σ’ έχω αγιάσει, πριν να γεννηθείς» (Ιερ. 1,5). Αυτός λοιπόν που εγγίζει τους ανθρώπους όταν τους πλάθει και δεν ντρέπεται, θα ντρεπόταν να πλάσσει για τον εαυτό του ένα Άγιο και Πάναγνο Σώμα, άξιο για να κρύψει μέσα του την θεϊκή Του φύση;
Ο Θεός είναι Αυτός που δημιουργεί μέχρι σήμερα τα βρέφη μέσα στη μητρική κοιλιά, όπως είναι γραμμένα στον  Ιώβ: «Δεν με έκανες ρευστό, σαν το γάλα που αρμέγεται, κι έπειτα πιό στερεό, όπως το τυρί; Μ’ έντυσες με δέρμα και κρέας και με συναρμολόγησες με οστά και νεύρα» (Ιώβ 10, 10-11). Δεν υπάρχει τίποτα ακάθαρτο στην ανθρώπινη φύση, αν δεν τη μολύνει ο άνθρωπος με μοιχεία και ακολασία. Αυτός που έπλασε τον  Αδάμ έπλασε και την Εύα. Με θεϊκά χέρια έχει πλαστεί και ο άνδρας και η γυναίκα. Κανένα από τα μέλη του σώματος δεν πλάστηκε από την αρχή ακάθαρτο. Ας κλειστεί το στόμα λοιπόν όλων των αιρετικών, που κατηγορούν τα σώματα ή καλύτερα να πω τον Ίδιο τον Πλάστη τους. Κι εμείς ας θυμόμαστε το λόγο του Αποστόλου Παύλου που λέει: «Δεν γνωρίζετε ότι τα σώματά σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, που βρίσκεται μέσα σας;» (Α’ Κορ. 6, 19). Και πάλι ο προφήτης, σαν να μιλούσε ο Ίδιος ο Ιησούς, είπε:  «Εγώ  κατάγομαι απ’ αυτούς» (Ωσ. 9,12). Και σ’ άλλο χωρίο της Αγίας Γραφής είναι γραμμένο: «Γι’ αυτό θα τους παραδώσει μέχρι ορισμένο χρονικό διάστημα και θα πονέσουν όπως η γυναίκα που κοιλοπονάει στον τοκετό» (Μιχ. 5, 2). Και ποιό είναι το σημάδι; Λέει στη συνέχεια: «Θα γεννήσει και οι υπόλοιποι αδελφοί τους θα επιστρέψουν» (Μιχ. 5,2). Και ποιός είναι ο αρραβώνας της Παρθένου, της Αγίας Νύμφης; «Θα σε μνηστευθώ και η ένωση αυτή θα είναι πλήρης πίστεως και γνώσεως εμού του Κυρίου» (Ωσ. 2, 22). Και η Ελισάβετ, μιλώντας προς αυτήν, λέει παρόμοια λόγια: «Και είναι μακάρια εκείνη που πίστευε ότι θα πραγματοποιηθούν σ’ αυτή όσα της φανέρωσε με τον άγγελο ο Κύριος» (Λουκ. 1, 45).

 
 ΚΖ. Αλλά μας κατηγορούν οι ειδωλολάτρες και οι Ιουδαίοι και ισχυρίζονται, ότι ήταν αδύνατο να γεννηθεί ο Χριστός από παρθένο. Τους ειδωλολάτρες πρώτα-πρώτα μπορούμε να τους αποστομώσουμε, χρησιμοποιώντας τους δικούς τους μύθους.  Εσείς λοιπόν που λέτε ότι είναι δυνατόν λίθοι που ρίχνονται, να μεταβληθούν σε ανθρώπους, πως ισχυρίζεστε ότι είναι αδύνατο να γεννήσει παρθένος; Εσείς που διηγείστε ότι γεννήθηκε κόρη από τον εγκέφαλο του πατέρα της, πώς λέτε ότι είναι αδύνατο να γεννηθεί υιός από κοιλιά παρθενική; Ενώ ισχυρίζεστε λανθασμένα ότι ο Διόνυσος κυοφορήθηκε από τον μηρό του Δία σας, γιατί δεν δέχεσθε την δική μας αλήθεια; Γνωρίζω ότι μιλώ λίγο άπρεπα γι’ αυτό το ακροατήριο, αλλά ανέφερα αυτά από τη μυθολογία των Ελλήνων, ώστε συ, ακροατή μου, να τους καταντροπιάσεις, όταν έρθει η ώρα, με επιχειρήματα από τους ίδιους τους μύθους τους.
ΚΗ. Στους Ιουδαίους έπειτα απάντησε, ρωτώντας τους: ποιό είναι δύσκολο, να γεννήσει γυναίκα ηλικιωμένη και στείρα, στην οποία δεν υπήρχαν πλέον οι προϋποθέσεις της γονιμότητας ή νεαρή σφριγηλή παρθένος; Στείρα ήταν η Σάρρα (Γέν. 11, 30) και ενώ δεν υπήρχαν πια σ’ αυτήν οι προϋποθέσεις της γονιμότητας (Πρβλ. Γέν. 18, 11), γέννησε κατά παράδοξο τρόπο. Και το να γεννήσει λοιπόν στείρα και το να γεννήσει νεαρή παρθένος είναι έξω από τη φύση. Ή λοιπόν περιφρόνησε και τα δύο ή παραδέξου και τα δύο. Γιατί ο Ίδιος Θεός είναι που έκανε δυνατό και εκείνο και τούτο το γεγονός. Μην τολμήσεις λοιπόν να πεις ότι για το ένα έχει δύναμη ο Θεός, ενώ για το άλλο δεν έχει. Και πάλι. Πώς είναι φυσικό να μεταβληθεί για λίγη ώρα χέρι άνθρωπου σε άλλο είδος και έπειτα να ξανάρθει στην αρχική του μορφή; Πώς λοιπόν το χέρι του Μωυσή έγινε λευκό και μαλακό σαν το χιόνι και πάλι αποκαταστάθηκε; (Πρβλ. Εξ. 4, 6-7). Λες όμως πως ο Θεός το θέλησε και το έκανε. Σ’ εκείνη την περίπτωση μπόρεσε ο Θεός να το κάνει, αφού το θέλησε και εδώ δεν μπορεί; Κι έπειτα εκείνο ήταν θαύμα μόνο για τους Αιγυπτίους, ενώ αυτό ήταν θαύμα που προσφέρθηκε σ’ όλη την οικουμένη. Ποιό είναι δυσκολότερο να γίνει, Ιουδαίοι; Να γεννήσει παρθένος ή να μεταμορφωθεί ένα ραβδί σε ζώο; Παραδέχεσθε ότι στην εποχή του Μωυσή ένα ραβδί ολόισο πήρε μορφή φιδιού (Πρβλ. Εξ. 4,3) και φόβιζε αυτόν που το πέταξε στη γη. Κι εκείνος, που πριν από τη μεταβολή το κρατούσε σαν ραβδί, τώρα έτρεχε μακριά του σαν να’ ταν δράκοντας. Γιατί πραγματικά για δράκοντα επρόκειτο. Κι έφυγε, όχι από φόβο μπροστά σ’ αυτό που κρατούσε, αλλά από φόβο μπροστά στο Θεό που το είχε μεταβάλει σε φίδι. Το ραβδί είχε δόντια και μάτια δράκοντα. Αφού λοιπόν από ένα ραβδί μπορούν να γίνουν μάτια που βλέπουν, δεν μπορεί, αν το θελήσει ο Θεός, να γεννηθεί παιδί από παρθενική κοιλιά; Και δεν ανέφερα ακόμα και το ότι το ραβδί του  Ααρών έκανε μέσα σε μια νύχτα, αυτό το οποίο κάνουν τα υπόλοιπα δέντρα σε μακρό χρονικό διάστημα. Γιατί όλοι γνωρίζουμε πως το ραβδί, το οποίο ξεφλουδίστηκε, δεν θα πετάξει ποτέ βλαστάρια, ούτε κι αν ακόμα φυτευτεί ανάμεσα σε ποτάμια.  Επειδή όμως ο Θεός δεν ακολουθεί τα φυσικά φαινόμενα που συμβαίνουν στα φυτά, αλλά είναι ο Δημιουργός των φυσικών καταστάσεων, το άκαρπο και ξερό και ξεφλουδισμένο ραβδί, άνθισε και βλάστησε κι έβγαλε καρπούς. Εκείνος λοιπόν που χάρισε, κατά παράδοξο τρόπο, καρπό στο ξερό ραβδί, για χάρη του Αρχιερέα Ααρών, που προτύπωνε και συμβόλιζε το Μόνο και Μέγα Αρχιερέα Ιησού Χριστό, δεν θα χάριζε στην Παρθένο, τη δυνατότητα να γίνει ανύμφευτη Μητέρα αυτού του αληθινού Αρχιερέα;
ΚΘ. Καλά είναι όλα αυτά τα παραδείγματα και εξηγούν τις θέσεις μας.  Αλλά ακόμη έχουν αντιρρήσεις οι Ιουδαίοι και δεν πείθονται με τα επιχειρήματα που αναφέρονται στο ραβδί, εάν δεν πληροφορηθούν πειστικά με άλλες παρόμοιες, παράδοξες και αντίθετες με τη φύση γεννήσεις. Ρώτησε τους λοιπόν ως εξής: Η Εύα, η πρώτη γυναίκα, από ποιόν γεννήθηκε; Ποιά μάνα τη συνέλαβε, αφού πριν απ’ αυτή δεν υπήρξε άλλη γυναίκα; Η Αγία Γραφή λέει ότι δημιουργήθηκε από την πλευρά του Αδάμ (Γέν. 2,22).  Αφού λοιπόν η Εύα γεννήθηκε, χωρίς μητέρα από την πλευρά του άνδρα, δεν μπορεί να γεννηθεί παιδί, χωρίς τη συνεργεία άνδρα, από παρθενική μήτρα;
Χρωστούσε λοιπόν το θηλυκό γένος χάρη στους άνδρες, γιατί η Εύα γεννήθηκε από τον  Αδάμ, χωρίς να συλληφθεί από μητέρα, αλλά γεννήθηκε μόνο από άνδρα.  Απέδωσε λοιπόν η Μαρία το χρέος της χάρης, αφού με τη δύναμη του Θεού γέννησε, όχι με τη συνέργεια ανδρός, αλλά από μόνη της, κατά τρόπο άγιο και υπερφυσικό, με την ενέργεια μόνο του Αγίου Πνεύματος.
Λ. Ας αναφέρουμε και κάτι που είναι ακόμα θαυμαστότερο από το προηγούμενο. Γιατί – αν και με τρόπο παράδοξο – όμως είναι δυνατό, να γεννηθούν σώματα, από τα ανθρώπινα σώματα. Το να γίνει όμως το χώμα της γης άνθρωπος, αυτό είναι ακόμα πιο αξιοθαύμαστο. Το να σχηματίζει ο ανακατεμένος πηλός τους χιτώνες των ματιών και να δέχεται τη φωτεινή ακτίνα είναι θαυμαστότερο. Το να δημιουργείται από ένα και το αυτό χώμα και η σκληρότητα των κοκκάλων και η απαλότητα των πνευμόνων και οι διάφορες άλλες μορφές και δομές των μελών-οργάνων του σώματος, αυτό είναι θαυμαστό. Το να πάρει ο πηλός ζωή και αυτοδύναμα να περιδιαβαίνει όλη την οικουμένη και να οικοδομεί είναι και αυτό θαυμαστό. Το να διδάσκει και να μιλάει (Ιώβ 38, 14) ο πηλός, να χτίζει και να βασιλεύει, είναι θαυμαστό. Λοιπόν, αμαθέστατοι  Ιουδαίοι, από πού γεννήθηκε ο  Αδάμ; Δεν πήρε ο Θεός χώμα από τη γη  και έπλασε αυτό το υπέροχο πλάσμα; Έπειτα, ο πηλός μετατρέπεται σε μάτι και η παρθένος δεν μπορεί να γεννήσει; Αυτό που φαίνεται στους ανθρώπους, σαν το περισσότερο αδύνατο, πραγματοποιείται και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτι που φαίνεται πιό προσιτό στην ανθρώπινη φύση;
ΛΑ. Αυτά ας θυμόμαστε, αδελφοί μου. Αυτά ας χρησιμοποιούμε για να αμυνόμαστε. Ας μην ανεχόμαστε τους αιρετικούς, που διδάσκουν μόνο τη θεϊκή παρουσία του Λόγου του Θεοί στον άνθρωπο Χριστό και αρνούνται την ασύγχυτη ένωση της θεϊκής και ανθρώπινης φύσης στο Θεανδρικό Πρόσωπο του Χριστού. Ας περιφρονήσουμε και όσους υποστηρίζουν ότι από άνδρα και γυναίκα γεννήθηκε ο Σωτήρας, αυτούς που τόλμησαν να πουν ότι ήταν γιός του  Ιωσήφ και της Μαρίας, επειδή είναι γραμμένο «παρέλαβε τη γυναίκα του» (Ματθ. 1, 24). Ας θυμηθούμε όμως και τον Ιακώβ που λέει στο Λαβαν, πριν παντρευτεί τη Ραχήλ: «Δος μου τη γυναίκα μου» (Γέν. 29, 21). Γιατί όπως ακριβώς εκείνη, πριν παντρευτεί και μόνο με την υπόσχεση του γάμου, ονομαζόταν γυναίκα του Ιακώβ, έτσι και η Μαρία, όταν αρραβωνιάστηκε, ονομαζόταν γυναίκα του  Ιωσήφ. Και πρόσεχε με πόση ακρίβεια μιλάει το Ευαγγέλιο: «Κατά τον έκτο μήνα στάλθηκε από το Θεό, στην πόλη της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Ναζαρέτ, ο άγγελος Γαβριήλ προς παρθένο που είχε μνηστευθεί άνδρα, ο οποίος ονομαζόταν  Ιωσήφ» κ.τ.λ. (Λουκ. 1, 26-27). Και πάλι, όταν γινόταν η απογραφή και ανέβηκε ο Ιωσήφ να απογραφεί τί λέει η  Αγία Γραφή; «Ανέβηκε ο Ιωσήφ από τη Γαλιλαία για να απογραφεί μαζί με τη Μαρία, τη γυναίκα που είχε μνηστευθεί, η οποία ήταν έγκυος» (Πρβλ. Λουκ. 2, 4-5). Ήταν έγκυος λοιπόν. Αλλά δεν είπε «με τη γυναίκα του», αλλά «με τη γυναίκα που είχε μνηστευθεί». Γιατί «έστειλε ο Θεός τον Υιό Του», λέει ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος γεννήθηκε -δεν λέει από άνδρα και γυναίκα, αλλά μόνο από γυναίκα  Αυτό σημαίνει, από παρθένο. Το ότι και η παρθένος ονομάζεται γυναίκα, το αποδείξαμε προηγουμένως. Από παρθένο λοιπόν γεννήθηκε Αυτός που δημιουργεί τις ανθρώπινες ψυχές παρθένες, κατά την πλάση και κατά την ανάπλαση.
ΛΒ’. Απορείς μ’ αυτό το γεγονός; Απορούσε μ’ αυτό και η ίδια Εκείνη που τον γέννησε. Διότι λέει προς τον Γαβριήλ: «Πώς είναι δυνατόν να γίνει αυτό, αφού δεν γνωρίζω άνδρα;» (Λουκ. 1, 34). Κι εκείνος απαντάει: «Πνεύμα Άγιο θα έρθει σε σένα και η δύναμη του Υψίστου θα σε επισκιάσει. Γι αυτό και το Άγιο Βρέφος που θα γεννηθεί θα ονομαστεί Υιός του Θεού» (Λουκ. 1, 35). Άχραντη και αμόλυντη είναι η γέννηση. Γιατί όπου πνέει το Άγιο Πνεύμα, εξαφανίζεται κάθε μολυσμός. Αμόλυντη είναι η κατά σάρκα γέννηση του Μονογενούς Υιού του Θεού από την Παρθένο. Κι αν οι αιρετικοί προβάλλουν αντιρρήσεις προς την αλήθεια, θα τους ελέγξει το Άγιο Πνεύμα. Θα αγανακτήσει η Δύναμη του Υψίστου που επισκίασε την Παρθένο. Θα έρθουν αντιμέτωποι κατά την ήμερα της Κρίσεως με τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Θα τους ντροπιάσει ο τόπος της φάτνης που δέχτηκε τον Δεσπότη. Θα καταθέσουν ως μάρτυρες οι ποιμένες που ευαγγελίστηκαν τότε και η στρατιά των αγγέλων που έψαλαν και ύμνησαν και είπαν: «Δόξα στο Θεό που βρίσκεται στους ουρανούς και ειρήνη σ’ όλη τη γη· και στους ανθρώπους η χάρη και η ευλογία του Θεού» (Λουκ. 2, 14). Θα μαρτυρήσουν και ο Ναός στον οποίο οδήγησαν το Βρέφος, όταν έγινε σαράντα ήμερων και τα ζεύγη των τρυγόνων, που προσφέρθηκαν για χάρη Του και ο Συμεών, που τον δέχτηκε τότε στην αγκαλιά του και η προφήτιδα Άννα, που παρευρέθηκε εκεί.
ΛΓ’. Αφού λοιπόν το μαρτυρεί ο Θεός, συμμαρτυρεί το Άγιο Πνεύμα και ο Ίδιος ο Χριστός λέει: «Γιατί ζητάτε να σκοτώσετε έναν άνθρωπο που σας έχει πει όλη την αλήθεια» (Ιωάν. 8, 40). Ας αποστομωθούν οι αιρετικοί, που δεν δέχονται την ανθρώπινη φύση του Χριστού, γιατί αντιλέγουν σ’ Αυτόν που είπε: «ψηλαφήστε με και δέστε ότι δεν είμαι πνεύμα, γιατί το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ» (Λουκ. 24, 39). Ας προσκυνήσουμε τον Κύριο, που γεννήθηκε από την Παρθένο και ας μάθουν οι παρθένες της πολιτείας μας το έπαθλο. Ας γνωρίσει το τάγμα των μοναχών την τιμητική θέση της αγνότητας. Γιατί δεν έχουμε στερηθεί το αξίωμα της αγνότητας. Στην κοιλιά της Παρθένου έμεινε ο Σωτήρας εννέα μήνες και έγινε ο Κύριος άνδρας τριάντα τριών ετών. Ώστε, αν καυχιέται η Παρθένος για το διάστημα των εννέα μηνών, που τον κράτησε μέσα της, πολύ περισσότερο πρέπει να καυχόμαστε εμείς για το μακροχρόνιο διάστημα, που τον είχαμε κοντά μας στη γη, χορηγό και σύντροφο της αγνότητας.
ΛΔ’. Ας τρέξουμε λοιπόν όλοι, με τη Χάρη του Θεού, στο δρόμο της αγνότητας, νέοι και κοπέλλες, γεροντότεροι με τους νεώτερους (Ψαλμ. 148,12), χωρίς να μετέχουμε σε ακολασίες, αλλά υμνώντας το Όνομα του Χριστού. Ας μην παρατρέξουμε τη δόξα της αγνότητας, γιατί είναι αγγελικό το στεφάνι που θα δοθεί και υπεράνθρωπο το κατόρθωμα. Ας μην καταστρέφουμε τα σώματα που πρόκειται να λάμψουν σαν τον ήλιο (Πρβλ. Ματθ. 13,43). Ας μη μολύνουμε για μια στιγμιαία ηδονή το σώμα που έχει τέτοια αξία. Γιατί μικρή και προσωρινή είναι η αμαρτία, πολύχρονη όμως θα είναι και αιώνια η ντροπή. Αυτοί που αγωνίζονται για την αγνότητα μοιάζουν με αγγέλους που περπατούν πάνω στη γη. Οι παρθένες θα βρίσκονται κοντά στην Παρθένο Μαρία.
Ας απομακρύνουμε κάθε καλλωπισμό και κάθε ολέθριο βλέμμα, κάθε περίπατο που παρασύρει στο κακό και κάθε ντύσιμο και προκλητικό άρωμα. Ας είναι σ’ όλους μας άρωμα η ευωδία της προσευχής και ο αγιασμός των σωμάτων και των αγαθών πράξεων, για να πει και για μας – τους άνδρες που ακολουθούν το δρόμο της αγνότητας και τις γυναίκες που στεφανώνονται γι’ αυτήν- ο Κύριος: «Θα κατοικήσω και θα περπατήσω μέσα σ’ αυτούς. Θα είμαι ο Θεός τους και αυτοί θα είναι ο λαός μου» (Β’ Κορ. 6, 16: Λευιτ. 26, 12).
Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
( ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Εκδ. Ετοιμασία, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1991.)
(1)      http://vatopaidi.wordpress.com/?s=%CE%A3%CE%AC%CF%81%CE%...
(2)      http://vatopaidi.wordpress.com/2009/12/23/%CF%83%CE%AC%C...
(4)     http://vatopaidi.wordpress.com/2009/12/25/%CF%83%CE%AC....

