Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Χριστιανισμὸς καὶ Παλαιὰ Διαθήκηπ. Γεώργιου Μεταλληνού


π. Γεώργιου Μεταλληνού


Οἱ ἀρχαιολάτρες τῆς ἐποχῆς μας καὶ ταυτόχρονα, συνεχιστὲς τοῦ τεμαχισμοῦ τῆς ἱστορικῆς μας σάρκας - καὶ γι᾿ αὐτὸ (ἀκούσιοι ἴσως) ὑπονομευτὲς τῆς ἑλληνικῆς συνοχῆς καὶ συνέχειας - καὶ ὅταν δὲν ἀπορρίπτουν τὸ Χριστιανισμὸ (Ὀρθοδοξία), πολεμοῦν ἀδυσώπητα τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Κατεχόμενοι ἀπὸ ἕνα ἄκρατο ἀντισημιτισμό, βλέπουν τὴν Π.Δ. ὡς Ἰουδαϊκὸ στοιχεῖο καὶ τὸ ἀπορρίπτουν «ἄνευ ἐτέρου». Πρέπει δὲ νὰ λεχθεῖ ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος Ἕλληνας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντισημίτης, ὅπως δὲν εἶναι ἀντιβρεττανός, ἀντιαμερικανός, ἀντιρῶσσος, κ.ο.κ. τὰ κριτήρια τοῦ Ὀρθόδοξου Ἕλληνος εἶναι πνευματικὰ καὶ ὄχι φυλετικὰ ἢ πολιτικά. Ἔτσι, ὅταν ὁ Ἱ. Χρυσόστομος γράφει τοὺς «κατὰ Ἰουδαίων» Λόγους του, δὲν ἐνεργεῖ ὡς ἀντισημίτης, ἀλλὰ ἐλέγχει τὰ ἀτοπήματα τοῦ Ἑβραϊσμοῦ καὶ τὴν συνήθως ἐπιθετική του στάση ἔναντι τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὴ τὴν στάσῃ ἐνσαρκώνει μέχρι σήμερα τὸ πνεῦμα τοῦ (συνεχιζόμενου) φαρισαϊσμοῦ, ποὺ ἐδίωξε - καὶ διώκει - τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους του ὡς Διεθνὴς Σιωνισμός.
Ἤδη δὲ στὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι φανερὴ ἡ ὁριστικὴ διαφοροποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὸν φαρισαϊκὸ Ἰουδαϊσμὸ (Σιωνισμό), ὁ ὁποῖος παρερμηνεύοντας τὸ περὶ Μεσσίου παλαιοδιαθηκικὸ κήρυγμα, ἀπέρριψε - καὶ ἀπορρίπτει - τὸν ἀληθινὸ Μεσσία - Χριστό, μέσα στὶς καθαρὰ φυλετικές, ἐθνικιστικὲς καὶ κοσμοκρατορικὲς πεποιθήσεις τῶν φορέων του. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο, ὅτι ἤδη ὁ Χριστὸς διαφοροποιεῖ - διακρίνει τὸ Μεσσιανικὸ κήρυγμα τῶν Ἁγίων τῆς πρὸ τῆς Σαρκώσεώς Του ἐποχῆς ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του Ἰουδαίους καὶ τὶς πεποιθήσεις τους. π.χ. στὸ Ἰω. 5, 45-46, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους - ὄργανα τοῦ Φαρισαϊσμοῦ - λέγει: «Μὴ δοκεῖτε, ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν Πατέρα. Ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωϋσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε. Εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν». Ἀπορρίπτοντας τὸν Χριστὸ οἱ Ἑβραῖοι ἀπορρίπτουν τὸ Μωϋσῇ, μὴ ἔχοντες πλέον πνευματικὴ σχέση μαζί του. Στὸ Ἰω. 8, 39 ε. Λέγει ὁ Χριστὸς πάλι: «Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἐστὲ τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ποιεῖτε· ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ἔργα τοῦ πατρὸς ὑμῶν . . . ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστὲ καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν». Ὁ Χριστός, δηλαδή, ἀρνεῖται στοὺς διῶκτες Του Ἰουδαίους κάθε σχέση μὲ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς λοιποὺς ἁγίους προπάτορές τους. Καὶ αὐτὸ ἦταν κάτι, ποὺ δὲν τοῦ συγχώρησαν ποτὲ οἱ φαρισαΐζοντες Ἑβραῖοι.
Ἐξ ἴσου ὅμως, διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὸν κατὰ σάρκα συγγενῆ τους Ἰουδαϊσμό, οἱ Ἀπόστολοι (Ἰωάννης, Παῦλος κ.λ.π.). Ὁ διάκονος Στέφανος, μάλιστα, εἶναι καταπέλτης στὴν ἀπολογία του πρὸ τοῦ ἑβραϊκοῦ Συνεδρίου (Πράξ. 7, 51 ε.) «Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι ταῖς καρδίαις καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. Τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν». Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἐκπληκτικός. Ὁ Στέφανος διακρίνει τοὺς προφῆτες ἀπὸ τοὺς (Ἑβραίους ἐπίσης) φονευτές τους! Οἱ μὲν Προφῆτες εἶναι οἱ ἐν Χριστῷ προπάτορες ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν (πνευματικοὶ δηλαδὴ - καὶ ὄχι φυλετικοὶ - πρόγονοι), οἱ δὲ φονευταὶ τῶν προφητῶν εἶναι προπάτορες (φυλετικοὶ καὶ πνευματικοί) τῶν φαρισαϊζόντων - σιωνιστῶν. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Στεφάνου εἶναι τὸ ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ κατανοήσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν εἶναι ἑβραϊκὴ ὑπόθεση, ὅπως θὰ δοῦμε ἀναλυτικότερα στὴ συνέχεια. Ἡ Π.Δ. περιέχει τὴν πορεία τῆς φανερώσεως τῆς «Θείας Οἰκονομίας», τοῦ ἐκτυλισσόμενου σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κτίσεως. Ὅ, τι ἀναφέρεται σὲ αὐτὸ τὸ θέμα στὴν Π.Δ. εἶναι δεκτὸ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, ὡς χριστιανικὸ καὶ σωτήριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Δικαίων (Ἁγίων) τῆς πρὸ τῆς σαρκώσεως ἐποχῆς. Οἱ Δίκαιοι τῆς Π.Δ. διασῴζουν τὴν μέθοδο σωτηρίας, τὸν τρόπο δηλαδὴ ζητήσεως καὶ μετοχῆς στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τιμῶνται ὡς χριστιανοὶ πρὸ Χριστοῦ, ποὺ ἔφθασαν στὴ θέωση, ὅπως οἱ Ἅγιοί της Καινῆς Διαθήκης (βλ. Ἡσ. 6, 1 ε.). Μόνο ποὺ ἡ θέωσή τους ἦταν προσωρινή, διότι ἔλειπε ὁ «τόπος» συνάξεως ὅλων. Καὶ ὁ «τόπος» αὐτὸς εἶναι ἡ ἀνθρωπότητα (ἀνθρώπινη φύση) τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν σάρκωσῃ τοῦ Χριστοῦ εἰσέρχεται ὁ «τόπος» αὐτὸς στὴν ἱστορία. Γι᾿ αὐτὸ ἦταν ἀναγκαία ἡ Σάρκωση. Ὁ «ἀσάρκως» παρὼν στὸν κόσμο Χριστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας - δημιουργίας, προσλαμβάνει ἀνθρώπινη σάρκα «δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». Ἡ σχέση μὲ τὸ Χριστὸ πρὸ καὶ μετὰ τὴν Σάρκωση δὲν εἶναι διανοητικὴ (ἐπιστημονική), ὅπως πιστεύουν οἱ νεοειδωλολάτρες, ἀλλὰ ἐμπειρική, ὑπαρξιακή. Τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ἐπιτεύγματα εἶναι ἐδῶ ἀδιάφορα.
Στὴν Π.Δ., ἄλλωστε, δὲν ἀνήκουν μόνον Ἑβραῖοι, ἀλλὰ καὶ μὴ Ἑβραῖοι, ὅπως ὁ Ἰώβ, ἢ ἡ «ἀλλόφυλος» Ῥούθ, ἡ Μωαβίτισσα. Ὁ πρώην Πλατωνικὸς φιλόσοφος καὶ μετὰ χριστιανὸς μάρτυς Ἰουστίνος (β´ αἰ. μ.Χ.) θὰ διακηρύξει: «Οἱ μετὰ Λόγου βιώσαντες Χριστιανοὶ εἰσὶ κἂν ἄθεοι ἐνομίσθησαν, οἶον ἐν Ἕλλησι μὲν Σωκράτης καὶ Ἡράκλειτος καὶ οἱ ὅμοιοι αὐτοῖς, ἐν βαρβάροις δὲ Ἀβραὰμ καὶ Ἀνανίας καὶ Ἀζαρίας καὶ Μισαὴλ καὶ Ἠλίας καὶ ἄλλοι πολλοί». (Ἀπολογία Α´ 46, 2). Στὸ θέμα τῆς σωτηρίας, ὡς χριστιανούς, μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ Ἅγιοι καὶ ἡ ἐν Χριστῷ ἐμπειρία τους καὶ ὄχι οἱ ἐπιστήμονες, διανοούμενοι ἢ σοφοὶ τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ πρόβλημα λύνει ὁ Ἀπ. Παῦλος, δεινὸς ἑλληνιστὴς καὶ διανοούμενος καὶ αὐτός, στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους, ἀποτεινόμενος πρὸς Ἕλληνες, στὴν πρωτεύουσα τοῦ τότε Ἑλληνισμοῦ, τὴν Κόρινθο: «ὁ λόγος ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστὶ τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν (= τοῖς χριστιανοίς) δύναμις Θεοῦ ἐστὶν . . . Ἐπειδὴ γὰρ [...] οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σώσαι τοὺς πιστεύοντας» (Α´ Κορ. 1, 18-21).