5. Εικόνες της Γέννησης.



5. Εικόνες της Γέννησης.




6. Η Γέννηση του Χριστού και οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης.  

Γράφει ο Νίκος Παύλου, *Θεολόγος-Ιστορικός

Διαβάζοντας κάποιος την αφήγηση του Ματθαίου για τη γέννηση του Ιησού Χριστού παρατηρεί πως ο ευαγγελιστής τεκμηριώνει τα γραφόμενά του χρησιμοποιώντας προφητικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Πιο συγκεκριμένα αναφερόμενος στις αμφιβολίες του Ιωσήφ, που επιθυμούσε να διακόψει τον αρραβώνα του με τη Μαρία, όταν διαπίστωσε την εγκυμοσύνη της (Ματθ. 1,18-21), κλείνει τη σχετική ενότητα, χρησιμοποιώντας την παρακάτω προφητεία του Ησαΐα (Ησ. 7,14), με προφανή στόχο να διαλύσει τις αμφιβολίες των αναγνωστών του σχετικά με τη θαυματουργή σύλληψη του Ιησού:
«ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (Ματθ. 1,23 Μετάφραση: Να η παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει γιο, και θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ).


Στη συνέχεια, αναφερόμενος στην προσπάθεια του Ηρώδη να πληροφορηθεί τον τόπο γέννησης του Μεσσία, το κείμενο χρησιμοποιεί την προφητεία από το βιβλίο του Μιχαία (Μιχ. 5,1), που αναφέρεται στη Βηθλεέμ: «και συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα. εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ» (Ματθ. 2,6, Μετάφραση: Και εσύ Βηθλεέμ, στην περιοχή του Ιούδα δεν είσαι διόλου ασήμαντη ανάμεσα στις σπουδαιότερες πόλεις του Ιούδα, γιατί από σένα θα βγει αρχηγός, που θα οδηγήσει το λαό μου, τον Ισραήλ).


Η φυγή στην Αίγυπτο του Ιωσήφ, της Θεοτόκου και του Ιησού τεκμηριώνεται με προφητεία που ο Ματθαίος δανείζεται από τα βιβλίο του Ωσηέ (Ωσ. 11,1):
«εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου» (Ματθ. 2,15 Μετάφραση: Από την Αίγυπτο κάλεσα το γιο μου).
Τέλος, η σφαγή των νηπίων, που συνδέεται με την προσπάθεια του Ηρώδη να ανακαλύψει το βρέφος Ιησού, δίνει την ευκαιρία στον πρώτο Ευαγγελιστή να αναφέρει την εξής προφητεία που την αποδίδει στον Ιερεμία (Ιερ. 31,15) : «φωνή εν Ραμά ηκούσθη, κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής, και ουκ ήθελεν παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν» (Ματθ. 2,18 Μετάφραση: Ακούστηκε στη Ραμά κραυγή, κλάματα και στεναγμός βαρύς, για τα παιδιά της κλαίει η Ραχήλ και πουθενά δε βρίσκει παρηγοριά, γιατί δεν υπάρχουν πια στη ζωή).
Η χρήση των παραπάνω προφητειών από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο είναι γεγονός αυτονόητο, αφού τα βιβλία που απαρτίζουν την Παλαιά Διαθήκη, είναι μέρος του χριστιανικού κανόνα. Εντούτοις, θα πρέπει αυτές να τοποθετηθούν μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο, για να γίνει η απόλυτη διασάφησή τους, ενώ είναι απαραίτητο να ερευνηθούν και οι λόγοι που χρησιμοποιούνται τα συγκεκριμένα εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης για να τεκμηριωθούν οι αναφορές στη γέννηση του Χριστού. Καταρχήν είναι σημαντικό να τονιστεί πως ο Ματθαίος θεωρεί πολύ σημαντική την παράθεση των παλαιοδιαθηκικών χωρίων παράλληλα με την αφήγηση των γεγονότων από τη ζωή και τη δράση του Ιησού.

* * *
Για τα μέλη των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων, στις οποίες ανήκαν και οι Ευαγγελιστές, η χριστολογική ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης ήταν αυτονόητη. Αυτό σημαίνει πως το κέντρο της, για τους χριστιανούς συγγραφείς, είναι ο Ιησούς Χριστός, ενώ ο σκοπός των συντακτών της ήταν να τονίσουν την προετοιμασία της ανθρωπότητας για να τον υποδεχτεί. Αυτή η θέση προβάλλεται σε έργα των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Έτσι, για παράδειγμα, στο υπόμνημα στο Άσμα Ασμάτων του Ιππόλυτου, που ήταν επίσκοπος στη Ρώμη, ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης και τα Ευαγγέλια θεωρούνται πως έχουν κοινό στόχο, ενώ ο Μωυσής ονομάζεται από τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα Θεολόγος και Προφήτης (Στρωματείς 1,22).
Η προφητεία του Ησαΐα που χρησιμοποιεί ο Ματθαίος, ανήκει στο πρώτο μέρος του βιβλίου του προφήτη. Οι ειδικοί ερευνητές το έχουν ονομάσει «Πρωτοησαΐας» και σε αυτό θεωρείται πως περιέχονται λόγοι που η αρχική τους καταγραφή έγινε τον 8ο αι. π.Χ. Είναι μία εποχή δύσκολη για το Νότιο βασίλειο των Ισραηλιτών, το οποίο, εκτός από την απειλή, που προβάλλει εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων της Ασσυριακής υπερδύναμης, έχει να αντιμετωπίσει και το συνασπισμό του βασιλιά της Συρίας Ρεσίν και του βασιλιά του Βορείου βασιλείου Πεκάχ (735-732 π.Χ.). Πιο συγκεκριμένα, αυτοί οι δύο ηγεμόνες προσπαθούν να δημιουργήσουν μία συμμαχία μαζί με το βασιλιά του Ιούδα Άχαζ (741-725) εναντίον του Ασσύριου αυτοκράτορα Τιγλάθ πιλεσέρ Γ΄ (745-727). Ο Άχαζ όμως είναι αναποφάσιστος, προτιμάει την ουδετερότητα και ενημερώνει, όπως φαίνεται, τους Ασσύριους. Ξεσπάει τότε ο συροεφραϊμιτικός πόλεμος (π. 734), ενώ ο Ησαΐας διαφοροποιείται από την πολιτική του Άχαζ. Σε αυτό το πλαίσιο της αντιπαράθεσης ανήκει και η προφητεία του για τον Εμμανουήλ, που χρησιμοποιεί ο ευαγγελιστής Ματθαίος, αναφερόμενος στα γεγονότα της γέννησης του Χριστού.

Η προφητεία του βιβλίου του Μιχαία για την καταγωγή του Μεσσία από τη Βηθλεέμ φαίνεται να προέρχεται από τη μεταιχμαλωσιακή εποχή (δηλαδή την εποχή που ακολούθησε τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία). Μέσα σε ένα κλίμα που τόνιζε την ιδέα της αποκατάστασης του λαού από το Θεό, αναδεικνύεται η ιδέα του απεσταλμένου Του που θα φέρει τη λύτρωση. Σαν τόπος γέννησής του προβάλλεται η Βηθλεέμ, που συνδέονταν με τον ένδοξο ηγέτη του Ισραήλ, τον Δαβίδ. Ο Μεσσίας, σύμφωνα με το βιβλίο του Μιχαία, θα είναι ένας ειρηνικός ποιμένας που θα φέρει την αγάπη και τη συναδέλφωση σε όλους τους ανθρώπους.
Η προφητεία που συνδέεται με τη φυγή στην Αίγυπτο ανήκει, όπως έχει τονιστεί, στο βιβλίο του Ωσηέ. Ο προφήτης κάνει μία σύντομη ανακεφαλαίωση στην ιστορία του λαού του Θεού για να δείξει πως η αγάπη είναι βασική ιδιότητά Του. Αν και οι άνθρωποι απομακρύνονταν από το δρόμο Του, αυτός τους κρατούσε με την καλοσύνη και την αγάπη.
Τέλος, στο επεισόδιο της σφαγής των νηπίων, χρησιμοποιείται η προφητεία του Ιερεμία (Ιερ. 31,15, Ο΄38,15) για την επιστροφή των τέκνων της Ραχήλ. Αν και αρχικά παρατίθεται από τον προφήτη ο θρήνος για την καταστροφή, στη συνέχεια ακούγεται ο παρηγορητικός λόγος του Θεού.

Δεν αποκλείεται η κοινότητα του ευαγγελιστή Ματθαίου να είχε μία συλλογή από μεσσιανικές προφητείες, σαν αυτές που αναφέρθηκαν προηγουμένως, η οποία χρησιμοποιούνταν ανάλογα με την περίσταση. Όλες φαίνεται να προέρχονται από τη μετάφραση των Ο΄ (Εβδομήκοντα. Είναι η μετάφραση των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης στην ελληνική γλώσσα), και όχι από το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο. Οπότε το πιο πιθανό είναι τα μέλη της κοινότητας να ήταν ελληνιστές Ιουδαίοι. Σαν τόπο κατοικίας τους πολλοί ερευνητές δέχονται την Αντιόχεια.

Ο λόγος για τον οποίο ο Ευαγγελιστής χρησιμοποιεί τις μεσσιανικές προφητείες στην αφήγηση της γέννησης του Ιησού, αλλά και σε άλλα μέρη του Ευαγγελίου του, εξηγείται από τον ίδιο: Η εκπλήρωσή τους έχει ήδη γίνει με την έλευση του Κυρίου στη γη. Επομένως τα γεγονότα, όπως η γέννηση του Ιησού, παρατίθενται, για να αποδείξουν την πραγματοποίηση των παλαιοδιαθηκικών λόγων, μέσα βέβαια σε ένα πλαίσιο χριστολογικής ερμηνείας τους.

Ο Ματθαίος με αυτό τον τρόπο ενώνει τις δύο Διαθήκες και φανερώνει πως αφηγούνται το ίδιο γεγονός, που είναι οι ενέργειες του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Τοποθετώντας τις προφητείες, που περιέχονται στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, στο σώμα του Ευαγγελίου του, φανερώνει πως αυτή είναι ένα χριστιανικό βιβλίο, και δίνει έτσι απάντηση σε όλους αυτούς που αμφισβητούν τη θέση της στον κανόνα των ιερών βιβλίων του χριστιανισμού.

(Βιβλιογραφική σημείωση: Για το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης χρησιμοποίησα την έκδοση Biblia Hebraica Stuttgartensia, Stuttgart 1990. Για την απόδοσή του στην ελληνική το έργο των Μιλτιάδη Κωνσταντίνου και Βασιλείου Τσάκωνα, Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα εβραϊκά κείμενα, Αθήνα 1997. Για τη μετάφραση των Ο΄ το Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄. Επιστημονική επιμέλεια A. Rahlfs, Αθήναι 1981.
- Για τους στίχους της Καινής Διαθήκης, χρησιμότατη αποδείχτηκε, για μία ακόμη φορά η μετάφραση που έχουν κάνει οι Σ. Αγουρίδης, Π. Βασιλειάδης, Ι. Γαλάνης, Γ. Γαλίτης, Ι. Καραβιδόπουλος, Β. Στογιάννος (Αθήνα 1985. Προσωπικά τη θεωρώ την καλύτερη ).
Πολλές πληροφορίες πήρα από το έργο του Rainer Albertz , Ιστορία της θρησκείας του Ισραήλ κατά τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης, μετ. Πολυξένη Αντωνοπούλου, Αθήνα 2006 και από το έργο του Gunneweg Antonius A. Η ιστορία του Ισραήλ έως την εξέγερση του Βαρ-Κοχβά, μετ. Ιωάν. Χ. Μούρτζιος, Θεσσαλονίκη 1997)



* Ο κ. Νικ. Παύλου είναι Διευθυντής του 14ου Γυμνασίου Λάρισας. Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημ. "Ημερήσιος Κήρυκας" (25/12/2008, σελ. 32).
To άρθρο αναδημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Ενωσης Θεολόγων ν. Λέσβου:
καθώς επίσης και στο Ιστολόγιο Βιβλικών Σπουδών:

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Χριστιανισμὸς καὶ Παλαιὰ Διαθήκηπ. Γεώργιου Μεταλληνού


π. Γεώργιου Μεταλληνού


Οἱ ἀρχαιολάτρες τῆς ἐποχῆς μας καὶ ταυτόχρονα, συνεχιστὲς τοῦ τεμαχισμοῦ τῆς ἱστορικῆς μας σάρκας - καὶ γι᾿ αὐτὸ (ἀκούσιοι ἴσως) ὑπονομευτὲς τῆς ἑλληνικῆς συνοχῆς καὶ συνέχειας - καὶ ὅταν δὲν ἀπορρίπτουν τὸ Χριστιανισμὸ (Ὀρθοδοξία), πολεμοῦν ἀδυσώπητα τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Κατεχόμενοι ἀπὸ ἕνα ἄκρατο ἀντισημιτισμό, βλέπουν τὴν Π.Δ. ὡς Ἰουδαϊκὸ στοιχεῖο καὶ τὸ ἀπορρίπτουν «ἄνευ ἐτέρου». Πρέπει δὲ νὰ λεχθεῖ ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος Ἕλληνας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντισημίτης, ὅπως δὲν εἶναι ἀντιβρεττανός, ἀντιαμερικανός, ἀντιρῶσσος, κ.ο.κ. τὰ κριτήρια τοῦ Ὀρθόδοξου Ἕλληνος εἶναι πνευματικὰ καὶ ὄχι φυλετικὰ ἢ πολιτικά. Ἔτσι, ὅταν ὁ Ἱ. Χρυσόστομος γράφει τοὺς «κατὰ Ἰουδαίων» Λόγους του, δὲν ἐνεργεῖ ὡς ἀντισημίτης, ἀλλὰ ἐλέγχει τὰ ἀτοπήματα τοῦ Ἑβραϊσμοῦ καὶ τὴν συνήθως ἐπιθετική του στάση ἔναντι τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὴ τὴν στάσῃ ἐνσαρκώνει μέχρι σήμερα τὸ πνεῦμα τοῦ (συνεχιζόμενου) φαρισαϊσμοῦ, ποὺ ἐδίωξε - καὶ διώκει - τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους του ὡς Διεθνὴς Σιωνισμός.
Ἤδη δὲ στὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι φανερὴ ἡ ὁριστικὴ διαφοροποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὸν φαρισαϊκὸ Ἰουδαϊσμὸ (Σιωνισμό), ὁ ὁποῖος παρερμηνεύοντας τὸ περὶ Μεσσίου παλαιοδιαθηκικὸ κήρυγμα, ἀπέρριψε - καὶ ἀπορρίπτει - τὸν ἀληθινὸ Μεσσία - Χριστό, μέσα στὶς καθαρὰ φυλετικές, ἐθνικιστικὲς καὶ κοσμοκρατορικὲς πεποιθήσεις τῶν φορέων του. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο, ὅτι ἤδη ὁ Χριστὸς διαφοροποιεῖ - διακρίνει τὸ Μεσσιανικὸ κήρυγμα τῶν Ἁγίων τῆς πρὸ τῆς Σαρκώσεώς Του ἐποχῆς ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του Ἰουδαίους καὶ τὶς πεποιθήσεις τους. π.χ. στὸ Ἰω. 5, 45-46, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους - ὄργανα τοῦ Φαρισαϊσμοῦ - λέγει: «Μὴ δοκεῖτε, ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν Πατέρα. Ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωϋσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε. Εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν». Ἀπορρίπτοντας τὸν Χριστὸ οἱ Ἑβραῖοι ἀπορρίπτουν τὸ Μωϋσῇ, μὴ ἔχοντες πλέον πνευματικὴ σχέση μαζί του. Στὸ Ἰω. 8, 39 ε. Λέγει ὁ Χριστὸς πάλι: «Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἐστὲ τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ποιεῖτε· ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ἔργα τοῦ πατρὸς ὑμῶν . . . ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστὲ καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν». Ὁ Χριστός, δηλαδή, ἀρνεῖται στοὺς διῶκτες Του Ἰουδαίους κάθε σχέση μὲ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς λοιποὺς ἁγίους προπάτορές τους. Καὶ αὐτὸ ἦταν κάτι, ποὺ δὲν τοῦ συγχώρησαν ποτὲ οἱ φαρισαΐζοντες Ἑβραῖοι.
Ἐξ ἴσου ὅμως, διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὸν κατὰ σάρκα συγγενῆ τους Ἰουδαϊσμό, οἱ Ἀπόστολοι (Ἰωάννης, Παῦλος κ.λ.π.). Ὁ διάκονος Στέφανος, μάλιστα, εἶναι καταπέλτης στὴν ἀπολογία του πρὸ τοῦ ἑβραϊκοῦ Συνεδρίου (Πράξ. 7, 51 ε.) «Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι ταῖς καρδίαις καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. Τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν». Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἐκπληκτικός. Ὁ Στέφανος διακρίνει τοὺς προφῆτες ἀπὸ τοὺς (Ἑβραίους ἐπίσης) φονευτές τους! Οἱ μὲν Προφῆτες εἶναι οἱ ἐν Χριστῷ προπάτορες ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν (πνευματικοὶ δηλαδὴ - καὶ ὄχι φυλετικοὶ - πρόγονοι), οἱ δὲ φονευταὶ τῶν προφητῶν εἶναι προπάτορες (φυλετικοὶ καὶ πνευματικοί) τῶν φαρισαϊζόντων - σιωνιστῶν. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Στεφάνου εἶναι τὸ ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ κατανοήσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν εἶναι ἑβραϊκὴ ὑπόθεση, ὅπως θὰ δοῦμε ἀναλυτικότερα στὴ συνέχεια. Ἡ Π.Δ. περιέχει τὴν πορεία τῆς φανερώσεως τῆς «Θείας Οἰκονομίας», τοῦ ἐκτυλισσόμενου σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κτίσεως. Ὅ, τι ἀναφέρεται σὲ αὐτὸ τὸ θέμα στὴν Π.Δ. εἶναι δεκτὸ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, ὡς χριστιανικὸ καὶ σωτήριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Δικαίων (Ἁγίων) τῆς πρὸ τῆς σαρκώσεως ἐποχῆς. Οἱ Δίκαιοι τῆς Π.Δ. διασῴζουν τὴν μέθοδο σωτηρίας, τὸν τρόπο δηλαδὴ ζητήσεως καὶ μετοχῆς στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τιμῶνται ὡς χριστιανοὶ πρὸ Χριστοῦ, ποὺ ἔφθασαν στὴ θέωση, ὅπως οἱ Ἅγιοί της Καινῆς Διαθήκης (βλ. Ἡσ. 6, 1 ε.). Μόνο ποὺ ἡ θέωσή τους ἦταν προσωρινή, διότι ἔλειπε ὁ «τόπος» συνάξεως ὅλων. Καὶ ὁ «τόπος» αὐτὸς εἶναι ἡ ἀνθρωπότητα (ἀνθρώπινη φύση) τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν σάρκωσῃ τοῦ Χριστοῦ εἰσέρχεται ὁ «τόπος» αὐτὸς στὴν ἱστορία. Γι᾿ αὐτὸ ἦταν ἀναγκαία ἡ Σάρκωση. Ὁ «ἀσάρκως» παρὼν στὸν κόσμο Χριστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας - δημιουργίας, προσλαμβάνει ἀνθρώπινη σάρκα «δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». Ἡ σχέση μὲ τὸ Χριστὸ πρὸ καὶ μετὰ τὴν Σάρκωση δὲν εἶναι διανοητικὴ (ἐπιστημονική), ὅπως πιστεύουν οἱ νεοειδωλολάτρες, ἀλλὰ ἐμπειρική, ὑπαρξιακή. Τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ἐπιτεύγματα εἶναι ἐδῶ ἀδιάφορα.
Στὴν Π.Δ., ἄλλωστε, δὲν ἀνήκουν μόνον Ἑβραῖοι, ἀλλὰ καὶ μὴ Ἑβραῖοι, ὅπως ὁ Ἰώβ, ἢ ἡ «ἀλλόφυλος» Ῥούθ, ἡ Μωαβίτισσα. Ὁ πρώην Πλατωνικὸς φιλόσοφος καὶ μετὰ χριστιανὸς μάρτυς Ἰουστίνος (β´ αἰ. μ.Χ.) θὰ διακηρύξει: «Οἱ μετὰ Λόγου βιώσαντες Χριστιανοὶ εἰσὶ κἂν ἄθεοι ἐνομίσθησαν, οἶον ἐν Ἕλλησι μὲν Σωκράτης καὶ Ἡράκλειτος καὶ οἱ ὅμοιοι αὐτοῖς, ἐν βαρβάροις δὲ Ἀβραὰμ καὶ Ἀνανίας καὶ Ἀζαρίας καὶ Μισαὴλ καὶ Ἠλίας καὶ ἄλλοι πολλοί». (Ἀπολογία Α´ 46, 2). Στὸ θέμα τῆς σωτηρίας, ὡς χριστιανούς, μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ Ἅγιοι καὶ ἡ ἐν Χριστῷ ἐμπειρία τους καὶ ὄχι οἱ ἐπιστήμονες, διανοούμενοι ἢ σοφοὶ τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ πρόβλημα λύνει ὁ Ἀπ. Παῦλος, δεινὸς ἑλληνιστὴς καὶ διανοούμενος καὶ αὐτός, στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους, ἀποτεινόμενος πρὸς Ἕλληνες, στὴν πρωτεύουσα τοῦ τότε Ἑλληνισμοῦ, τὴν Κόρινθο: «ὁ λόγος ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστὶ τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν (= τοῖς χριστιανοίς) δύναμις Θεοῦ ἐστὶν . . . Ἐπειδὴ γὰρ [...] οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σώσαι τοὺς πιστεύοντας» (Α´ Κορ. 1, 18-21).
Ἡ Π.Δ. ὡς βιβλίο ποὺ περιέχει τὴν προσδοκία τοῦ Λυτρωτοῦ καὶ ὅλη τὴν σχετικὴ προετοιμασία, εἶναι βιβλίο τῶν χριστιανῶν καὶ ὄχι τῶν ἀπορριψάντων τὸν Μεσσία - Χριστὸν Ἑβραίων. Ὁ Ἀπ. Παῦλος, Ἑβραῖος κατὰ σάρκα, ἀλλὰ ὄχι κατὰ πνεῦμα, δηλώνει ὅτι οἱ «ἄρχοντες» τῶν Ἑβραίων (γιὰ «ἐπισήμους Ἐβραίους» θὰ ὁμιλεῖ τὸν 19ο αἰ. καὶ ὁ Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος, ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ Ἑλληνικὸ κράτος) δὲν παραδέχθηκαν (ἀποδέχθηκαν) τὴν σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ. Διότι, ἂν τὴν εἶχαν ἀποδεχθεῖ, «οὐκ ἂν τὸν Κύριόν της δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. 2, 7-9) «Κύριος τῆς δόξης» (τοῦ ἀκτίστου φωτός) στὴν Π.Δ. εἶναι ὁ Μεσσίας Χριστός.
Ἡ Π.Δ. στὴν οὐσία εἶναι ἡ σωτηριολογικὴ (λυτρωτική) ἐμπειρία τῶν Δικαίων τῆς πρὸ τῆς Σαρκώσεως περιόδου τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως - σωτηρίας, ὅμως, λαμβάνει, σὲ κάθε ἐποχή, χώρα μέσα σὲ κάποιο ἱστορικὸ καὶ πολιτισμικὸ πλαίσιο. Ἐπειδὴ οἱ σημαντικότεροι καὶ περισσότεροι ἐνσαρκωτὲς αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας ὑπῆρξαν Ἑβραῖοι, γι᾿ αὐτὸ τὸ ἱστορικοπολιτισμικὸ πλαίσιο τῆς Π.Δ. εἶναι τὸ ἑβραϊκό.
Τὸ ἱστορικοπολιτισμικὸ πλαίσιο εἶναι ὅλως δευτερεῦον καὶ εὔκολα ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὴν πίστη. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ ἑλληνιστικὸ - ρωμαϊκὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῆς Κ. Διαθήκης. Τὰ δυὸ αὐτὰ πλαίσια τεκμηριώνουν τὴν ἱστορικότητα τῶν εριγραφομένων στὴν Ἁγία Γραφή. Μπορεῖ, συνεπῶς, οἱ Ἑβραῖοι νὰ καυχῶνται γιὰ τὸ γεγονός, ὅτι στὸ χῶρο τους, ἱστορικά, πραγματοποιήθησαν τὰ θαυμάσια του Θεοῦ στὴν Π.Δ. αὐτοὶ ὅμως εἶναι τελείως ξένοι πρὸς αὐτά, ἀφοῦ τὰ ἀπέρριψαν. Τὸ πλαίσιο εἶναι δικό τους, ἀλλὰ τὰ πράγματα ξένα πρὸς αὐτοὺς καὶ ἡμῶν τῶν χριστιανῶν. Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς καὶ γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες, σχετικά με τὴν στάσῃ μας ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πλαίσιο τῆς Κ.Δ. μᾶς ἀνήκει. Ἂν ἀπορρίπτουμε, ὅμως τὸν Χριστό, τότε εἴμαστε ξένοι πρὸς τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. «Περιούσιος λαός» τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τώρα ΟΛΟΙ οἱ Ἑβραῖοι, ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ δέχθηκαν τὸ περὶ Μεσσίου κήρυγμα τῶν Δικαίων τῆς Π.Δ., ποῦ ὁδηγεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Σὲ αὐτὸν τὸν «περιούσιο λαὸ» ἀνήκουν ὅλοι οἱ π. Χ. ἄνθρωποι, ποὺ ἔζησαν μὲ τὴν προσδοκία τοῦ Λυτρωτοῦ (πρβλ. Γεν. 49, 10: «καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν»), ὅπως εἶπε παραπάνω ὁ Ἰουστίνος. «Ἐν Χριστῷ», στὴ σχέση, δηλαδὴ ἑνότητα, μὲ τὸ Χριστό, διαμορφώθηκε ἱστορικὰ τὸ «ἔθνος ἅγιον», ποὺ δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ Ἕλληνες μόνον ἢ Ἰουδαίους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, καταγωγῆς, αἵματος κλπ.
Ἄρα ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Π.Δ., σχέση μὲ τὴν σωτηρίᾳ μας ἔχει τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν (μὲ πολὺ ἀντιιουδαϊκὸ μάλιστα πνεῦμα...) καὶ γενικὰ τῶν Δικαίων. Τὰ κριτήρια εἶναι πνευματικὰ καὶ ὄχι φυλετικά. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἅγιοί της πίστεώς μας οἱ 7 Μακκαβαῖοι παῖδες, ἡ μητέρα τους Ἁγία Σολωμονή) καὶ ὁ πνευματικός τους πατέρας Ἐλεάζαρος καὶ τοὺς τιμοῦμε τὴν 1η Αὐγούστου, διότι ὁμολόγησαν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μας καὶ ὄχι ὅτι ἦσαν Ἑβραῖοι. Ὅπως ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, μολονότι Ῥῶσος, ὡς ἅγιος τιμᾶται ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ἢ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος κλπ. Αὐτὰ εἶναι τὰ κριτήριά μας. Ἄλλη ἡ τιμή, ποὺ ἀποδίδουμε στοὺς ἐνδόξους κατὰ σάρκα προγόνους μας ἢ τοὺς σοφούς μας καὶ ἄλλη ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς «ἠγουμένους» τῆς Πίστεώς μας, πνευματικοὺς ὁδηγούς μας καὶ «προπάτορές» μας στὴν Πίστη.
Μὴν ξεχνᾶμε ὅμως καὶ κάτι ἄλλο, ἐξίσου σημαντικό. Μὲ τὴν Μετάφραση τῶν Ο´ (Ἀλεξάνδρεια, 3ος - 2ος π.Χ. αἰ.) ἡ Π.Δ. «ἑλληνοποιεῖται». Ὑπάρχουν δὲ καὶ βιβλία παλαιοδιαθηκικὰ ἢ τμήματα βιβλίων γραμμένα πρωτοτύπως ἑλληνιστί, ὅπως π.χ. ἡ «Σοφία Σολομῶντος», μὲ σαφεῖς ἐπιρροὲς πλατωνικές, ὅπως ἀπέδειξε ὁ σοφὸς ἑβραιολόγος δάσκαλός μου, ἀείμνηστος Βασ. Βέλλας (+1970). Οἱ συγγραφεῖς τῆς Κ.Δ. ἐξ ἄλλου, παραπέμπουν στὴ μετάφραση τῶν Ο´ καὶ ὄχι στὴν ἑβραϊκὴ Π. Διαθήκη.
Ἡ Π.Δ. τῶν Ο´ περιέχει 49 βιβλία - κείμενα, ἐνῷ ἡ ἑβραϊκὴ 36. Ἡ μετάφραση τῶν Ο´ μπορεῖ νὰ ἔγινε γιὰ χάρη τῶν Ἰουδαίων τῆς διασπορᾶς ποὺ ἀπέμαθαν τὰ ἑβραϊκὰ - ἀραμαϊκά, μὲ τὴν χρήσῃ της, ὅμως, στὴν Κ.Δ. καὶ τὴν πατερική μας παράδοση εἶναι πλέον «ἑλληνικὴ» ὑπόθεση καὶ θὰ πρέπει νὰ εἴμεθᾳ ὑπερήφανοι γι᾿ αὐτό. Καὶ ἀπὸ πλευρᾶς γλώσσης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἑρμηνευτικῆς, δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τοὺς Ἰουδαίους - Ἰσραηλῖτες, ἀλλὰ μὲ μᾶς τοὺς χριστιανούς.
Ἂς μὴν ἐρεθίζονται λοιπόν, οἱ φανατικοὶ ἀρχαιολάτρες. Βέβαια ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀναφερόμεθα σὲ πνευματικοὺς προπάτοράς μας, ποὺ εἶναι κυρίως, Ἑβραῖοι (κατὰ σάρκα, ὄχι κατὰ πνεῦμα ὅμως). Ἡ θεολογία μας ὅμως, ὡς ὑπόθεση σωτηρίας, θεώσεως καὶ ὄχι διανοητικῆς ἀναπτύξεως καὶ καλλιέργειας, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν Δικαίων, ποῦ προετοίμασαν τὴν ἀνθρωπότητα νὰ δεχθεῖ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία; Γι᾿ αὐτὸ εἶναι προπάτορές μας, «παιδαγωγοὶ εἰς Χριστόν» καὶ πνευματικοὶ πατέρες μας. Εἶναι λάθος ἐξ ἄλλου, νὰ νομίζει κάποιος, λόγω λόγω παχυλῆς ἄγνοιας (ἢ κακίας), ὅτι ἡ Π.Δ. πρέπει νὰ κριθεῖ ἠθικολογικά. Ἠθικὰ καὶ ἀνήθικα βρίσκονται παντοῦ... Τὸ πνεῦμα τῆς Π.Δ. χριστιανικὰ εἶναι ὅτι μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν δυσοσμία ἀναδύεται τὸ «ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας», ὁ Σωτῆρας - Χριστὸς (βλ. τὸν γενεαλογικὸ κατάλογο τοῦ Ματθαίου, (κεφ.1). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι δικό μας. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τὰ καταλάβουν αὐτὰ προκατειλημμένοι καὶ ἀγράμματοι ὡς πρὸς αὐτά, νεοειδωλολάτρες... Σ᾿ ἕνα, ὅμως, μᾶς βοηθοῦν. Πρέπει νὰ καταλάβουμε ἐπιτέλους, ὅτι δὲν πρέπει - σήμερα - ν᾿ ἀφιερώνουμε τόσες σελίδες στὰ σχολικά μας βιβλία γιὰ τὴν ἑβραϊκὴ ἱστορία, νὰ μένουμε στὸ μεσσιανικὸ κήρυγμά της καὶ στὴν πνευματικὴ παράδοση τῶν προφητῶν, ποὺ ὅπως ἐλέχθη, εἶναι σαφῶς ἀντιεβραϊκῆ καὶ ἀντιφαρισαϊκή. Ἀκούγοντας πάντως ζωντανὰ τὸν συνθέτη κ. Μαρκόπουλο, διαπίστωσα ὅτι ἔπεσε θῦμα τῶν ἀντισημιτῶν, πού, ὅπως μέσα ἀπὸ τὴν μασονία καταξιώνουν τὸν σιωνισμὸ πανηγυρικώτατα. Ἀλλὰ γι᾿ αὐτό, ἄλλη φορά...