Ἡ Π.Δ. ὡς βιβλίο ποὺ περιέχει τὴν προσδοκία τοῦ Λυτρωτοῦ καὶ ὅλη τὴν σχετικὴ προετοιμασία, εἶναι βιβλίο τῶν χριστιανῶν καὶ ὄχι τῶν ἀπορριψάντων τὸν Μεσσία - Χριστὸν Ἑβραίων. Ὁ Ἀπ. Παῦλος, Ἑβραῖος κατὰ σάρκα, ἀλλὰ ὄχι κατὰ πνεῦμα, δηλώνει ὅτι οἱ «ἄρχοντες» τῶν Ἑβραίων (γιὰ «ἐπισήμους Ἐβραίους» θὰ ὁμιλεῖ τὸν 19ο αἰ. καὶ ὁ Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος, ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ Ἑλληνικὸ κράτος) δὲν παραδέχθηκαν (ἀποδέχθηκαν) τὴν σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ. Διότι, ἂν τὴν εἶχαν ἀποδεχθεῖ, «οὐκ ἂν τὸν Κύριόν της δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. 2, 7-9) «Κύριος τῆς δόξης» (τοῦ ἀκτίστου φωτός) στὴν Π.Δ. εἶναι ὁ Μεσσίας Χριστός.
Ἡ Π.Δ. στὴν οὐσία εἶναι ἡ σωτηριολογικὴ (λυτρωτική) ἐμπειρία τῶν Δικαίων τῆς πρὸ τῆς Σαρκώσεως περιόδου τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως - σωτηρίας, ὅμως, λαμβάνει, σὲ κάθε ἐποχή, χώρα μέσα σὲ κάποιο ἱστορικὸ καὶ πολιτισμικὸ πλαίσιο. Ἐπειδὴ οἱ σημαντικότεροι καὶ περισσότεροι ἐνσαρκωτὲς αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας ὑπῆρξαν Ἑβραῖοι, γι᾿ αὐτὸ τὸ ἱστορικοπολιτισμικὸ πλαίσιο τῆς Π.Δ. εἶναι τὸ ἑβραϊκό.
Τὸ ἱστορικοπολιτισμικὸ πλαίσιο εἶναι ὅλως δευτερεῦον καὶ εὔκολα ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὴν πίστη. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ ἑλληνιστικὸ - ρωμαϊκὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῆς Κ. Διαθήκης. Τὰ δυὸ αὐτὰ πλαίσια τεκμηριώνουν τὴν ἱστορικότητα τῶν εριγραφομένων στὴν Ἁγία Γραφή. Μπορεῖ, συνεπῶς, οἱ Ἑβραῖοι νὰ καυχῶνται γιὰ τὸ γεγονός, ὅτι στὸ χῶρο τους, ἱστορικά, πραγματοποιήθησαν τὰ θαυμάσια του Θεοῦ στὴν Π.Δ. αὐτοὶ ὅμως εἶναι τελείως ξένοι πρὸς αὐτά, ἀφοῦ τὰ ἀπέρριψαν. Τὸ πλαίσιο εἶναι δικό τους, ἀλλὰ τὰ πράγματα ξένα πρὸς αὐτοὺς καὶ ἡμῶν τῶν χριστιανῶν. Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς καὶ γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες, σχετικά με τὴν στάσῃ μας ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πλαίσιο τῆς Κ.Δ. μᾶς ἀνήκει. Ἂν ἀπορρίπτουμε, ὅμως τὸν Χριστό, τότε εἴμαστε ξένοι πρὸς τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. «Περιούσιος λαός» τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τώρα ΟΛΟΙ οἱ Ἑβραῖοι, ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ δέχθηκαν τὸ περὶ Μεσσίου κήρυγμα τῶν Δικαίων τῆς Π.Δ., ποῦ ὁδηγεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Σὲ αὐτὸν τὸν «περιούσιο λαὸ» ἀνήκουν ὅλοι οἱ π. Χ. ἄνθρωποι, ποὺ ἔζησαν μὲ τὴν προσδοκία τοῦ Λυτρωτοῦ (πρβλ. Γεν. 49, 10: «καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν»), ὅπως εἶπε παραπάνω ὁ Ἰουστίνος. «Ἐν Χριστῷ», στὴ σχέση, δηλαδὴ ἑνότητα, μὲ τὸ Χριστό, διαμορφώθηκε ἱστορικὰ τὸ «ἔθνος ἅγιον», ποὺ δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ Ἕλληνες μόνον ἢ Ἰουδαίους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, καταγωγῆς, αἵματος κλπ.
Ἄρα ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Π.Δ., σχέση μὲ τὴν σωτηρίᾳ μας ἔχει τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν (μὲ πολὺ ἀντιιουδαϊκὸ μάλιστα πνεῦμα...) καὶ γενικὰ τῶν Δικαίων. Τὰ κριτήρια εἶναι πνευματικὰ καὶ ὄχι φυλετικά. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἅγιοί της πίστεώς μας οἱ 7 Μακκαβαῖοι παῖδες, ἡ μητέρα τους Ἁγία Σολωμονή) καὶ ὁ πνευματικός τους πατέρας Ἐλεάζαρος καὶ τοὺς τιμοῦμε τὴν 1η Αὐγούστου, διότι ὁμολόγησαν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μας καὶ ὄχι ὅτι ἦσαν Ἑβραῖοι. Ὅπως ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, μολονότι Ῥῶσος, ὡς ἅγιος τιμᾶται ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ἢ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος κλπ. Αὐτὰ εἶναι τὰ κριτήριά μας. Ἄλλη ἡ τιμή, ποὺ ἀποδίδουμε στοὺς ἐνδόξους κατὰ σάρκα προγόνους μας ἢ τοὺς σοφούς μας καὶ ἄλλη ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς «ἠγουμένους» τῆς Πίστεώς μας, πνευματικοὺς ὁδηγούς μας καὶ «προπάτορές» μας στὴν Πίστη.
Μὴν ξεχνᾶμε ὅμως καὶ κάτι ἄλλο, ἐξίσου σημαντικό. Μὲ τὴν Μετάφραση τῶν Ο´ (Ἀλεξάνδρεια, 3ος - 2ος π.Χ. αἰ.) ἡ Π.Δ. «ἑλληνοποιεῖται». Ὑπάρχουν δὲ καὶ βιβλία παλαιοδιαθηκικὰ ἢ τμήματα βιβλίων γραμμένα πρωτοτύπως ἑλληνιστί, ὅπως π.χ. ἡ «Σοφία Σολομῶντος», μὲ σαφεῖς ἐπιρροὲς πλατωνικές, ὅπως ἀπέδειξε ὁ σοφὸς ἑβραιολόγος δάσκαλός μου, ἀείμνηστος Βασ. Βέλλας (+1970). Οἱ συγγραφεῖς τῆς Κ.Δ. ἐξ ἄλλου, παραπέμπουν στὴ μετάφραση τῶν Ο´ καὶ ὄχι στὴν ἑβραϊκὴ Π. Διαθήκη.
Ἡ Π.Δ. τῶν Ο´ περιέχει 49 βιβλία - κείμενα, ἐνῷ ἡ ἑβραϊκὴ 36. Ἡ μετάφραση τῶν Ο´ μπορεῖ νὰ ἔγινε γιὰ χάρη τῶν Ἰουδαίων τῆς διασπορᾶς ποὺ ἀπέμαθαν τὰ ἑβραϊκὰ - ἀραμαϊκά, μὲ τὴν χρήσῃ της, ὅμως, στὴν Κ.Δ. καὶ τὴν πατερική μας παράδοση εἶναι πλέον «ἑλληνικὴ» ὑπόθεση καὶ θὰ πρέπει νὰ εἴμεθᾳ ὑπερήφανοι γι᾿ αὐτό. Καὶ ἀπὸ πλευρᾶς γλώσσης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἑρμηνευτικῆς, δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τοὺς Ἰουδαίους - Ἰσραηλῖτες, ἀλλὰ μὲ μᾶς τοὺς χριστιανούς.
Ἂς μὴν ἐρεθίζονται λοιπόν, οἱ φανατικοὶ ἀρχαιολάτρες. Βέβαια ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀναφερόμεθα σὲ πνευματικοὺς προπάτοράς μας, ποὺ εἶναι κυρίως, Ἑβραῖοι (κατὰ σάρκα, ὄχι κατὰ πνεῦμα ὅμως). Ἡ θεολογία μας ὅμως, ὡς ὑπόθεση σωτηρίας, θεώσεως καὶ ὄχι διανοητικῆς ἀναπτύξεως καὶ καλλιέργειας, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν Δικαίων, ποῦ προετοίμασαν τὴν ἀνθρωπότητα νὰ δεχθεῖ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία; Γι᾿ αὐτὸ εἶναι προπάτορές μας, «παιδαγωγοὶ εἰς Χριστόν» καὶ πνευματικοὶ πατέρες μας. Εἶναι λάθος ἐξ ἄλλου, νὰ νομίζει κάποιος, λόγω λόγω παχυλῆς ἄγνοιας (ἢ κακίας), ὅτι ἡ Π.Δ. πρέπει νὰ κριθεῖ ἠθικολογικά. Ἠθικὰ καὶ ἀνήθικα βρίσκονται παντοῦ... Τὸ πνεῦμα τῆς Π.Δ. χριστιανικὰ εἶναι ὅτι μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν δυσοσμία ἀναδύεται τὸ «ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας», ὁ Σωτῆρας - Χριστὸς (βλ. τὸν γενεαλογικὸ κατάλογο τοῦ Ματθαίου, (κεφ.1). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι δικό μας. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τὰ καταλάβουν αὐτὰ προκατειλημμένοι καὶ ἀγράμματοι ὡς πρὸς αὐτά, νεοειδωλολάτρες... Σ᾿ ἕνα, ὅμως, μᾶς βοηθοῦν. Πρέπει νὰ καταλάβουμε ἐπιτέλους, ὅτι δὲν πρέπει - σήμερα - ν᾿ ἀφιερώνουμε τόσες σελίδες στὰ σχολικά μας βιβλία γιὰ τὴν ἑβραϊκὴ ἱστορία, νὰ μένουμε στὸ μεσσιανικὸ κήρυγμά της καὶ στὴν πνευματικὴ παράδοση τῶν προφητῶν, ποὺ ὅπως ἐλέχθη, εἶναι σαφῶς ἀντιεβραϊκῆ καὶ ἀντιφαρισαϊκή. Ἀκούγοντας πάντως ζωντανὰ τὸν συνθέτη κ. Μαρκόπουλο, διαπίστωσα ὅτι ἔπεσε θῦμα τῶν ἀντισημιτῶν, πού, ὅπως μέσα ἀπὸ τὴν μασονία καταξιώνουν τὸν σιωνισμὸ πανηγυρικώτατα. Ἀλλὰ γι᾿ αὐτό, ἄλλη φορά...

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Η ερμηνεία της εικόνας της Ανάστασης

   
Η εικόνα της Αναστάσεως στην ορθόδοξη Εκκλησία έχει δύο τύπους:

Ο ένας είναι η κάθοδος του Χριστού στον Άδη, ο δεύτερος εικονογραφικός τύπος είναι εκείνος που εικονίζει άλλοτε τον Πέτρο και τον Ιωάννη στο κενό Μνημείο και άλλοτε τον άγγελο που «επί τον λίθο καθήμενος» εμφανίστηκε στις Μυροφόρες.

Αργότερα η εικόνα της Αναστάσεως του τύπου αυτού πλουτίστηκε με τις σκηνές της εμφάνισης του Χριστού στη Μαρία Μαγδαληνή (το «Μη μου άπτου») και στις δύο Μαρίες (το «Χαίρε των Μυροφόρων»).

Ο Λεωνίδας Ουσπένσκη γράφει σχετικά:


«Οι δύο αυτές συνθέσεις χρησιμοποιούνται στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως εικόνες της Αναστάσεως. Στην παραδοσιακή ορθόδοξη αγιογραφία η πραγματική στιγμή της Ανάστασης του Χριστού ουδέποτε απεικονίστηκε. Τόσο τα Ευαγγέλια, όσο και η Παράδοση της Εκκλησίας, σιγούν για τη στιγμή αυτή και δε λένε πως ο Χριστός αναστήθηκε, πράγμα που δεν κάνουν για την Έγερση του Λαζάρου. Ούτε η εικόνα δείχνει αυτό.

»Η σιγή αυτή εκφράζει καθαρά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο γεγονότων. Η Έγερση του Λαζάρου ήταν ένα θαύμα, το οποίο μπορούσαν όλοι να κατανοήσουν, ενώ η Ανάσταση του Χριστού ήταν απρόσιτη σε οποιαδήποτε αντίληψη... Ο ανεξιχνίαστος χαρακτήρας του γεγονότος αυτού για τον ανθρώπινο νου και συνεπώς το αδύνατο της απεικόνισής του είναι ο λόγος που απουσιάζουν εικόνες αυτής ταύτης της Αναστάσεως. Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού – την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού».

Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο και την εμφάνισή του στους μαθητές μετά την Ανάσταση («Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου». «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου»).

Εκτός από τους παραπάνω δύο τύπους της Αναστάσεως, συναντάμε στους ναούς μας κι άλλο τύπο: αυτόν που δείχνει το Χριστό γυμνό, μ’ ένα μανδύα ριγμένο, πάνω του να βγαίνει από τον Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Η εικόνα αυτή δεν είναι ορθόδοξη, αλλά δυτική.Επικράτησε στην Ανατολή, όταν η ορθόδοξη αγιογραφία αποκόπηκε από τις ρίζες της, τη βυζαντινή παράδοση, λόγω της επικράτησης της ζωγραφικής της Αναγέννησης. Υποστηρίχθηκε πως «η μεγάλη προτίμηση για την δυτικότροπη απόδοση της Αναστάσεως οφείλεται, μεταξύ των άλλων, και στην επίδραση των προσκυνητών των Αγίων Τόπων, γιατί πάνω από την είσοδο του Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εικόνα της Αναστάσεως, που, αντιγραφόμενη στα διάφορα ενθύμια των προσκυνητών, έγινε υπόδειγμα για πολλούς ζωγράφους. Ώστε μπορούμε να πούμε πως, ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος, διαδόθηκε τόσο από τη δυτική τέχνη, όσο και απ’ τους Αγίους Τόπους» (Εικόνες της κρητικής τέχνης... σ. 357).

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε και θα αναλύσουμε την εικόνα της Αναστάσεως, που λέγεται και «Η εις Άδου Κάθοδος, γιατί είναι η γνήσια εικών της Αναστάσεως, ην παρέδωσαν ημίν οι παλαιοί αγιογράφοι, σύμφωνος με την υμνωδίαν της Εκκλησίας μας. Εκφράζει δε δια της ζωγραφικής όσα ιερά και συμβολικά νοήματα εκφράζει ιδία το πασίγνωστον και υπό πάντων ψαλλόμενον, από παίδων έως γερόντων, τροπάριον, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

Περιγραφή της εικόνας

Στη βάση της εικόνας ανάμεσα σε απότομους βράχους, ανοίγεται μια σκοτεινή άβυσσος. Διακρίνουμε τις μαρμάρινες σαρκοφάγους, τις πύλες της κολάσεως με τις σκόρπιες κλειδαριές, καρφιά και κλείθρα, καθώς και τις μορφές του σατανά και του Άδη με τα φοβισμένα πρόσωπα και τα γυάλινα μάτια. Είναι τα «κατώτατα της γης», «τα ταμεία του Άδου», όπου κατέβηκε ο Κύριος για να κηρύξει τη σωτηρία «τοις απ’ αιώνος εκεί καθεύδουσι».