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Η ερμηνεία της εικόνας της Ανάστασης

   
Η εικόνα της Αναστάσεως στην ορθόδοξη Εκκλησία έχει δύο τύπους:

Ο ένας είναι η κάθοδος του Χριστού στον Άδη, ο δεύτερος εικονογραφικός τύπος είναι εκείνος που εικονίζει άλλοτε τον Πέτρο και τον Ιωάννη στο κενό Μνημείο και άλλοτε τον άγγελο που «επί τον λίθο καθήμενος» εμφανίστηκε στις Μυροφόρες.

Αργότερα η εικόνα της Αναστάσεως του τύπου αυτού πλουτίστηκε με τις σκηνές της εμφάνισης του Χριστού στη Μαρία Μαγδαληνή (το «Μη μου άπτου») και στις δύο Μαρίες (το «Χαίρε των Μυροφόρων»).

Ο Λεωνίδας Ουσπένσκη γράφει σχετικά:


«Οι δύο αυτές συνθέσεις χρησιμοποιούνται στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως εικόνες της Αναστάσεως. Στην παραδοσιακή ορθόδοξη αγιογραφία η πραγματική στιγμή της Ανάστασης του Χριστού ουδέποτε απεικονίστηκε. Τόσο τα Ευαγγέλια, όσο και η Παράδοση της Εκκλησίας, σιγούν για τη στιγμή αυτή και δε λένε πως ο Χριστός αναστήθηκε, πράγμα που δεν κάνουν για την Έγερση του Λαζάρου. Ούτε η εικόνα δείχνει αυτό.

»Η σιγή αυτή εκφράζει καθαρά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο γεγονότων. Η Έγερση του Λαζάρου ήταν ένα θαύμα, το οποίο μπορούσαν όλοι να κατανοήσουν, ενώ η Ανάσταση του Χριστού ήταν απρόσιτη σε οποιαδήποτε αντίληψη... Ο ανεξιχνίαστος χαρακτήρας του γεγονότος αυτού για τον ανθρώπινο νου και συνεπώς το αδύνατο της απεικόνισής του είναι ο λόγος που απουσιάζουν εικόνες αυτής ταύτης της Αναστάσεως. Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού – την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού».

Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο και την εμφάνισή του στους μαθητές μετά την Ανάσταση («Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου». «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου»).

Εκτός από τους παραπάνω δύο τύπους της Αναστάσεως, συναντάμε στους ναούς μας κι άλλο τύπο: αυτόν που δείχνει το Χριστό γυμνό, μ’ ένα μανδύα ριγμένο, πάνω του να βγαίνει από τον Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Η εικόνα αυτή δεν είναι ορθόδοξη, αλλά δυτική.Επικράτησε στην Ανατολή, όταν η ορθόδοξη αγιογραφία αποκόπηκε από τις ρίζες της, τη βυζαντινή παράδοση, λόγω της επικράτησης της ζωγραφικής της Αναγέννησης. Υποστηρίχθηκε πως «η μεγάλη προτίμηση για την δυτικότροπη απόδοση της Αναστάσεως οφείλεται, μεταξύ των άλλων, και στην επίδραση των προσκυνητών των Αγίων Τόπων, γιατί πάνω από την είσοδο του Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εικόνα της Αναστάσεως, που, αντιγραφόμενη στα διάφορα ενθύμια των προσκυνητών, έγινε υπόδειγμα για πολλούς ζωγράφους. Ώστε μπορούμε να πούμε πως, ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος, διαδόθηκε τόσο από τη δυτική τέχνη, όσο και απ’ τους Αγίους Τόπους» (Εικόνες της κρητικής τέχνης... σ. 357).

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε και θα αναλύσουμε την εικόνα της Αναστάσεως, που λέγεται και «Η εις Άδου Κάθοδος, γιατί είναι η γνήσια εικών της Αναστάσεως, ην παρέδωσαν ημίν οι παλαιοί αγιογράφοι, σύμφωνος με την υμνωδίαν της Εκκλησίας μας. Εκφράζει δε δια της ζωγραφικής όσα ιερά και συμβολικά νοήματα εκφράζει ιδία το πασίγνωστον και υπό πάντων ψαλλόμενον, από παίδων έως γερόντων, τροπάριον, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

Περιγραφή της εικόνας

Στη βάση της εικόνας ανάμεσα σε απότομους βράχους, ανοίγεται μια σκοτεινή άβυσσος. Διακρίνουμε τις μαρμάρινες σαρκοφάγους, τις πύλες της κολάσεως με τις σκόρπιες κλειδαριές, καρφιά και κλείθρα, καθώς και τις μορφές του σατανά και του Άδη με τα φοβισμένα πρόσωπα και τα γυάλινα μάτια. Είναι τα «κατώτατα της γης», «τα ταμεία του Άδου», όπου κατέβηκε ο Κύριος για να κηρύξει τη σωτηρία «τοις απ’ αιώνος εκεί καθεύδουσι».

Πάνω από το σπήλαιο, στο κέντρο της εικόνας, προβάλλει ο νικητής του θανάτου, ο Χριστός. Ο φωτοστέφανος της κεφαλής του, τα χρυσοκόκκινα ιμάτιά του που ακτινοβολούν, και η θριαμβευτική όψη του προσώπου του εναρμονίζονται πλήρως με το δίστιχο της πασχαλινής ακολουθίας:

Χριστός κατελθών προς πάλην άδου μόνος,
Λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα (=λάφυρα).

Ο Χριστός επιστρέφει τροπαιούχος από τη μάχη του με τον άδη κρατώντας τα πρώτα λάφυρα της νίκης. Είναι ο Αδάμ που τον κρατάει από το χέρι, ενώ εκείνος γονατιστός τον κοιτάζει ευχαριστιακά. Πίσω του η Εύα με κατακόκκινο μαφόριο και κοντά της οι δίκαιοι, που περίμεναν με πίστη την έλευση του Λυτρωτή. Ανάμεσά τους ο Άβελ που πρώτος γεύτηκε τον θάνατο. Στην αριστερή πλευρά εικονίζονται οι βασιλείς και οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσής, Πρόδρομος κ.ά. Όλοι αυτοί αναγνώρισαν το Λυτρωτή όταν κατέβηκε στον άδη και προετοίμασαν το κήρυγμά του, ώστε να βρει ανταπόκριση στις ψυχές των κεκοιμημένων.

Σε μερικές εικόνες η παράσταση του τροπαιούχου Κυρίου είναι πιο εκφραστική, γιατί σ’ αυτές ο Κύριος κρατάει στο χέρι του το ζωηφόρο Σταυρό, της ευσεβείας το «αήττητον τρόπαιον», με τον οποίο καταργήθηκε η δύναμη και το κράτος του θανάτου.

Αλλού έχουμε στο επάνω μέρος της εικόνας δύο αγγέλους που κρατούν στα χέρια τους τα σύμβολα του Πάθους και στο σπήλαιο το θάνατο να παριστάνεται με γέροντα αλυσοδεμένο. Είναι δεμένος από τους αγγέλους με τα ίδια δεσμά, με τα οποία είχε δέσμιο και υποχείριο το γένος των ανθρώπων.

Την παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι με επίπεδους εξώστες και οι επιγραφές:

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
ΙΣ ΧΣ

Ωραία παρατηρήθηκε, πως «η σύνθεση της εικόνας είναι βαθιά μελετημένη, ακόμα και στις μικρότερες λεπτομέρειές της. Όλα, από το σχήμα των βράχων στο δεύτερο επίπεδο ως και τις αναλογίες των χρωμάτων, περιέχουν ένα βαθύτερο νόημα και υπακούουν σ’ ένα γενικό σχέδιο. Η εικαστική απεικόνιση του απόκρυφου κειμένου αποκτά συμβολικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, όμως, δεν χάνεται η σχέση με τα συγκεκριμένα επεισόδια του κειμένου» (Εικόνες της κρητικής τέχνης..., σ. 327).

Από το βιβλίο «Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
Χρήστου Γ. Γκότση (Εκδ. Αποστολική Διακονία) oode