Πάνω από το σπήλαιο, στο κέντρο της εικόνας, προβάλλει ο νικητής του θανάτου, ο Χριστός. Ο φωτοστέφανος της κεφαλής του, τα χρυσοκόκκινα ιμάτιά του που ακτινοβολούν, και η θριαμβευτική όψη του προσώπου του εναρμονίζονται πλήρως με το δίστιχο της πασχαλινής ακολουθίας:

Χριστός κατελθών προς πάλην άδου μόνος,
Λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα (=λάφυρα).

Ο Χριστός επιστρέφει τροπαιούχος από τη μάχη του με τον άδη κρατώντας τα πρώτα λάφυρα της νίκης. Είναι ο Αδάμ που τον κρατάει από το χέρι, ενώ εκείνος γονατιστός τον κοιτάζει ευχαριστιακά. Πίσω του η Εύα με κατακόκκινο μαφόριο και κοντά της οι δίκαιοι, που περίμεναν με πίστη την έλευση του Λυτρωτή. Ανάμεσά τους ο Άβελ που πρώτος γεύτηκε τον θάνατο. Στην αριστερή πλευρά εικονίζονται οι βασιλείς και οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσής, Πρόδρομος κ.ά. Όλοι αυτοί αναγνώρισαν το Λυτρωτή όταν κατέβηκε στον άδη και προετοίμασαν το κήρυγμά του, ώστε να βρει ανταπόκριση στις ψυχές των κεκοιμημένων.

Σε μερικές εικόνες η παράσταση του τροπαιούχου Κυρίου είναι πιο εκφραστική, γιατί σ’ αυτές ο Κύριος κρατάει στο χέρι του το ζωηφόρο Σταυρό, της ευσεβείας το «αήττητον τρόπαιον», με τον οποίο καταργήθηκε η δύναμη και το κράτος του θανάτου.

Αλλού έχουμε στο επάνω μέρος της εικόνας δύο αγγέλους που κρατούν στα χέρια τους τα σύμβολα του Πάθους και στο σπήλαιο το θάνατο να παριστάνεται με γέροντα αλυσοδεμένο. Είναι δεμένος από τους αγγέλους με τα ίδια δεσμά, με τα οποία είχε δέσμιο και υποχείριο το γένος των ανθρώπων.

Την παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι με επίπεδους εξώστες και οι επιγραφές:

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
ΙΣ ΧΣ

Ωραία παρατηρήθηκε, πως «η σύνθεση της εικόνας είναι βαθιά μελετημένη, ακόμα και στις μικρότερες λεπτομέρειές της. Όλα, από το σχήμα των βράχων στο δεύτερο επίπεδο ως και τις αναλογίες των χρωμάτων, περιέχουν ένα βαθύτερο νόημα και υπακούουν σ’ ένα γενικό σχέδιο. Η εικαστική απεικόνιση του απόκρυφου κειμένου αποκτά συμβολικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, όμως, δεν χάνεται η σχέση με τα συγκεκριμένα επεισόδια του κειμένου» (Εικόνες της κρητικής τέχνης..., σ. 327).

Από το βιβλίο «Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
Χρήστου Γ. Γκότση (Εκδ. Αποστολική Διακονία) oode