Tό φῶς στήν Ὁρθόδοξη Θεολογία καί στήν ἀρχαία καί νέα γραμματεία

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν  κ. ΜΑΡΚΟΥ
Tό φῶς στήν Ὁρθόδοξη Θεολογία
καί στήν ἀρχαία καί νέα γραμματεία
Δι­α­σχί­ζει τούς αἰ­θέ­ρες διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων καί φθά­νει ὥς τίς καρ­δι­ές μας ἡ θεία φωνή τοῦ Λό­γου, ἡ ὁποία φώ­τι­σε «ἐν ἀρχῇ» τόν κό­σμο, κατ’ οὐ­σί­ω­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γι­κοῦ Του θέ­λη­μα­τος. Ὁ Ἀπό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅτι ὁ Θεός, «ὁ ὁποῖ­ος εἶπε μέσα ἀπό τό σκο­τά­δι νά λάμ­ψει φῶς» στή φυ­σι­κή δη­μι­ουρ­γία, αὐ­τός ὁ ἴδι­ος «ἔλαμ­ψε μέσα στίς καρ­δι­ές μας καί μᾶς φώ­τι­σε νά γνω­ρί­σου­με τή δόξα Του στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ» (Β΄ Κορ. 4, 6). Ὁ Υἱός καί Λό­γος τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι ὄχι μόνο δη­μι­ουρ­γός τοῦ φυ­σι­κοῦ φω­τός, ἀλλά τό ἴδιο «τό φῶς τό ἀλη­θι­νόν, ὅ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον ἐρ­χό­με­νον εἰς τόν κό­σμον» (Ἰω. 1, 9). Γι’ αὐτό καί ὁ Θε­ο­λό­γος μα­θη­τής τοῦ Κυ­ρί­ου, ἅγι­ος εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰω­άν­νης, ση­μει­ώ­νει θε­ο­λο­γι­κό­τε­ρα καί ἀπό τή Γέ­νε­ση ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λό­γος», ὁ ὁποῖ­ος εἶ­ναι «τό φῶς τοῦ κό­σμου».
Ὁ Θεός εἶ­ναι ἡ κοι­νή πηγή τοῦ κτι­στοῦ καί τοῦ ἀκτί­στου φω­τός. Ὁ Τρι­α­δι­κός Θεός, μέ τίς ἄκτι­στες Ἐνέρ­γει­ές Του, κτί­ζει, ἁγι­ά­ζει καί συ­νέ­χει δι­η­νε­κῶς ὁλό­κλη­ρη τήν δη­μι­ουρ­γία, δί­νον­τας οὐ­σία, ὑπό­στα­ση, ὕπαρ­ξη καί ζωή στά ὄντα, ἀνά­λο­γα μέ τή φύση τους. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ κα­ταυ­γά­ζει μυ­στι­κά τήν βα­θύ­τε­ρη ὑπό­στα­ση κάθε ἀν­θρώ­που καί κάθε ὑπαρ­κτοῦ. Αὐτά ση­μαί­νουν ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος, ὅπως καί κάθε θείο δη­μι­ούρ­γη­μα, δέν εἶ­ναι αὐ­θύ­παρ­κτος καί αὐ­τό­φω­τος, ἀλλά ἀν­τλεῖ ὅλα ὅσα ἀπαρ­τί­ζουν τήν ὕπαρ­ξή του ἀπό τόν Θεό. Καί ἡ ζωή του γί­νε­ται φω­τει­νή, ὅσο συν­δέ­ε­ται μέ τήν πηγή τοῦ Φω­τός, πού εἶ­ναι τό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου, διά τοῦ ὁποί­ου «Φῶς Χρι­στοῦ φαί­νει πᾶσι».
Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τό νό­η­μα καί τό Φῶς τοῦ κό­σμου, ὁ λό­γος τοῦ παν­τός, ἡ ἔν­σαρ­κη ἀπο­κά­λυ­ψη τῆς δό­ξας τοῦ Θεοῦ, αὐ­τός ὁ ὁποῖ­ος μᾶς φα­νε­ρώ­νει προ­σω­πι­κά τήν Βα­σι­λεία Του καί μᾶς κα­θι­στᾶ κατά Χά­ριν κοι­νω­νούς καί με­τό­χους αὐ­τῆς τῆς δό­ξας καί τοῦ πλού­του τῶν θεί­ων Ἐνερ­γει­ῶν καί Χα­ρί­των Του. Χω­ρίς τόν Χρι­στό, ὁ Θεός μᾶς εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀπρό­σι­τος, ἀμέ­θε­κτος καί ἄφθα­στος. «Ὅτι φῶς ὁ Θεός οὐ κατ' οὐ­σί­αν, ἀλλά κατ' ἐνέρ­γει­αν λέ­γε­ται», το­νί­ζει ὁ Ἅγι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς.
Οἱ ὑπο­στα­τι­κές θεῖ­ες Ἐνέρ­γει­ες εἶ­ναι οἱ «ἀκτῖ­νες θε­ό­τη­τος», οἱ ὁποῖ­ες εἰσ­δύ­ουν στήν κτί­ση μέσα ἀπό τό ἀπρό­σι­το Φῶς τῆς Ἁγί­ας Τρι­ά­δος, τό ὁποῖο χα­ρα­κτη­ρί­ζουν μέ πλη­θω­ρι­κή ὁρο­λο­γία τά συγ­γράμ­μα­τα πού μᾶς πα­ρα­δό­θη­καν μέ τό ὄνο­μα τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Ἀρε­ο­πα­γί­τη, ὡς τήν «ὑπε­ρά­γνω­στη καί ὑπερ­φώ­τει­νη καί ἀκρό­τα­τη κο­ρυ­φή», «τόν ὑπέρ­φω­το γνό­φο, πού μέ τό βαθύ του σκο­τά­δι ὑπερ­λάμ­πει ὑπερ­φα­νέ­στα­τα καί, μέ­νον­τας ἀνέγ­γιχ­τος κι ἀό­ρα­τος, γε­μί­ζει μέ ὑπέρ­κα­λη λάμ­ψη τούς τυ­φλω­μέ­νους νόες» (Περί μυ­στι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, 1). 
Ὁ μυ­στι­κός θε­ο­λό­γος βι­ώ­νει τόν Θεό ὡς ἰδε­ῶ­δες ἀό­ρα­το καθ' ἑαυ­τό καί ἄψαυ­στο, αἰ­σθά­νε­ται ὅμως ὅλη τή δύ­να­μη καί τή γο­η­τεία του στή ζωή του. Εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη, ἡ ὁποία τόν ἀνυ­ψώ­νει, ὁ σω­στι­κός ἀει­φεγ­γής φά­ρος, τοῦ ὁποί­ου ἡ ἐνα­τέ­νι­ση τόν ὁδη­γεῖ στόν ἀλη­θι­νό του προ­ο­ρι­σμό. Εἶ­ναι ὡς ἄλλη κλί­μα­κα τοῦ Ἰα­κώβ ἤ τοῦ Ἁγί­ου Ἰω­άν­νη τοῦ Σι­να­ΐ­τη, ἡ ὁποία τόν ἀνα­βι­βά­ζει στόν Θεό. Εἶ­ναι οἱ­ο­νεί ἀν­ταύ­γεια τοῦ θεί­ου φω­τός ἐν ἑαυ­τῷ, ἡ ὁποία πε­ρι­αυ­γά­ζει τήν ὅλην ὕπαρ­ξή του καί τήν ἀνα­δει­κνύ­ει κα­θα­ρό­τε­ρη, ἐν­το­νό­τε­ρη καί ὡραι­ό­τε­ρη. 
Τό γε­γο­νός αὐτό τῆς κοι­νω­νί­ας μέ τόν Θεό συν­τε­λεῖ­ται ἐν­τός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τά ἱερά μυ­στή­ρια. Ἡ σω­τη­ρία δέν ἐπι­τυγ­χά­νε­ται δι­α­νο­η­τι­κά, ἀλλά μέ τήν ἔν­τα­ξη στό Σῶμα τοῦ Χρι­στοῦ, τήν Ἐκ­κλη­σία, καί τήν ἐνερ­γο­ποί­η­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν χα­ρι­σμά­των μέ τό ἅγιο Βά­πτι­σμα. Ὁ φω­τι­σμός τοῦ Βα­πτί­σμα­τος καί ἡ βρώ­ση τοῦ «φω­τι­στι­κοῦ σώ­μα­τος» στή Θεία Εὐ­χα­ρι­στία ἑνώ­νουν τόν Χρι­στό ἐν Ἁγίῳ Πνεύ­μα­τι μέ τούς πι­στούς. Ἀφε­τη­ρία ἀπο­τε­λεῖ τό μυ­στή­ριο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, ὅπου ἡ Θεία Χάρη, κα­θαρ­τι­κή καί φω­τι­στι­κή, δι­ε­νερ­γεῖ τήν ἐν Χρι­στῷ υἱ­ο­θε­σία τῶν πι­στῶν. Ὁ ἐσω­τε­ρι­κός αὐ­τός ἀνα­και­νι­σμός ὁλο­κλη­ρώ­νε­ται τε­λι­κά στήν ἄμε­ση ἐμ­πει­ρία τοῦ Φω­τός καί τήν θέ­ω­ση, ἡ ὁποία ἀπο­τε­λεῖ καρ­πό τῆς μυ­στη­ρι­α­κῆς Χά­ρι­τος καί τῆς ἀν­θρώ­πι­νης συ­νερ­γί­ας στό μέ­τρο τῆς ἀσκη­τι­κῆς ἑτοι­μα­σί­ας καί κα­θα­ρό­τη­τας τοῦ πι­στοῦ.
Ὁ Ἠλί­ας Μη­νι­ά­της, ἐπί­σκο­πος Κερ­νίτ­σης καί Κα­λα­βρύ­των κατά τήν πε­ρί­ο­δο τῆς Ὀθω­μα­νο­κρα­τί­ας, ἐξη­γεῖ στόν Λό­γον του εἰς τήν Κοί­μη­σιν τῆς Θε­ο­τό­κου: «Ὅταν ὁ ἥλι­ος φθά­σῃ εἰς τήν μέ­σην ἁψῖ­δα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ἐξί­σου χύ­νει εἰς ὅλα τά μέρη τῶν ἀκτί­νων τό φῶς, ἀλλά ἐξί­σου δέν φω­τί­ζον­ται πάν­τα τά φω­τι­ζό­με­να σώ­μα­τα· [...] Ὁμοί­ως ὁ ἄδυ­τος ἐκεῖ­νος τῆς δι­και­ο­σύ­νης Ἥλι­ος, ὅστις λάμ­πει ἐν ταῖς λαμ­πρό­τη­σι τῶν Ἁγί­ων, ἐξί­σου χύ­νει εἰς ὅλα τά πνεύ­μα­τα τῶν μα­κα­ρί­ων τῆς θεί­ας δό­ξης ἀνέ­σπε­ρον φῶς, ἀλλ’ ἐξί­σου δέν φω­τί­ζον­ται πάν­τα· καθ’ ἕνα λαμ­βά­νει τό ἴδι­ον μέ­τρον τῆς θεί­ας φω­το­χυ­σί­ας, ὥς ἕνα με­ρι­κόν χρῶ­μα μα­κα­ρί­ας ἐλ­λάμ­ψε­ως· καί δέ­χε­ται ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρον ἤ ὀλι­γώ­τε­ρον τό μέ­τρον τοῦ θεί­ου τού­του φω­τός, κα­θώς εἶ­ναι δε­κτι­κόν, κατά τόν βα­θμόν δη­λα­δή καί ἀνα­λο­γί­αν τῆς ἰδί­ας του κα­θα­ρό­τη­τος. Ἔτσι ἀλ­λέ­ως φω­τί­ζον­ται οἱ Ἅγι­οι Ἄγ­γε­λοι, ὁπού εἶ­ναι ἄϋλα πνεύ­μα­τα· ἀλ­λέ­ως οἱ ἄν­θρω­ποι, ὁπού εἶ­ναι φύ­σε­ως πα­χυ­τέ­ρας· καί πά­λιν ἀνά­με­σα καί εἰς τούς Ἀγ­γέ­λους, δι­α­φο­ρε­τι­κά φω­τί­ζον­ται ἀπό τάς Κυ­ρι­ό­τη­τας οἱ Θρό­νοι· ἀπό τούς Θρό­νους τά Χε­ρου­βείμ, καί ἀπό τά Χε­ρου­βείμ τά Σε­ρα­φείμ· καί ἀνά­με­σα εἰς τούς ἀν­θρώ­πους, ἀπό τούς Προ­φή­τας οἱ Ἀπό­στο­λοι, ἀπό τούς Ὁμο­λο­γη­τάς οἱ Μάρ­τυ­ρες, καί ἀπό τούς Ἀσκη­τάς οἱ Παρ­θέ­νοι· ὅλοι εἶ­ναι ἄστρα τοῦ νο­η­τοῦ στρε­ώ­μα­τος, ὅθεν οἱ δί­και­οι ἐκλάμ­ψου­σιν ὡς φω­στῆ­ρες· Πλήν ἀστήρ ἀστέ­ρος δι­α­φέ­ρει ἐν δόξῃ κατά τό ρη­τόν [Κορ. Α΄ 15, 41]. Ἡ Πα­να­γία Παρ­θέ­νος εἶ­ναι ἀνά­με­σα εἰς ὅλους τούς μα­κα­ρί­ους ἀκη­λί­δω­τος κα­θρέ­πτης ἁγνεί­ας καί κα­θα­ρό­τη­τος· [...] κα­θα­ρω­τέ­ρα ἀσυγ­κρί­τως καί τῶν ἀν­θρώ­πων καί τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ὅθεν ὄχι μό­νον εἰς αὐ­τήν χύ­νει τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τος τό φῶς, ἀλλ’ εἰς αὐ­τήν εἰ­σβαί­νει καί ὡσάν νά πε­ρι­κλεί­ε­ται ὅλη ἐκεί­νη ἡ πο­λυ­χεύ­μων πηγή τοῦ φω­τός, ὅλος τῆς δό­ξης ὁ ἥλι­ος· εἰς τρό­πον ὥστε ὡς ἄλ­λος δεύ­τε­ρος τῆς δό­ξης ἥλι­ος ἀκτι­νο­βο­λεῖ τῆς Πα­να­γί­ας Παρ­θέ­νου τό μα­κά­ρι­ον πρό­σω­πον, καί κά­μνει δι­πλοῦν τό φῶς τῆς ἀνε­σπέ­ρου ἡμέ­ρας.»
Ἡ βι­βλι­κή καί εὐ­αγ­γε­λι­κή γραμ­μα­τεία εἶ­ναι πλή­ρεις ἐκ­φρά­σε­ων καί ἀνα­φο­ρῶν στό φῶς, οἱ ὁποῖ­ες χρη­σι­μεύ­ουν ὡς εἰ­κο­νι­σμοί τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐμ­πει­ρί­ας Του. Ὁ ἀνα­λο­γι­κός εἰ­κο­νι­σμός τῆς τρι­α­δι­κό­τη­τας τοῦ Θεοῦ μέ τό πα­ρά­δει­γμα τοῦ ἡλί­ου καί τοῦ ἀπαυ­γά­σμα­τός του ἀξι­ο­ποι­ή­θη­κε ἐπί­σης κατά τίς πρῶ­τες Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, ὅπου ἡ ὁμο­ου­σι­ό­τη­τα τοῦ Υἱοῦ πρός τόν «Πα­τέ­ρα τῶν Φώ­των» δι­α­τυ­πώ­θη­κε δο­γμα­τι­κά στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως μέ τήν ἔκ­φρα­ση «Φῶς ἐκ Φω­τός».
Καί πῶς νά πα­ρα­βλέ­ψου­με τήν «ἐπι­λύ­χνι­ον εὐ­χα­ρι­στία», τόν πρώ­ι­μο χρι­στι­α­νι­κό ὕμνο στό «Φῶς ἱλα­ρόν», πού ψάλ­λε­ται ὥς τίς μέ­ρες μας: Σέ αὐτή τή δο­ξο­λο­γία στόν Τρι­α­δι­κό Θεό κατά τήν ἑσπε­ρι­νή ὥρα τοῦ δει­λι­νοῦ, ἡ Ἐκ­κλη­σία μας ἀνα­γνω­ρί­ζει στό φῶς τῆς φύ­σε­ως τό ἔργο τοῦ Θεοῦ Λό­γου, τήν οὐ­σί­ω­ση τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ ζῶν­τος καί ἀλη­θι­νοῦ Θεοῦ, τόν χῶρο προ­νοί­ας τοῦ παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τος. Σέ ἰσχυ­ρή ἀν­τί­θε­ση πρός τούς παν­το­ει­δεῖς εἰ­δω­λο­λά­τρες τοῦ ἀρ­χαί­ου κό­σμου, οἱ Χρι­στι­α­νοί, ἐκ­κι­νών­τας ἀπό τό φυ­σι­κό φῶς, μυ­στα­γω­γοῦν­ται καί ἀνά­γον­ται πρός τήν δο­ξο­λο­γία τοῦ Ποι­η­τοῦ τῆς Κτί­σε­ως, πού δέν εἶ­ναι ἕνας ἀπρό­σω­πος δη­μι­ουρ­γός, ἀλλά τρι­α­δι­κή κοι­νω­νία προ­σώ­πων καί κα­λεῖ ὅλους σέ προ­σω­πι­κή κοι­νω­νία μαζί Της, κοι­νω­νία Πα­τρός καί Υἱοῦ καί Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος.
Γρά­φει ὁ Γέ­ρων Σω­φρό­νι­ος Ζα­χά­ρωφ τοῦ Ἔσ­σεξ: «Ὁ αἰ­σθη­τός ἥλι­ος εἶ­ναι θαυ­μα­στή εἰ­κών τοῦ Ἡλί­ου τῆς Ἀγά­πης καί τῆς Δι­και­ο­σύ­νης. Ἄνευ τῶν ἀκτί­νων τοῦ ὁρα­τού ἡλί­ου δέν θά ἦτο δυ­να­τή ἡ ζωή ἐπί τοῦ πλα­νή­του ἡμών. Πάν­τες ἡμεῖς αἰ­σθα­νό­με­θα τήν εὐ­ερ­γε­τι­κήν ἐνέρ­γει­αν τῶν ἀκτί­νων αὐ­τού. Πα­λαι­ό­τε­ρον ὁ ἥλι­ος ἐφαί­νε­το εἰς ἐμέ ὡς ἄυ­λος, ἀλλά μετά τήν θε­ω­ρί­αν τοῦ ἀκτί­στου Φω­τός τῆς Θε­ό­τη­τος καί αὐ­τός –τό φυ­σι­κόν φῶς– ἐγέ­νε­το δι’ ἐμέ τρα­χύς καί κατά και­ρούς ἐπι­θε­τι­κός. Φω­τί­ζει τήν γη­ί­νην φύ­σιν, ἀλλά δέν δί­δει εἰ­σέ­τι εἰς τό πνεῦ­μα ἡμῶν τήν ἄμε­σον δι­είσ­δυ­σιν εἰς τά μυ­στή­ρια τοῦ Θεί­ου Εἶ­ναι. Ἄλ­λως συμ­βαί­νει μετά τοῦ Φω­τός τῆς Θε­ό­τη­τος. Φέ­ρει πρω­τί­στως τήν ἀπο­κά­λυ­ψιν τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός […] καί τό πνεῦ­μα τοῦ προ­σευ­χο­μέ­νου γνω­ρί­ζει ὅτι ὁ ἐμ­φα­νι­σθείς εἰς αὐ­τόν εἶ­ναι ὁ Προ­αι­ώ­νι­ος Δε­σπό­της πά­σης τῆς κτί­σε­ως, ὁ Πρῶ­τος καί ὁ Ἔσχα­τος, ὁ ἀπρό­σι­τος καί το­σοῦ­τον ἐγ­γύς, ὁ ἀό­ρα­τος καί συγ­χρό­νως αἰ­σθη­τός ἔτι καί σω­μα­τι­κῶς· αἰ­σθη­τός διά τοῦ πυ­ρός τῆς ἀγά­πης τοῦ πλη­ροῦν­τος τήν καρ­δί­αν, καί διά τοῦ φω­τός τῆς συ­νέ­σε­ως τοῦ κα­ταυ­γά­ζον­τος τόν νοῦν. Τοῦ­το εἶ­ναι Φῶς γνώ­σε­ως, ἀλλ’ ἀνεκ­φρά­στου διά λό­γων»
Σέ ἀν­τί­στι­ξη πρός αὐτή τήν ἔκ­φρα­ση, ἡ μετά λό­γου θέ­α­ση τοῦ κό­σμου ἔχει κα­τε­ξο­χήν τήν ἀρχή της στήν ἀρ­χαία ἑλ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Οἱ πα­ρα­δό­σεις γιά τήν τυ­φλό­τη­τα τοῦ Ὁμή­ρου ἀπη­χοῦν τήν εὐ­ρύ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη ὅτι οἱ πε­φω­τι­σμέ­νοι ὁρα­μα­τι­στές, ὅπως ὁ μάν­της Τει­ρε­σί­ας ἤ ὁ ἀοι­δός Δη­μό­δο­κος, εἶ­ναι τυ­φλοί ὡς πρός τόν κό­σμο τῶν φαι­νο­μέ­νων, δι­ό­τι ἔχουν πρό­σβα­ση πρός τό ἀό­ρα­το καί τό ἀσύλ­λη­πτο στούς κοι­νούς ὀφθαλ­μούς. Οἱ Μοῦ­σες εἶ­ναι αὐ­τές οἱ ὁποῖ­ες ἐμ­πνέ­ουν καί ἐξυ­ψώ­νουν τούς ποι­η­τές, ὥστε, θε­ώ­με­νοι τά μυ­στή­ρια τῶν θεῶν, νά ἐκ­φρά­ζουν καί νά φα­νε­ρώ­νουν τήν θεία καί νο­η­τή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα.
Στή δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση ἀνα­γνω­ρί­ζου­με τή σύν­θε­ση τοῦ δι­ο­νυ­σι­α­κοῦ καί τοῦ ἀπολ­λώ­νει­ου στοι­χεί­ου τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος, τά ὁποῖα εἶ­χαν βρεῖ ἔκ­φρα­ση ἀν­τι­στοί­χως στή λυ­ρι­κή ποί­η­ση καί τό ἔπος. Ἀπολ­λώ­νει­ος εἶ­ναι ὁ κό­σμος τοῦ φω­τός, τῆς ἁρ­μο­νί­ας, τῆς γα­λή­νης, τῆς λο­γι­κῆς καί τῆς ἠθι­κής τά­ξε­ως. Δι­ο­νυ­σι­α­κός εἶ­ναι ὁ κό­σμος τοῦ ἔρω­τος, τοῦ πά­θους, τῆς ἡδο­νῆς, τῆς ἐκ­στά­σε­ως καί τοῦ γέ­λω­τος. Σέ δι­ά­κρι­ση πρός τήν σχε­τι­κῶς ὑπο­συ­νεί­δη­τη αὐτή θέα, τήν ἀπο­τυ­πω­μέ­νη στήν ἀρ­χα­ϊ­κή καί τίς προ­η­γού­με­νες πε­ρι­ό­δους τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς τέ­χνης τοῦ λό­γου, ἡ κλα­σι­κή πε­ρί­ο­δος χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀπό τή συ­νει­δη­τή θέα τῶν πρα­γμά­των, ἡ ὁποία κο­ρυ­φώ­νε­ται στήν πλα­τω­νι­κή ταύ­τι­ση τῆς γνώ­σε­ως μέ τήν θε­ω­ρία, τήν θέ­α­ση τῆς ἀλή­θει­ας.
Ὁ Πλά­των ὀνο­μά­ζει τούς φι­λο­σό­φους «τῆς ἀλη­θεί­ας φι­λο­θε­ά­μο­νας» (Πο­λι­τεία Δ, 443e-444a), οἱ ὁποῖ­οι ζη­τοῦν νά δοῦν τήν ἀλή­θεια μέ τό «τῆς ψυ­χῆς ὄμμα» (Πο­λι­τεία Ζ, 533d 2)· «μόνῳ γάρ αὐτῷ ἀλή­θεια ὁρᾶ­ται» (Πο­λι­τεία Ζ, 527d-e). Ἡ μο­νά­δα τῆς γνώ­σε­ως εἶ­ναι ἡ Ἰδέα στήν πρω­ταρ­χι­κή, ἑτυ­μο­λο­γι­κή της ση­μα­σία ἀπό τό ἰδεῖν, ὡς ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς λο­γι­κῆς καί νο­η­τῆς θέας τῶν πρα­γμά­των. Ἡ ἀνα­γω­γή στήν Ἰδέα προ­ϋ­πο­θέ­τει κάτι πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπό τήν ἁπλή πα­ρα­τή­ρη­ση: τήν μέ­θε­ξη στό κάλ­λος τοῦ ὁρω­μέ­νου. Οἱ ἀνα­βα­θμοί τῆς γνω­στι­κῆς προ­ό­δου βα­σί­ζον­ται στή δι­α­δο­χι­κή θε­ω­ρία τοῦ κάλ­λους τῶν σω­μά­των, τῶν ἐπι­τη­δευ­μά­των, τῶν νό­μων καί τῶν ἐπι­στη­μῶν, ἡ ὁποία κα­τα­λή­γει στήν θέα τοῦ καθ’ ἑαυ­τό κάλ­λους, τό ὁποῖο εἶ­ναι μο­νο­ει­δές καί αἰ­ώ­νιο, καί ὅπου ὁ φι­λό­σο­φος θά πα­ρα­μεί­νει «τε­τραμ­μέ­νος ἐπί τό πολύ πέ­λα­γος τοῦ κα­λοῦ καί θε­ω­ρῶν» (Συμ­πό­σι­ον, 210a-211c).