Tό φῶς στήν Ὁρθόδοξη Θεολογία καί στήν ἀρχαία καί νέα γραμματεία

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν  κ. ΜΑΡΚΟΥ
Tό φῶς στήν Ὁρθόδοξη Θεολογία
καί στήν ἀρχαία καί νέα γραμματεία
Δι­α­σχί­ζει τούς αἰ­θέ­ρες διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων καί φθά­νει ὥς τίς καρ­δι­ές μας ἡ θεία φωνή τοῦ Λό­γου, ἡ ὁποία φώ­τι­σε «ἐν ἀρχῇ» τόν κό­σμο, κατ’ οὐ­σί­ω­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γι­κοῦ Του θέ­λη­μα­τος. Ὁ Ἀπό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅτι ὁ Θεός, «ὁ ὁποῖ­ος εἶπε μέσα ἀπό τό σκο­τά­δι νά λάμ­ψει φῶς» στή φυ­σι­κή δη­μι­ουρ­γία, αὐ­τός ὁ ἴδι­ος «ἔλαμ­ψε μέσα στίς καρ­δι­ές μας καί μᾶς φώ­τι­σε νά γνω­ρί­σου­με τή δόξα Του στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ» (Β΄ Κορ. 4, 6). Ὁ Υἱός καί Λό­γος τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι ὄχι μόνο δη­μι­ουρ­γός τοῦ φυ­σι­κοῦ φω­τός, ἀλλά τό ἴδιο «τό φῶς τό ἀλη­θι­νόν, ὅ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον ἐρ­χό­με­νον εἰς τόν κό­σμον» (Ἰω. 1, 9). Γι’ αὐτό καί ὁ Θε­ο­λό­γος μα­θη­τής τοῦ Κυ­ρί­ου, ἅγι­ος εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰω­άν­νης, ση­μει­ώ­νει θε­ο­λο­γι­κό­τε­ρα καί ἀπό τή Γέ­νε­ση ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λό­γος», ὁ ὁποῖ­ος εἶ­ναι «τό φῶς τοῦ κό­σμου».
Ὁ Θεός εἶ­ναι ἡ κοι­νή πηγή τοῦ κτι­στοῦ καί τοῦ ἀκτί­στου φω­τός. Ὁ Τρι­α­δι­κός Θεός, μέ τίς ἄκτι­στες Ἐνέρ­γει­ές Του, κτί­ζει, ἁγι­ά­ζει καί συ­νέ­χει δι­η­νε­κῶς ὁλό­κλη­ρη τήν δη­μι­ουρ­γία, δί­νον­τας οὐ­σία, ὑπό­στα­ση, ὕπαρ­ξη καί ζωή στά ὄντα, ἀνά­λο­γα μέ τή φύση τους. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ κα­ταυ­γά­ζει μυ­στι­κά τήν βα­θύ­τε­ρη ὑπό­στα­ση κάθε ἀν­θρώ­που καί κάθε ὑπαρ­κτοῦ. Αὐτά ση­μαί­νουν ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος, ὅπως καί κάθε θείο δη­μι­ούρ­γη­μα, δέν εἶ­ναι αὐ­θύ­παρ­κτος καί αὐ­τό­φω­τος, ἀλλά ἀν­τλεῖ ὅλα ὅσα ἀπαρ­τί­ζουν τήν ὕπαρ­ξή του ἀπό τόν Θεό. Καί ἡ ζωή του γί­νε­ται φω­τει­νή, ὅσο συν­δέ­ε­ται μέ τήν πηγή τοῦ Φω­τός, πού εἶ­ναι τό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου, διά τοῦ ὁποί­ου «Φῶς Χρι­στοῦ φαί­νει πᾶσι».
Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τό νό­η­μα καί τό Φῶς τοῦ κό­σμου, ὁ λό­γος τοῦ παν­τός, ἡ ἔν­σαρ­κη ἀπο­κά­λυ­ψη τῆς δό­ξας τοῦ Θεοῦ, αὐ­τός ὁ ὁποῖ­ος μᾶς φα­νε­ρώ­νει προ­σω­πι­κά τήν Βα­σι­λεία Του καί μᾶς κα­θι­στᾶ κατά Χά­ριν κοι­νω­νούς καί με­τό­χους αὐ­τῆς τῆς δό­ξας καί τοῦ πλού­του τῶν θεί­ων Ἐνερ­γει­ῶν καί Χα­ρί­των Του. Χω­ρίς τόν Χρι­στό, ὁ Θεός μᾶς εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀπρό­σι­τος, ἀμέ­θε­κτος καί ἄφθα­στος. «Ὅτι φῶς ὁ Θεός οὐ κατ' οὐ­σί­αν, ἀλλά κατ' ἐνέρ­γει­αν λέ­γε­ται», το­νί­ζει ὁ Ἅγι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς.
Οἱ ὑπο­στα­τι­κές θεῖ­ες Ἐνέρ­γει­ες εἶ­ναι οἱ «ἀκτῖ­νες θε­ό­τη­τος», οἱ ὁποῖ­ες εἰσ­δύ­ουν στήν κτί­ση μέσα ἀπό τό ἀπρό­σι­το Φῶς τῆς Ἁγί­ας Τρι­ά­δος, τό ὁποῖο χα­ρα­κτη­ρί­ζουν μέ πλη­θω­ρι­κή ὁρο­λο­γία τά συγ­γράμ­μα­τα πού μᾶς πα­ρα­δό­θη­καν μέ τό ὄνο­μα τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Ἀρε­ο­πα­γί­τη, ὡς τήν «ὑπε­ρά­γνω­στη καί ὑπερ­φώ­τει­νη καί ἀκρό­τα­τη κο­ρυ­φή», «τόν ὑπέρ­φω­το γνό­φο, πού μέ τό βαθύ του σκο­τά­δι ὑπερ­λάμ­πει ὑπερ­φα­νέ­στα­τα καί, μέ­νον­τας ἀνέγ­γιχ­τος κι ἀό­ρα­τος, γε­μί­ζει μέ ὑπέρ­κα­λη λάμ­ψη τούς τυ­φλω­μέ­νους νόες» (Περί μυ­στι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, 1). 
Ὁ μυ­στι­κός θε­ο­λό­γος βι­ώ­νει τόν Θεό ὡς ἰδε­ῶ­δες ἀό­ρα­το καθ' ἑαυ­τό καί ἄψαυ­στο, αἰ­σθά­νε­ται ὅμως ὅλη τή δύ­να­μη καί τή γο­η­τεία του στή ζωή του. Εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη, ἡ ὁποία τόν ἀνυ­ψώ­νει, ὁ σω­στι­κός ἀει­φεγ­γής φά­ρος, τοῦ ὁποί­ου ἡ ἐνα­τέ­νι­ση τόν ὁδη­γεῖ στόν ἀλη­θι­νό του προ­ο­ρι­σμό. Εἶ­ναι ὡς ἄλλη κλί­μα­κα τοῦ Ἰα­κώβ ἤ τοῦ Ἁγί­ου Ἰω­άν­νη τοῦ Σι­να­ΐ­τη, ἡ ὁποία τόν ἀνα­βι­βά­ζει στόν Θεό. Εἶ­ναι οἱ­ο­νεί ἀν­ταύ­γεια τοῦ θεί­ου φω­τός ἐν ἑαυ­τῷ, ἡ ὁποία πε­ρι­αυ­γά­ζει τήν ὅλην ὕπαρ­ξή του καί τήν ἀνα­δει­κνύ­ει κα­θα­ρό­τε­ρη, ἐν­το­νό­τε­ρη καί ὡραι­ό­τε­ρη. 
Τό γε­γο­νός αὐτό τῆς κοι­νω­νί­ας μέ τόν Θεό συν­τε­λεῖ­ται ἐν­τός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τά ἱερά μυ­στή­ρια. Ἡ σω­τη­ρία δέν ἐπι­τυγ­χά­νε­ται δι­α­νο­η­τι­κά, ἀλλά μέ τήν ἔν­τα­ξη στό Σῶμα τοῦ Χρι­στοῦ, τήν Ἐκ­κλη­σία, καί τήν ἐνερ­γο­ποί­η­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν χα­ρι­σμά­των μέ τό ἅγιο Βά­πτι­σμα. Ὁ φω­τι­σμός τοῦ Βα­πτί­σμα­τος καί ἡ βρώ­ση τοῦ «φω­τι­στι­κοῦ σώ­μα­τος» στή Θεία Εὐ­χα­ρι­στία ἑνώ­νουν τόν Χρι­στό ἐν Ἁγίῳ Πνεύ­μα­τι μέ τούς πι­στούς. Ἀφε­τη­ρία ἀπο­τε­λεῖ τό μυ­στή­ριο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, ὅπου ἡ Θεία Χάρη, κα­θαρ­τι­κή καί φω­τι­στι­κή, δι­ε­νερ­γεῖ τήν ἐν Χρι­στῷ υἱ­ο­θε­σία τῶν πι­στῶν. Ὁ ἐσω­τε­ρι­κός αὐ­τός ἀνα­και­νι­σμός ὁλο­κλη­ρώ­νε­ται τε­λι­κά στήν ἄμε­ση ἐμ­πει­ρία τοῦ Φω­τός καί τήν θέ­ω­ση, ἡ ὁποία ἀπο­τε­λεῖ καρ­πό τῆς μυ­στη­ρι­α­κῆς Χά­ρι­τος καί τῆς ἀν­θρώ­πι­νης συ­νερ­γί­ας στό μέ­τρο τῆς ἀσκη­τι­κῆς ἑτοι­μα­σί­ας καί κα­θα­ρό­τη­τας τοῦ πι­στοῦ.