Σύμ­φω­να μέ τήν πλα­τω­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη, κάθε ὄν με­τέ­χει «ἀνά τόν λό­γον» στήν Ἰδέα του καί κάθε Ἰδέα εἶ­ναι «ἔκ­γο­νον τοῦ ἀγα­θοῦ» (Πο­λι­τεία ΣΤ, 508b 12-13). Τό ἀγα­θό με­τέ­χε­ται «ἀνα­λό­γως» μέσῳ τῆς θε­ω­ρί­ας τῶν Ἰδε­ών ἤ οὐ­σι­ῶν, γι­α­τί εἶ­ναι αὐτό ἡ αἰ­τία τόσο τῶν οὐ­σι­ών, ὅσο καί τῆς θε­ω­ρί­ας τους. Ὁ νοῦς με­τέ­χει στό ἀγα­θό μέ τρό­πο ἀνά­λο­γο μέ αὐ­τόν πού ἡ ὅρα­ση με­τέ­χει στή θέα τοῦ ἥλι­ου:
«Οἱ ὀφθαλ­μοί, ὅταν πιά κα­νείς δέν τούς κα­τευ­θύ­νει ἐπά­νω σέ πρά­γμα­τα πού τά χρώ­μα­τά τους τά χτυ­πᾶ τό φῶς τῆς ἡμέ­ρας ἀλλά ἡ ἀστρο­φεγ­γιά τῆς νύχ­τας, χά­νουν τήν ξα­στε­ρά­δα τους καί δεί­χνον­ται σχε­δόν τυ­φλοί, ὡσάν νά μήν ὑπῆρ­χε μέσα τους κα­θα­ρή ὄψη. Ὅταν ὅμως τούς κα­τευ­θύ­νει ἐπά­νω σέ πρά­γμα­τα φω­τι­σμέ­να ἀπό ὁλό­λαμ­προν ἥλιο, βλέ­πουν ξε­κά­θα­ρα, καί τά ἴδια αὐτά μά­τια δεί­χνον­ται πώς ἔχουν μέσα τους κα­θα­ρή ὄψη. Ἔτσι συμ­βαί­νει καί μέ τήν ψυχή· ὅταν στη­ρί­ξει τή μα­τιά της ἐκεῖ ὅπου εἶ­ναι ἁπλω­μέ­νη ἡ λάμ­ψη τῆς ἀλή­θει­ας καί τοῦ ὄν­τος, τότε μέ μιᾶς τό ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, τό γνω­ρί­ζει καί δεί­χνε­ται πώς ἔχει νοῦ· ὅταν ὅμως ἡ μα­τιά της πέ­σει ἐπά­νω στήν πε­ρι­ο­χή πού εἶ­ναι ἀνα­κα­τω­μέ­νη μέ τό σκό­τος, στό γεν­νώ­με­νο καί ἀφα­νι­ζό­με­νο, τότε μπλέ­κε­ται σέ δο­ξα­σί­ες καί δεί­χνε­ται μυ­ω­πι­κή, φέρ­νει ἄνω-κάτω τίς δο­ξα­σί­ες καί μοι­ά­ζει μέ ὄν πού δέν ἔχει νοῦ» (Πο­λι­τεία ΣΤ, 508c 4-d9, μτφρ. Κ.Δ. Γε­ωρ­γού­λη).
Στόν Ἀρι­στο­τέ­λη, ἀν­τι­στοί­χως, ἡ γνώ­ση ἀνα­φέ­ρε­ται στό «λο­γι­κῶς θε­ω­ρεῖν» καί «ἐν­νο­εῖν». Ἐν τέ­λει, ἡ θε­ω­ρία εἶ­ναι τό «ἥδι­στον καί ἄρι­στον» τῆς γνώ­σε­ως (Μετά τά φυ­σι­κά Α, 1072b 24), ἀλλά καί ἡ με­τα­φυ­σι­κή της κα­τά­λη­ξη: τό νό­η­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζωῆς ἔγ­κει­ται στήν «τοῦ θεοῦ θε­ω­ρί­αν», «τόν θεόν θε­ρα­πεύ­ειν καί θε­ω­ρεῖν» (Ἠθι­κά Εὐ­δή­μεια 7, 1249b).
Σ’ αὐτό τό ση­μεῖο βρί­σκου­με κά­ποι­ες ἀνα­λο­γί­ες πρός τήν πο­ρεία τῆς σκέ­ψε­ως τῶν θε­ο­πτῶν Πα­τέ­ρων, ἡ ὁποία φλέ­γε­ται ἀπό τήν ἔφε­ση νά εἰσ­δύ­σει στήν «ἐπέ­κει­να πάν­των» πε­ρι­ο­χή τοῦ ἀνε­σπέ­ρου φω­τός. Ὡστό­σο, ὅπως ση­μει­ώ­νει ὁ Κα­θη­γη­τῆς τῆς Φι­λο­σο­φί­ας Βα­σί­λει­ος Τα­τά­κης, «δέν βλέ­πουν βέ­βαια τά ἴδια πρά­γμα­τα. Τόν κό­σμο τῶν ἰδε­ών, καί πάνω ἀπ' αὐ­τόν «τό μέ­γι­στον μά­θη­μα», τήν ἰδέα τοῦ ἀγα­θού, θη­ρεύ­ει ἡ ψυχή τοῦ Πλά­τω­νος. Πρός τό «Ἕν», τό ἀπρό­σι­το καί ὑπε­ρού­σιο φέ­ρε­ται ὁ Πλω­τῖ­νος, μέ τήν ἔκ­στα­σή του. [...] Ὑψη­λός, ἀλλά μᾶλ­λον ἀπρό­σω­πος ὁ λυ­ρι­σμός τοῦ Πλά­τω­νος· ἀπάν­θρω­πα ἀπό­κο­σμο, τό πλω­τι­νι­κό Ἕν εἶ­ναι μόνο «ἐρώ­με­νον», οὐ­δέ­πο­τε «ἐρῶν». Ὁ ἔρως ἐδῶ στήν ὑψη­λό­τε­ρη ἐκ­δή­λω­σή του στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως πρός πρά­γμα, «πρός τό πέ­λα­γος τοῦ κα­λοῦ», πρός τό Ἕν, γι' αὐτό μέ­νει χω­ρίς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὑψη­λός καί τήν ἴδια ὥρα θε­με­λι­ω­μέ­νος ἀπά­νω στήν πηγή τῆς ἀγά­πης, ὁ χρι­στι­α­νι­κός λυ­ρι­σμός πη­γά­ζει ἀπό μιάν ὑψη­λή σύ­ζευ­ξη, ἡ ὁποία θά ἐμ­πνεύ­σει τούς μυ­στι­κούς στήν ἀνα­στρο­φή τους μέ τά θεῖα», καί θά δι­α­πο­τί­σει τήν χρι­στι­α­νι­κή τέ­χνη τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, τό χρυ­σό βά­θος, τήν αἰ­σθη­τι­κή τοῦ φω­τός.
Εἴ­δα­με πόσο εὐ­λο­γη­μέ­νο εἶ­ναι τό φῶς στή δι­δα­σκα­λία καί τή λα­τρεία τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, κα­θώς ἡ πηγή του ταυ­τί­ζε­ται μέ τό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου. Ὅμως ὁ Χρι­στός δέν θά ἦταν τό Φῶς τοῦ κό­σμου, ἄν δέν μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά τό δεῖ πρα­γμα­τι­κά μέ τά μά­τια του, μέ τήν προ­ϋ­πό­θε­ση βέ­βαια ὅτι με­τέ­χει στήν θεία Χάρη. Τό ὅρα­μα τῆς θε­ω­ρί­ας αὐ­τοῦ τοῦ Φω­τός ἀπο­τε­λεῖ τήν ὁλο­κλή­ρω­ση καί τήν ἄμε­ση ἐμ­πει­ρία τῆς θε­ο­γνω­σί­ας.
Αὐτή ἡ ἐμ­πει­ρία τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ ζῶν­τος Θεοῦ, στήν πο­ρεία τους νά δε­χθοῦν τό «ἀκραι­φνέ­στα­τον» φῶς Του καί νά πρα­γμα­τώ­σουν τόν «και­νόν ἄν­θρω­πον», πλη­μυ­ρί­ζει τήν ψυχή τῶν Πα­τέ­ρων κατά τήν μα­κρά πε­ρί­ο­δο τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου. Ἐν­το­πί­ζου­με τήν κυ­ρι­αρ­χι­κή ση­μα­σία τοῦ θεί­ου καί θα­βω­ρεί­ου φω­τός στούς δύο ἁγί­ους θε­με­λι­ω­τές τῆς θε­ο­λο­γί­ας τῆς θε­ο­πτί­ας, Συ­με­ῶ­να τόν Νέο Θε­ο­λό­γο καί Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, καί πρίν ἀπό αὐ­τούς στόν Ἅγιο Μα­κά­ριο τόν Αἰ­γύ­πτιο.
Τό Φῶς αὐτό δέν εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κῆς φύ­σε­ως, ὅπως ἡ ἔλ­λαμ­ψη τοῦ νοῦ. Πολύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν εἶ­ναι ἔνυ­λο. Ἐν τού­τοις, πλη­ροῖ συγ­χρό­νως τόν νοῦ, τήν ψυχή καί τίς αἰ­σθή­σεις, ἀπο­κα­λυ­πτό­με­νο στόν ὅλον ἄν­θρω­πο. Κατά τή δι­άρ­κεια τοῦ θεί­ου φω­τι­σμοῦ καί τῆς «νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς», στήν ὁποία ἐπα­νέρ­χε­ται ὁ ἀσκη­τής, ἡ ὕπαρ­ξή του δέν ἐκμη­δε­νί­ζε­ται, καί ὁ ἴδι­ος δέν ἐκ­στα­σι­ά­ζε­ται, οὔτε νι­ώ­θει πα­ραι­σθή­σεις: «οὐ γάρ ἔκ­φρων γί­νε­ται ὁ θε­ό­λη­πτος» κατά τόν Ἅγιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, ἀλλά ὑπερ­βαί­νον­ται, χω­ρίς νά ἀφα­νί­ζον­ται, οἱ φυ­σι­κές του δυ­να­τό­τη­τες. Χω­ρίς νά ἀπο­χω­ρί­ζε­ται ἀπό τήν σω­μα­τι­κή του ὀν­τό­τη­τα, ὁ ὅλος ἄν­θρω­πος λαμ­πρύ­νε­ται καί γί­νε­ται ἐν­σώ­μα­τος θε­α­τής τῆς ὑπερ­κό­σμι­ας θεί­ας αἴ­γλης. Γρά­φει στά δι­ά­χυ­τα ἀπό φῶς ποι­ή­μα­τά του ὁ Ἅγι­ος Συ­με­ών:
Δίδου μοι βλέπειν τό πρόσωπόν σου, Λόγε,
καί ἀπολαύειν τοῦ ἀπορρήτου κάλλους
καί κατανοεῖν καί τρυφᾶν σου τῆς θέας,
θέας ἀρρήτου, θέας τῆς ἀθεάτου,
θέας τῆς φρικτῆς, ὅμως δίδου μοι λέγειν
τάς ἐνεργείας αὐτῆς, οὐ τήν οὐσίαν.
Ὑπέρ φύσιν γάρ, ὑπέρ ουσίαν πᾶσαν
ἧς ὅλος αὐτός, ὁ Θεός μου καί κτίστης.
Ἡ δέ ἀπαυγή τῆς δόξης σου τῆς θείας
φῶς ἁπλοῦν ἡμῖν, φῶς γλυκύ καθορᾶται,
φῶς ἀποκαλύπτεται, φῶς συνενοῦται
ὅλον, ὡς οἶμαι, ὅλοις ἡμῖν σοῖς δούλοις,
φῶς πνευματικῶς βλεπόμενον μακρόθεν,
φῶς ἐντός ἡμῶν εὑρισκόμενον αἴφνης,
φῶς ὡσεί ὕδωρ βρύον, ὡς πῦρ τε φλέγον
τῆς, ἧσπερ πάντως καθάψεται, καρδίας.
Ἡ λυ­τρω­τι­κή, αἰ­θέ­ρια, καί ἄλ­λο­τε κα­τα­λυ­τι­κή πα­ρου­σία τοῦ φω­τός δι­α­πνέ­ει καί τήν νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποι­η­τι­κή ἔκ­φρα­ση. Ἡ ὑπερ­βα­τι­κή ἐπί­δρα­ση τοῦ φω­τός στήν ὑλι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα κα­τέ­χει ἰδι­αί­τε­ρη θέση στό ποι­η­τι­κό το­πίο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Σο­λω­μοῦ, ὅπως στούς ἀκό­λου­θους στί­χους ἀπό τόν Κρη­τι­κό
Τότε ἀπό φῶς μεσημερνό ἡ νύχτα πλημυρίζει
κι ἡ χτίσις ἔγινε ναός πού ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Πε­ρί­φη­μοι ἔχουν μεί­νει οἱ στί­χοι τοῦ Ἀν­δρέα Κάλ­βου:
Ὁ ἥλιος κυκλοδίωκτος,
ὡς ἀράχνη μ' ἐδίπλωνε
καί μέ φῶς καί μέ θάνατον
ἀκαταπαύστως.
Πλη­θω­ρι­κός στά ἐκ­φρα­στι­κά του μέσα, ὁ Ἄγ­γε­λος Σι­κε­λι­α­νός ἀπο­δί­δει τό θάμ­βος καί τήν ἡλι­ο­χα­ρῆ εὐ­δαι­μο­νία τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ὑπαί­θρου, μέ το­πίο παλ­λό­με­νο μέσα στό φῶς: «Νέα σάρ­κα ντύ­νει σου τά κόκ­κα­λα, / περ­νά­ει σά φῶς», «Καί μοῦ ἐδι­ά­βη τή δι­ά­φω­τη σάρ­κα μου, / πῶς δι­α­βαί­νει ἕνα θά­μνο τ’ ἀγέ­ρι, / πῶς δι­α­βαί­νει τό πέ­λα­ον ἀσά­λευ­το / καί σπα­θί­ζει ὥς τά βύθη ἕν’ ἀστέ­ρι».
Ἀκό­μα καί στήν ποί­η­ση τοῦ Γι­άν­νη Ρίτ­σου τό πο­λι­τι­κό ἰδε­ῶ­δες βρί­σκε­ται στα­θε­ρά προ­σα­να­το­λι­σμέ­νο στό φῶς: «Τό φῶς εἶ­ναι ἡ πα­τρί­δα μας. Δέν εἶ­σαι ἐσύ κι ἐγώ. / Εἴ­μα­στε ἐμεῖς. / Ἐμεῖς καί ἡ πο­λι­τεία μας. / Ἐμεῖς κι ὁ κό­σμος» (Ἀνυ­πό­ταχ­τη πο­λι­τεία). Στή Ρω­μι­ο­σύ­νη του, τό το­πίο εἶ­ναι «μο­νά­χα φῶς», «μέ τόν ἥλιο κα­τά­στη­θα στό πέ­λα­γο πού ἀσβε­στώ­νει τήν ἀν­τι­κρι­νή πλα­γιά τῆς μέ­ρας», ἀλλά καί σέ εἰ­κό­νες ὅπως τῶν σκο­τω­μέ­νων στόν ἥλιο, καί τῆς χα­ρο­κα­μέ­νης μά­νας, «ὥσπου νά βρεῖ τό φῶς τό δρό­μο του στήν ἀνη­φό­ρα τῆς ψυ­χῆς της».
Ἀν­τι­στοί­χως πρός τόν Κάλ­βο, ἀνι­χνεύ­ου­με καί στό ἔργο τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη ποι­η­τι­κές ἐκ­φρά­σεις ὅπως «μέσα στό μαῦ­ρο φῶς», «στή σκο­τει­νή πόρ­τα τοῦ Ἥλι­ου», «ἀπό τοῦ ἥλι­ου τό ἄλλο μέ­ρος τό σκο­τει­νό» καί, τέ­λος, τούς στί­χους τῆς Κί­χλης: «Ἀγ­γε­λι­κό καί μαῦ­ρο, φῶς», «Ἀγ­γε­λι­κή καί μαύ­ρη, μέρα». Σύμ­φω­να μέ τή ρητή μαρ­τυ­ρία τοῦ ποι­η­τῆ, αὐ­τοί οἱ στί­χοι ἐκ­φρά­ζουν μέ ὁμό­λο­γα ποι­η­τι­κά σχή­μα­τα τήν ἡρα­κλεί­τεια σύν­θε­ση τῶν ἀν­τι­θέ­των, ὅπως στά ἀκό­λου­θα δεί­γμα­τα ἀπό τό ἔργο τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου: «ἕνα φῶς πα­νάρ­χαιο σά­βα­νο τυ­λί­γει/ δέ­νον­τας σέ λάμ­ψεις τή μου­σι­κή μου» «Καί χω­ρί­ζου­με σέ φῶς καί σκο­τά­δι τό Ἕνα. / Χω­ρί­ζου­με τόν Ὀδυρ­μό σέ τύ­φλω­ση καί θυ­σία», ὅπως στόν ἐλυ­τι­κό στί­χο «Ὁλό­σω­μοι πάνω στό φῶς καί μαῦ­ροι ἕως θα­νά­του».
Σύ­νο­λη ἡ ποι­η­τι­κή τοῦ Ὀδυσ­σέα Ἐλύ­τη οἰ­κο­δο­μεῖ­ται μέ ἄξο­να τό φῶς καί τήν «ἡλι­α­κή με­τα­φυ­σι­κή», «στό ὄνο­μα τῆς φω­τει­νό­τη­τας καί τῆς δι­α­φά­νει­ας», κατά τούς λό­γους του ποι­η­τή: «Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅταν οἱ και­ροί εἶ­ναι σκο­τει­νοί καί αὐτό πού τοῦ ὑπα­γο­ρεύ­ουν εἶ­ναι μιά ὅσο τό δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη ὁρα­τό­τη­τα. Δέν μιλῶ γιά τή φυ­σι­κή ἱκα­νό­τη­τα νά συλ­λαμ­βά­νει κα­νείς τ’ ἀν­τι­κεί­με­να σ' ὅλες τους τίς λε­πτο­μέ­ρει­ες ἀλλά γιά τή με­τα­φο­ρι­κή, νά κρα­τᾶ τήν οὐ­σία τους καί νά τά ὁδη­γεί σέ μιά κα­θα­ρό­τη­τα τέ­τοια πού νά ὑπο­δη­λώ­νει συ­νά­μα τήν με­τα­φυ­σι­κή τους ση­μα­σι­ο­λο­γία». Καί ἐπί­σης: «Νά γι­α­τί γρά­φω. Γι­α­τί ἡ ποί­η­ση ἀρ­χί­ζει ἀπό κεῖ πού τήν τε­λευ­ταία λέξη δέν τήν ἔχει ὁ θά­να­τος. [...] Ἡ ἀτε­λεύ­τη­τη φορά πρός τό φῶς τό φυ­σι­κό εἶ­ναι ὁ Λό­γος, καί τό φῶς τό Ἄκτι­στον πού εἶ­ναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτό γρά­φω. Γι­α­τί μέ γο­η­τεύ­ει νά ὑπα­κούω σ’ αὐ­τόν πού δέ γνω­ρί­ζω, πού εἶ­ναι ὁ ἑαυ­τός μου ὁλά­κε­ρος, ὄχι ὁ μι­σός πού ἀνε­βο­κα­τε­βαί­νει τούς δρό­μους καί φέ­ρε­ται ἐγ­γε­γραμ­μέ­νος στά μη­τρῶα ἀρ­ρέ­νων τοῦ Δή­μου» (Ἀνοιχ­τά Χαρ­τιά). «Πι­στεύω γι’ αὐτό στίς αἰ­σθή­σεις πού τίς κι­νη­το­ποιώ πρός μιάν ἀδο­κί­μα­στη ἕως σή­με­ρα κα­τεύ­θυν­ση, ἀπο­βλέ­πον­τας σέ μιά Ἐλευ­θε­ρία πού νά εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τη πρός ὅλες τίς Ἐξου­σί­ες καί σέ μιά δι­και­ο­σύ­νη πού νά ταυ­τί­ζε­ται μέ τό ἀπό­λυ­το φῶς» (Ἐν λευ­κῷ)· «τό φῶς, πού γιά νά χυ­θεῖ ἅπλε­τα ἐν­τός µας κα­νέ­νας ἥλι­ος καί κα­µιά κα­τα­χθό­νια µη­χα­νή δέ χρει­ά­ζον­ται, φτά­νει γιά νά µᾶς φέ­ρει µέ σί­γου­ρα βή­µα­τα λίγο πιό κον­τά στήν αἰ­ώ­νια τήν πηγή», «πρός τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα ἑνός τα­πει­νοῦ Πα­ρα­δεί­σου, πού εἶ­ναι ὁ ἀλη­θι­νός μας ἑαυ­τός, τό δί­κιο μας, ἡ ἐλευ­θε­ρία μας, ὁ δεύ­τε­ρος καί πρα­γμα­τι­κός ἠθι­κός μας ἥλι­ος».
Δι­α­νύ­ον­τες τήν πο­ρεία ἀπό τήν πλα­τω­νι­κή ἀλ­λη­γο­ρία τοῦ σπη­λαί­ου στήν ἐν Χρι­στῷ Ἀνα­το­λή τοῦ Φω­τός τῆς Ἁγί­ας καί «ἀρ­χι­φώ­του» Τρι­ά­δος, ἡ ὁποία φω­το­δο­τεῖ τόν κό­σμο, δέν μπο­ροῦ­με νά μήν στα­θοῦ­με στό βι­βλίο τοῦ Ἡσα­ΐα (49, 9), ὅπου ὁ Θεός κα­λεῖ μέ τό στό­μα τοῦ προ­φή­τη τούς δέ­σμι­ους νά βγοῦν στό φῶς. Ἀλλά καί τό σκο­τά­δι τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι σάν με­σημ­βρι­νή σκο­τία («Καί τό σκό­τος σου ὡς με­σημ­βρία»Ἡσ. 58, 10). Ὁ φω­τουρ­γός, ἄδυ­τος καί ἀει­φεγ­γής Ἥλι­ος τῆς δι­και­ο­σύ­νης, ὁ ὁποῖ­ος ἀνέ­τει­λε μέσα ἀπό τό σπή­λαιο τῆς Βη­θλε­έμ, κα­τα­φώ­τι­σε τήν οἰ­κου­μέ­νη καί ἀπό τόν θά­λα­μο τοῦ τά­φου, κα­τα­λύ­ον­τας μέ τίς ἀνέ­σπε­ρες ἀκτῖ­νες του τόν σκο­τει­νό θά­να­το. Με­τα­μόρ­φω­σε τήν κτί­ση κα­θι­στών­τας δυ­να­τή γιά ὅλους τήν οὐ­ρά­νια ὁλο­λαμ­πῆ πο­ρεία. «Αὕτη ἡ σω­τή­ρι­ος νύξ καί φω­ταυ­γής, τῆς λαμ­προ­φό­ρου ἡμέ­ρας τῆς Ἐγέρ­σε­ως οὖσα προ­άγ­γε­λος», γιά ὅσους, ἐνῶ ζοῦν «ἐν τῷ κό­σμῳ», πε­ρι­λάμ­πον­ται ἀπό τήν Σο­φία τοῦ Θεοῦ. Εὔ­χο­μαι ἀπό τά βάθη τῆς καρ­δι­ᾶς μου νά ἀνα­ζη­τή­σε­τε αὐτό τό Φῶς στή ζωή σας καί νά τό κρα­τή­σε­τε μό­νι­μα καί ἀνα­φαί­ρε­τα. Γι­α­τί τό Φῶς αὐτό εἶ­ναι «τό ἀρ­χέ­τυ­πον κάλ­λος, τό ἀλη­θι­νόν καί ἐρα­σμι­ώ­τα­τον», Φῶς τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος καί ἐκ τοῦ Ζω­ο­δό­χου Τά­φου Ἀνα­στάν­τος Λό­γου τοῦ Θεοῦ, ἡ λαμ­πρό­τη­τα καί ἡ δόξα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Ποτέ νά μή χορταίνεις ἐπικαλούμενος τόν Ἰησοῦ!