Ὁ Ἠλί­ας Μη­νι­ά­της, ἐπί­σκο­πος Κερ­νίτ­σης καί Κα­λα­βρύ­των κατά τήν πε­ρί­ο­δο τῆς Ὀθω­μα­νο­κρα­τί­ας, ἐξη­γεῖ στόν Λό­γον του εἰς τήν Κοί­μη­σιν τῆς Θε­ο­τό­κου: «Ὅταν ὁ ἥλι­ος φθά­σῃ εἰς τήν μέ­σην ἁψῖ­δα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ἐξί­σου χύ­νει εἰς ὅλα τά μέρη τῶν ἀκτί­νων τό φῶς, ἀλλά ἐξί­σου δέν φω­τί­ζον­ται πάν­τα τά φω­τι­ζό­με­να σώ­μα­τα· [...] Ὁμοί­ως ὁ ἄδυ­τος ἐκεῖ­νος τῆς δι­και­ο­σύ­νης Ἥλι­ος, ὅστις λάμ­πει ἐν ταῖς λαμ­πρό­τη­σι τῶν Ἁγί­ων, ἐξί­σου χύ­νει εἰς ὅλα τά πνεύ­μα­τα τῶν μα­κα­ρί­ων τῆς θεί­ας δό­ξης ἀνέ­σπε­ρον φῶς, ἀλλ’ ἐξί­σου δέν φω­τί­ζον­ται πάν­τα· καθ’ ἕνα λαμ­βά­νει τό ἴδι­ον μέ­τρον τῆς θεί­ας φω­το­χυ­σί­ας, ὥς ἕνα με­ρι­κόν χρῶ­μα μα­κα­ρί­ας ἐλ­λάμ­ψε­ως· καί δέ­χε­ται ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρον ἤ ὀλι­γώ­τε­ρον τό μέ­τρον τοῦ θεί­ου τού­του φω­τός, κα­θώς εἶ­ναι δε­κτι­κόν, κατά τόν βα­θμόν δη­λα­δή καί ἀνα­λο­γί­αν τῆς ἰδί­ας του κα­θα­ρό­τη­τος. Ἔτσι ἀλ­λέ­ως φω­τί­ζον­ται οἱ Ἅγι­οι Ἄγ­γε­λοι, ὁπού εἶ­ναι ἄϋλα πνεύ­μα­τα· ἀλ­λέ­ως οἱ ἄν­θρω­ποι, ὁπού εἶ­ναι φύ­σε­ως πα­χυ­τέ­ρας· καί πά­λιν ἀνά­με­σα καί εἰς τούς Ἀγ­γέ­λους, δι­α­φο­ρε­τι­κά φω­τί­ζον­ται ἀπό τάς Κυ­ρι­ό­τη­τας οἱ Θρό­νοι· ἀπό τούς Θρό­νους τά Χε­ρου­βείμ, καί ἀπό τά Χε­ρου­βείμ τά Σε­ρα­φείμ· καί ἀνά­με­σα εἰς τούς ἀν­θρώ­πους, ἀπό τούς Προ­φή­τας οἱ Ἀπό­στο­λοι, ἀπό τούς Ὁμο­λο­γη­τάς οἱ Μάρ­τυ­ρες, καί ἀπό τούς Ἀσκη­τάς οἱ Παρ­θέ­νοι· ὅλοι εἶ­ναι ἄστρα τοῦ νο­η­τοῦ στρε­ώ­μα­τος, ὅθεν οἱ δί­και­οι ἐκλάμ­ψου­σιν ὡς φω­στῆ­ρες· Πλήν ἀστήρ ἀστέ­ρος δι­α­φέ­ρει ἐν δόξῃ κατά τό ρη­τόν [Κορ. Α΄ 15, 41]. Ἡ Πα­να­γία Παρ­θέ­νος εἶ­ναι ἀνά­με­σα εἰς ὅλους τούς μα­κα­ρί­ους ἀκη­λί­δω­τος κα­θρέ­πτης ἁγνεί­ας καί κα­θα­ρό­τη­τος· [...] κα­θα­ρω­τέ­ρα ἀσυγ­κρί­τως καί τῶν ἀν­θρώ­πων καί τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ὅθεν ὄχι μό­νον εἰς αὐ­τήν χύ­νει τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τος τό φῶς, ἀλλ’ εἰς αὐ­τήν εἰ­σβαί­νει καί ὡσάν νά πε­ρι­κλεί­ε­ται ὅλη ἐκεί­νη ἡ πο­λυ­χεύ­μων πηγή τοῦ φω­τός, ὅλος τῆς δό­ξης ὁ ἥλι­ος· εἰς τρό­πον ὥστε ὡς ἄλ­λος δεύ­τε­ρος τῆς δό­ξης ἥλι­ος ἀκτι­νο­βο­λεῖ τῆς Πα­να­γί­ας Παρ­θέ­νου τό μα­κά­ρι­ον πρό­σω­πον, καί κά­μνει δι­πλοῦν τό φῶς τῆς ἀνε­σπέ­ρου ἡμέ­ρας.»
Ἡ βι­βλι­κή καί εὐ­αγ­γε­λι­κή γραμ­μα­τεία εἶ­ναι πλή­ρεις ἐκ­φρά­σε­ων καί ἀνα­φο­ρῶν στό φῶς, οἱ ὁποῖ­ες χρη­σι­μεύ­ουν ὡς εἰ­κο­νι­σμοί τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐμ­πει­ρί­ας Του. Ὁ ἀνα­λο­γι­κός εἰ­κο­νι­σμός τῆς τρι­α­δι­κό­τη­τας τοῦ Θεοῦ μέ τό πα­ρά­δει­γμα τοῦ ἡλί­ου καί τοῦ ἀπαυ­γά­σμα­τός του ἀξι­ο­ποι­ή­θη­κε ἐπί­σης κατά τίς πρῶ­τες Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, ὅπου ἡ ὁμο­ου­σι­ό­τη­τα τοῦ Υἱοῦ πρός τόν «Πα­τέ­ρα τῶν Φώ­των» δι­α­τυ­πώ­θη­κε δο­γμα­τι­κά στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως μέ τήν ἔκ­φρα­ση «Φῶς ἐκ Φω­τός».
Καί πῶς νά πα­ρα­βλέ­ψου­με τήν «ἐπι­λύ­χνι­ον εὐ­χα­ρι­στία», τόν πρώ­ι­μο χρι­στι­α­νι­κό ὕμνο στό «Φῶς ἱλα­ρόν», πού ψάλ­λε­ται ὥς τίς μέ­ρες μας: Σέ αὐτή τή δο­ξο­λο­γία στόν Τρι­α­δι­κό Θεό κατά τήν ἑσπε­ρι­νή ὥρα τοῦ δει­λι­νοῦ, ἡ Ἐκ­κλη­σία μας ἀνα­γνω­ρί­ζει στό φῶς τῆς φύ­σε­ως τό ἔργο τοῦ Θεοῦ Λό­γου, τήν οὐ­σί­ω­ση τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ ζῶν­τος καί ἀλη­θι­νοῦ Θεοῦ, τόν χῶρο προ­νοί­ας τοῦ παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τος. Σέ ἰσχυ­ρή ἀν­τί­θε­ση πρός τούς παν­το­ει­δεῖς εἰ­δω­λο­λά­τρες τοῦ ἀρ­χαί­ου κό­σμου, οἱ Χρι­στι­α­νοί, ἐκ­κι­νών­τας ἀπό τό φυ­σι­κό φῶς, μυ­στα­γω­γοῦν­ται καί ἀνά­γον­ται πρός τήν δο­ξο­λο­γία τοῦ Ποι­η­τοῦ τῆς Κτί­σε­ως, πού δέν εἶ­ναι ἕνας ἀπρό­σω­πος δη­μι­ουρ­γός, ἀλλά τρι­α­δι­κή κοι­νω­νία προ­σώ­πων καί κα­λεῖ ὅλους σέ προ­σω­πι­κή κοι­νω­νία μαζί Της, κοι­νω­νία Πα­τρός καί Υἱοῦ καί Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος.
Γρά­φει ὁ Γέ­ρων Σω­φρό­νι­ος Ζα­χά­ρωφ τοῦ Ἔσ­σεξ: «Ὁ αἰ­σθη­τός ἥλι­ος εἶ­ναι θαυ­μα­στή εἰ­κών τοῦ Ἡλί­ου τῆς Ἀγά­πης καί τῆς Δι­και­ο­σύ­νης. Ἄνευ τῶν ἀκτί­νων τοῦ ὁρα­τού ἡλί­ου δέν θά ἦτο δυ­να­τή ἡ ζωή ἐπί τοῦ πλα­νή­του ἡμών. Πάν­τες ἡμεῖς αἰ­σθα­νό­με­θα τήν εὐ­ερ­γε­τι­κήν ἐνέρ­γει­αν τῶν ἀκτί­νων αὐ­τού. Πα­λαι­ό­τε­ρον ὁ ἥλι­ος ἐφαί­νε­το εἰς ἐμέ ὡς ἄυ­λος, ἀλλά μετά τήν θε­ω­ρί­αν τοῦ ἀκτί­στου Φω­τός τῆς Θε­ό­τη­τος καί αὐ­τός –τό φυ­σι­κόν φῶς– ἐγέ­νε­το δι’ ἐμέ τρα­χύς καί κατά και­ρούς ἐπι­θε­τι­κός. Φω­τί­ζει τήν γη­ί­νην φύ­σιν, ἀλλά δέν δί­δει εἰ­σέ­τι εἰς τό πνεῦ­μα ἡμῶν τήν ἄμε­σον δι­είσ­δυ­σιν εἰς τά μυ­στή­ρια τοῦ Θεί­ου Εἶ­ναι. Ἄλ­λως συμ­βαί­νει μετά τοῦ Φω­τός τῆς Θε­ό­τη­τος. Φέ­ρει πρω­τί­στως τήν ἀπο­κά­λυ­ψιν τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός […] καί τό πνεῦ­μα τοῦ προ­σευ­χο­μέ­νου γνω­ρί­ζει ὅτι ὁ ἐμ­φα­νι­σθείς εἰς αὐ­τόν εἶ­ναι ὁ Προ­αι­ώ­νι­ος Δε­σπό­της πά­σης τῆς κτί­σε­ως, ὁ Πρῶ­τος καί ὁ Ἔσχα­τος, ὁ ἀπρό­σι­τος καί το­σοῦ­τον ἐγ­γύς, ὁ ἀό­ρα­τος καί συγ­χρό­νως αἰ­σθη­τός ἔτι καί σω­μα­τι­κῶς· αἰ­σθη­τός διά τοῦ πυ­ρός τῆς ἀγά­πης τοῦ πλη­ροῦν­τος τήν καρ­δί­αν, καί διά τοῦ φω­τός τῆς συ­νέ­σε­ως τοῦ κα­ταυ­γά­ζον­τος τόν νοῦν. Τοῦ­το εἶ­ναι Φῶς γνώ­σε­ως, ἀλλ’ ἀνεκ­φρά­στου διά λό­γων»
Σέ ἀν­τί­στι­ξη πρός αὐτή τήν ἔκ­φρα­ση, ἡ μετά λό­γου θέ­α­ση τοῦ κό­σμου ἔχει κα­τε­ξο­χήν τήν ἀρχή της στήν ἀρ­χαία ἑλ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Οἱ πα­ρα­δό­σεις γιά τήν τυ­φλό­τη­τα τοῦ Ὁμή­ρου ἀπη­χοῦν τήν εὐ­ρύ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη ὅτι οἱ πε­φω­τι­σμέ­νοι ὁρα­μα­τι­στές, ὅπως ὁ μάν­της Τει­ρε­σί­ας ἤ ὁ ἀοι­δός Δη­μό­δο­κος, εἶ­ναι τυ­φλοί ὡς πρός τόν κό­σμο τῶν φαι­νο­μέ­νων, δι­ό­τι ἔχουν πρό­σβα­ση πρός τό ἀό­ρα­το καί τό ἀσύλ­λη­πτο στούς κοι­νούς ὀφθαλ­μούς. Οἱ Μοῦ­σες εἶ­ναι αὐ­τές οἱ ὁποῖ­ες ἐμ­πνέ­ουν καί ἐξυ­ψώ­νουν τούς ποι­η­τές, ὥστε, θε­ώ­με­νοι τά μυ­στή­ρια τῶν θεῶν, νά ἐκ­φρά­ζουν καί νά φα­νε­ρώ­νουν τήν θεία καί νο­η­τή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα.
Στή δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση ἀνα­γνω­ρί­ζου­με τή σύν­θε­ση τοῦ δι­ο­νυ­σι­α­κοῦ καί τοῦ ἀπολ­λώ­νει­ου στοι­χεί­ου τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος, τά ὁποῖα εἶ­χαν βρεῖ ἔκ­φρα­ση ἀν­τι­στοί­χως στή λυ­ρι­κή ποί­η­ση καί τό ἔπος. Ἀπολ­λώ­νει­ος εἶ­ναι ὁ κό­σμος τοῦ φω­τός, τῆς ἁρ­μο­νί­ας, τῆς γα­λή­νης, τῆς λο­γι­κῆς καί τῆς ἠθι­κής τά­ξε­ως. Δι­ο­νυ­σι­α­κός εἶ­ναι ὁ κό­σμος τοῦ ἔρω­τος, τοῦ πά­θους, τῆς ἡδο­νῆς, τῆς ἐκ­στά­σε­ως καί τοῦ γέ­λω­τος. Σέ δι­ά­κρι­ση πρός τήν σχε­τι­κῶς ὑπο­συ­νεί­δη­τη αὐτή θέα, τήν ἀπο­τυ­πω­μέ­νη στήν ἀρ­χα­ϊ­κή καί τίς προ­η­γού­με­νες πε­ρι­ό­δους τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς τέ­χνης τοῦ λό­γου, ἡ κλα­σι­κή πε­ρί­ο­δος χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀπό τή συ­νει­δη­τή θέα τῶν πρα­γμά­των, ἡ ὁποία κο­ρυ­φώ­νε­ται στήν πλα­τω­νι­κή ταύ­τι­ση τῆς γνώ­σε­ως μέ τήν θε­ω­ρία, τήν θέ­α­ση τῆς ἀλή­θει­ας.
Ὁ Πλά­των ὀνο­μά­ζει τούς φι­λο­σό­φους «τῆς ἀλη­θεί­ας φι­λο­θε­ά­μο­νας» (Πο­λι­τεία Δ, 443e-444a), οἱ ὁποῖ­οι ζη­τοῦν νά δοῦν τήν ἀλή­θεια μέ τό «τῆς ψυ­χῆς ὄμμα» (Πο­λι­τεία Ζ, 533d 2)· «μόνῳ γάρ αὐτῷ ἀλή­θεια ὁρᾶ­ται» (Πο­λι­τεία Ζ, 527d-e). Ἡ μο­νά­δα τῆς γνώ­σε­ως εἶ­ναι ἡ Ἰδέα στήν πρω­ταρ­χι­κή, ἑτυ­μο­λο­γι­κή της ση­μα­σία ἀπό τό ἰδεῖν, ὡς ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς λο­γι­κῆς καί νο­η­τῆς θέας τῶν πρα­γμά­των. Ἡ ἀνα­γω­γή στήν Ἰδέα προ­ϋ­πο­θέ­τει κάτι πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπό τήν ἁπλή πα­ρα­τή­ρη­ση: τήν μέ­θε­ξη στό κάλ­λος τοῦ ὁρω­μέ­νου. Οἱ ἀνα­βα­θμοί τῆς γνω­στι­κῆς προ­ό­δου βα­σί­ζον­ται στή δι­α­δο­χι­κή θε­ω­ρία τοῦ κάλ­λους τῶν σω­μά­των, τῶν ἐπι­τη­δευ­μά­των, τῶν νό­μων καί τῶν ἐπι­στη­μῶν, ἡ ὁποία κα­τα­λή­γει στήν θέα τοῦ καθ’ ἑαυ­τό κάλ­λους, τό ὁποῖο εἶ­ναι μο­νο­ει­δές καί αἰ­ώ­νιο, καί ὅπου ὁ φι­λό­σο­φος θά πα­ρα­μεί­νει «τε­τραμ­μέ­νος ἐπί τό πολύ πέ­λα­γος τοῦ κα­λοῦ καί θε­ω­ρῶν» (Συμ­πό­σι­ον, 210a-211c).
Σύμ­φω­να μέ τήν πλα­τω­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη, κάθε ὄν με­τέ­χει «ἀνά τόν λό­γον» στήν Ἰδέα του καί κάθε Ἰδέα εἶ­ναι «ἔκ­γο­νον τοῦ ἀγα­θοῦ» (Πο­λι­τεία ΣΤ, 508b 12-13). Τό ἀγα­θό με­τέ­χε­ται «ἀνα­λό­γως» μέσῳ τῆς θε­ω­ρί­ας τῶν Ἰδε­ών ἤ οὐ­σι­ῶν, γι­α­τί εἶ­ναι αὐτό ἡ αἰ­τία τόσο τῶν οὐ­σι­ών, ὅσο καί τῆς θε­ω­ρί­ας τους. Ὁ νοῦς με­τέ­χει στό ἀγα­θό μέ τρό­πο ἀνά­λο­γο μέ αὐ­τόν πού ἡ ὅρα­ση με­τέ­χει στή θέα τοῦ ἥλι­ου:
«Οἱ ὀφθαλ­μοί, ὅταν πιά κα­νείς δέν τούς κα­τευ­θύ­νει ἐπά­νω σέ πρά­γμα­τα πού τά χρώ­μα­τά τους τά χτυ­πᾶ τό φῶς τῆς ἡμέ­ρας ἀλλά ἡ ἀστρο­φεγ­γιά τῆς νύχ­τας, χά­νουν τήν ξα­στε­ρά­δα τους καί δεί­χνον­ται σχε­δόν τυ­φλοί, ὡσάν νά μήν ὑπῆρ­χε μέσα τους κα­θα­ρή ὄψη. Ὅταν ὅμως τούς κα­τευ­θύ­νει ἐπά­νω σέ πρά­γμα­τα φω­τι­σμέ­να ἀπό ὁλό­λαμ­προν ἥλιο, βλέ­πουν ξε­κά­θα­ρα, καί τά ἴδια αὐτά μά­τια δεί­χνον­ται πώς ἔχουν μέσα τους κα­θα­ρή ὄψη. Ἔτσι συμ­βαί­νει καί μέ τήν ψυχή· ὅταν στη­ρί­ξει τή μα­τιά της ἐκεῖ ὅπου εἶ­ναι ἁπλω­μέ­νη ἡ λάμ­ψη τῆς ἀλή­θει­ας καί τοῦ ὄν­τος, τότε μέ μιᾶς τό ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, τό γνω­ρί­ζει καί δεί­χνε­ται πώς ἔχει νοῦ· ὅταν ὅμως ἡ μα­τιά της πέ­σει ἐπά­νω στήν πε­ρι­ο­χή πού εἶ­ναι ἀνα­κα­τω­μέ­νη μέ τό σκό­τος, στό γεν­νώ­με­νο καί ἀφα­νι­ζό­με­νο, τότε μπλέ­κε­ται σέ δο­ξα­σί­ες καί δεί­χνε­ται μυ­ω­πι­κή, φέρ­νει ἄνω-κάτω τίς δο­ξα­σί­ες καί μοι­ά­ζει μέ ὄν πού δέν ἔχει νοῦ» (Πο­λι­τεία ΣΤ, 508c 4-d9, μτφρ. Κ.Δ. Γε­ωρ­γού­λη).
Στόν Ἀρι­στο­τέ­λη, ἀν­τι­στοί­χως, ἡ γνώ­ση ἀνα­φέ­ρε­ται στό «λο­γι­κῶς θε­ω­ρεῖν» καί «ἐν­νο­εῖν». Ἐν τέ­λει, ἡ θε­ω­ρία εἶ­ναι τό «ἥδι­στον καί ἄρι­στον» τῆς γνώ­σε­ως (Μετά τά φυ­σι­κά Α, 1072b 24), ἀλλά καί ἡ με­τα­φυ­σι­κή της κα­τά­λη­ξη: τό νό­η­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζωῆς ἔγ­κει­ται στήν «τοῦ θεοῦ θε­ω­ρί­αν», «τόν θεόν θε­ρα­πεύ­ειν καί θε­ω­ρεῖν» (Ἠθι­κά Εὐ­δή­μεια 7, 1249b).