   Με άλλο τρόπο δεν μπορεί ο άνθρωπος να φυλάξει την πρώτη και μεγάλη εντολή, δηλαδή το «να αγαπήσεις Κύριον τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη τη ψυχή σου και με όλη τη δύναμή σου και με όλη τη διάνοιά σου», καθώς μας προστάξει ο Κύριος (Λουκ. 3, 27), παρά με το μέσον της νοεράς προσευχής.
 Νοερά και καρδιακή προσευχή, κατά τους Αγίους Πατέρες που ονομάζονται Νηπτικοί, είναι κυρίως το να συμμαζεύει ο άνθρωπος το νου του μέσα στην καρδιά του, και χωρίς να λαλεί με το στόμα, αλλά μόνο με τον «ενδιάθετο λόγο», ο οποίος λαλείται μέσα στην καρδιά, να λέγει τη σύντομη αυτή και μονολόγιστη προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», κρατώντας και λίγο την αναπνοή.
Έτσι μέσα στα ίδια τα βάθη της καρδιάς του επικαλείται το πανάγιο όνομα του Κυρίου, ζητεί με επιμονή το έλεός Του προσέχοντας αποκλειστικά και μόνο στα λόγια της προσευχής και τίποτε άλλο δεν δέχεται ούτε από μέσα ούτε απ’ έξω, διατηρώντας τη διάνοιά του εντελώς ασχημάτιστη, χωρίς καμία εικόνα. Την δε αφορμή και το περιεχόμενο αυτής της εργασίας την πήραν όσοι ασχολούνται μ’ αυτήν από την ίδια τη διδασκαλία του Κυρίου, ο οποίος σε κάποιο σημείο λέγει: «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21), και σε κάποιο άλλο: «Υποκριτή, καθάρισε πρώτα το εσωτερικό του ποτηριού και του πίατου, για να γίνει και το εξωτερικό καθαρό» (Ματθ. 23, 26).
Και ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Εφεσίους: «γι’ αυτό γονατίζω, μπροστά στον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρακαλώ να ενισχύει πλουσιοπάροχα και δυναμικά με το Πνεύμα του, τον εσωτερικό σας άνθρωπο, να κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές σας με την πίστη» (Εφεσ. 3, 14).
Τί σαφέστερο θα μπορούσε να υπάρχει από αυτή τη μαρτυρία; Ότι τούτο είναι απαραίτητο, το διδάσκει το Πνεύμα το Άγιο σε κάθε ευσεβή και σε μύριες όσες άλλες σελίδες της Νέας Γραφής, όπως μπορούν να διαπιστώσουν όσοι τις ερευνούν προσεκτικά.
Από αυτή την πνευματική και επιστημονική εργασία, όταν συνοδεύεται από την όσο το δυνατόν ακριβέστερη πραγματοποίηση των αρετών, από την θέρμη που δημιουργείται στη καρδιά και από την πνευματική ενέργεια που ακολουθεί την επίκληση του Παναγίου ονόματος, καταστρέφονται τα πάθη ο νους και η καρδιά σιγά-σιγά καθαρίζονται και ενώνονται μεταξύ τους, όποτε οι σωστικές εντολές κατορθώνονται ευκολότερα… Και για να ειπώ με συντομία, με αυτόν τον τρόπο μπορούμε γρηγορότερα να επανέλθουμε στην τελεία χάρη του Πνεύματος που μας δόθηκε στην αρχή, η οποία υπάρχει μέσα μας, άλλα σαν την σπίθα που κρύβεται στη στάχτη έχει καταχωθεί κι αυτή μέσα στα πάθη, και να την δούμε να λάμπει δυνατά και να φωτίζει το νου μας και στη συνέχεια να τελειωθούμε και να θεοθούμε με τον κατάλληλο τρόπο.
Εάν δε κάποτε μερικοί ξέφυγαν λίγο, τί το θαυμαστό; Αυτό το έπαθαν τις περισσότερες φορές από οίηση, όπως λέγει ο Σιναΐτης Γρηγόριος. Εγώ νομίζω ότι το κύριο αίτιο της παρεκτροπής τους είναι το ότι δεν ακολούθησαν με ακρίβεια τη διδασκαλία των Πατέρων για την εργασία αύτη· δεν ευθύνεται η ίδια η εργασία, για όνομα του Θεού.
Επειδή αυτή είναι αγία και με αυτήν παρακαλούμε να απαλλαγούμε από όλη την πλάνη· επειδή και η εντολή του Θεού η οποία οδηγεί στη ζωή, όπως λέει ο Παύλος, «βρέθηκε να κοστίσει σε μερικούς τον θάνατο, αυτό όμως δεν έγινε εξαιτίας της εντολής. Και πώς να γίνει, αφού αυτή είναι αγία και δίκαιη και αληθινή;» (Ρωμ. 7, 10-12). Αλλά έγινε εξαιτίας της μοχθηρίας εκείνων που την έπραξαν κάτω από την κυριαρχία της αμαρτίας. Τί λοιπόν να κάνουμε; Να καταδικάσουμε τη θεία εντολή για την αμαρτία μερικών; Και να παραμελήσουμε μία τέτοια σωτηριώδη εργασία εξαιτίας της παρεκκλίσεως μερικών; Με κανένα τρόπο. Ούτε εκείνη, ούτε αυτή. Αλλά μάλλον έχοντας θάρρος σ’ Εκείνον που είπε «Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6) με πολλή ταπεινοφροσύνη και πενθική διάθεση ας επιχειρήσουμε το έργο. Γιατί όταν κάποιος είναι απαλλαγμένος από την οίηση και την ανθρωπαρέσκεια, ακόμη κι αν ολόκληρη η στρατιά των δαιμόνων συγκρουστεί μαζί του, ούτε να τον πλησιάσει δεν θα μπορέσει, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων.
Ο Ιησούς ας είναι το γλυκό μελέτημα της καρδίας σου· ο Ιησούς ας είναι το εντρύφημα της γλώσσας σου· ο Ιησούς ας είναι η αναπνοή σου· και ποτέ να μη χορταίνεις επικαλούμενος τον Ιησού. Διότι από αυτή τη συνεχή και γλυκύτατη μνήμη του Ιησού θα φυτευτούν, θα αυξηθούν και θα γίνουν μεγάλα δένδρα στη καρδιά σου οι τρεις μεγάλες εκείνες και θεολογικές αρετές: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Η ψυχή η οποία αγαπά τον Ιησού, επειδή ο Ιησούς είναι στους ουρανούς και δεν είναι ορατός, ώστε να τον βλέπει και να τον απολαμβάνει, με άλλο τρόπο δεν μπορεί να παρηγορεί την αγάπη της προς Αυτόν παρεκτός με την συνεχή ενθύμηση του αγίου Του ονόματος, με το να βοά πάντοτε με αγάπη και δάκρυα και πόνο καρδιάς: Ιησού μου, Ιησού μου αγαπημένε!
πηγή: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη, «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος
 http://agiosmgefiras.blogspot.gr/2014/06/blog-post_6051.html