Σ’ αὐτό τό ση­μεῖο βρί­σκου­με κά­ποι­ες ἀνα­λο­γί­ες πρός τήν πο­ρεία τῆς σκέ­ψε­ως τῶν θε­ο­πτῶν Πα­τέ­ρων, ἡ ὁποία φλέ­γε­ται ἀπό τήν ἔφε­ση νά εἰσ­δύ­σει στήν «ἐπέ­κει­να πάν­των» πε­ρι­ο­χή τοῦ ἀνε­σπέ­ρου φω­τός. Ὡστό­σο, ὅπως ση­μει­ώ­νει ὁ Κα­θη­γη­τῆς τῆς Φι­λο­σο­φί­ας Βα­σί­λει­ος Τα­τά­κης, «δέν βλέ­πουν βέ­βαια τά ἴδια πρά­γμα­τα. Τόν κό­σμο τῶν ἰδε­ών, καί πάνω ἀπ' αὐ­τόν «τό μέ­γι­στον μά­θη­μα», τήν ἰδέα τοῦ ἀγα­θού, θη­ρεύ­ει ἡ ψυχή τοῦ Πλά­τω­νος. Πρός τό «Ἕν», τό ἀπρό­σι­το καί ὑπε­ρού­σιο φέ­ρε­ται ὁ Πλω­τῖ­νος, μέ τήν ἔκ­στα­σή του. [...] Ὑψη­λός, ἀλλά μᾶλ­λον ἀπρό­σω­πος ὁ λυ­ρι­σμός τοῦ Πλά­τω­νος· ἀπάν­θρω­πα ἀπό­κο­σμο, τό πλω­τι­νι­κό Ἕν εἶ­ναι μόνο «ἐρώ­με­νον», οὐ­δέ­πο­τε «ἐρῶν». Ὁ ἔρως ἐδῶ στήν ὑψη­λό­τε­ρη ἐκ­δή­λω­σή του στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως πρός πρά­γμα, «πρός τό πέ­λα­γος τοῦ κα­λοῦ», πρός τό Ἕν, γι' αὐτό μέ­νει χω­ρίς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὑψη­λός καί τήν ἴδια ὥρα θε­με­λι­ω­μέ­νος ἀπά­νω στήν πηγή τῆς ἀγά­πης, ὁ χρι­στι­α­νι­κός λυ­ρι­σμός πη­γά­ζει ἀπό μιάν ὑψη­λή σύ­ζευ­ξη, ἡ ὁποία θά ἐμ­πνεύ­σει τούς μυ­στι­κούς στήν ἀνα­στρο­φή τους μέ τά θεῖα», καί θά δι­α­πο­τί­σει τήν χρι­στι­α­νι­κή τέ­χνη τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, τό χρυ­σό βά­θος, τήν αἰ­σθη­τι­κή τοῦ φω­τός.
Εἴ­δα­με πόσο εὐ­λο­γη­μέ­νο εἶ­ναι τό φῶς στή δι­δα­σκα­λία καί τή λα­τρεία τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, κα­θώς ἡ πηγή του ταυ­τί­ζε­ται μέ τό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου. Ὅμως ὁ Χρι­στός δέν θά ἦταν τό Φῶς τοῦ κό­σμου, ἄν δέν μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά τό δεῖ πρα­γμα­τι­κά μέ τά μά­τια του, μέ τήν προ­ϋ­πό­θε­ση βέ­βαια ὅτι με­τέ­χει στήν θεία Χάρη. Τό ὅρα­μα τῆς θε­ω­ρί­ας αὐ­τοῦ τοῦ Φω­τός ἀπο­τε­λεῖ τήν ὁλο­κλή­ρω­ση καί τήν ἄμε­ση ἐμ­πει­ρία τῆς θε­ο­γνω­σί­ας.
Αὐτή ἡ ἐμ­πει­ρία τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ ζῶν­τος Θεοῦ, στήν πο­ρεία τους νά δε­χθοῦν τό «ἀκραι­φνέ­στα­τον» φῶς Του καί νά πρα­γμα­τώ­σουν τόν «και­νόν ἄν­θρω­πον», πλη­μυ­ρί­ζει τήν ψυχή τῶν Πα­τέ­ρων κατά τήν μα­κρά πε­ρί­ο­δο τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου. Ἐν­το­πί­ζου­με τήν κυ­ρι­αρ­χι­κή ση­μα­σία τοῦ θεί­ου καί θα­βω­ρεί­ου φω­τός στούς δύο ἁγί­ους θε­με­λι­ω­τές τῆς θε­ο­λο­γί­ας τῆς θε­ο­πτί­ας, Συ­με­ῶ­να τόν Νέο Θε­ο­λό­γο καί Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, καί πρίν ἀπό αὐ­τούς στόν Ἅγιο Μα­κά­ριο τόν Αἰ­γύ­πτιο.
Τό Φῶς αὐτό δέν εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κῆς φύ­σε­ως, ὅπως ἡ ἔλ­λαμ­ψη τοῦ νοῦ. Πολύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν εἶ­ναι ἔνυ­λο. Ἐν τού­τοις, πλη­ροῖ συγ­χρό­νως τόν νοῦ, τήν ψυχή καί τίς αἰ­σθή­σεις, ἀπο­κα­λυ­πτό­με­νο στόν ὅλον ἄν­θρω­πο. Κατά τή δι­άρ­κεια τοῦ θεί­ου φω­τι­σμοῦ καί τῆς «νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς», στήν ὁποία ἐπα­νέρ­χε­ται ὁ ἀσκη­τής, ἡ ὕπαρ­ξή του δέν ἐκμη­δε­νί­ζε­ται, καί ὁ ἴδι­ος δέν ἐκ­στα­σι­ά­ζε­ται, οὔτε νι­ώ­θει πα­ραι­σθή­σεις: «οὐ γάρ ἔκ­φρων γί­νε­ται ὁ θε­ό­λη­πτος» κατά τόν Ἅγιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, ἀλλά ὑπερ­βαί­νον­ται, χω­ρίς νά ἀφα­νί­ζον­ται, οἱ φυ­σι­κές του δυ­να­τό­τη­τες. Χω­ρίς νά ἀπο­χω­ρί­ζε­ται ἀπό τήν σω­μα­τι­κή του ὀν­τό­τη­τα, ὁ ὅλος ἄν­θρω­πος λαμ­πρύ­νε­ται καί γί­νε­ται ἐν­σώ­μα­τος θε­α­τής τῆς ὑπερ­κό­σμι­ας θεί­ας αἴ­γλης. Γρά­φει στά δι­ά­χυ­τα ἀπό φῶς ποι­ή­μα­τά του ὁ Ἅγι­ος Συ­με­ών:
Δίδου μοι βλέπειν τό πρόσωπόν σου, Λόγε,
καί ἀπολαύειν τοῦ ἀπορρήτου κάλλους
καί κατανοεῖν καί τρυφᾶν σου τῆς θέας,
θέας ἀρρήτου, θέας τῆς ἀθεάτου,
θέας τῆς φρικτῆς, ὅμως δίδου μοι λέγειν
τάς ἐνεργείας αὐτῆς, οὐ τήν οὐσίαν.
Ὑπέρ φύσιν γάρ, ὑπέρ ουσίαν πᾶσαν
ἧς ὅλος αὐτός, ὁ Θεός μου καί κτίστης.
Ἡ δέ ἀπαυγή τῆς δόξης σου τῆς θείας
φῶς ἁπλοῦν ἡμῖν, φῶς γλυκύ καθορᾶται,
φῶς ἀποκαλύπτεται, φῶς συνενοῦται
ὅλον, ὡς οἶμαι, ὅλοις ἡμῖν σοῖς δούλοις,
φῶς πνευματικῶς βλεπόμενον μακρόθεν,
φῶς ἐντός ἡμῶν εὑρισκόμενον αἴφνης,
φῶς ὡσεί ὕδωρ βρύον, ὡς πῦρ τε φλέγον
τῆς, ἧσπερ πάντως καθάψεται, καρδίας.
Ἡ λυ­τρω­τι­κή, αἰ­θέ­ρια, καί ἄλ­λο­τε κα­τα­λυ­τι­κή πα­ρου­σία τοῦ φω­τός δι­α­πνέ­ει καί τήν νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποι­η­τι­κή ἔκ­φρα­ση. Ἡ ὑπερ­βα­τι­κή ἐπί­δρα­ση τοῦ φω­τός στήν ὑλι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα κα­τέ­χει ἰδι­αί­τε­ρη θέση στό ποι­η­τι­κό το­πίο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Σο­λω­μοῦ, ὅπως στούς ἀκό­λου­θους στί­χους ἀπό τόν Κρη­τι­κό
Τότε ἀπό φῶς μεσημερνό ἡ νύχτα πλημυρίζει
κι ἡ χτίσις ἔγινε ναός πού ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Πε­ρί­φη­μοι ἔχουν μεί­νει οἱ στί­χοι τοῦ Ἀν­δρέα Κάλ­βου:
Ὁ ἥλιος κυκλοδίωκτος,
ὡς ἀράχνη μ' ἐδίπλωνε
καί μέ φῶς καί μέ θάνατον
ἀκαταπαύστως.
Πλη­θω­ρι­κός στά ἐκ­φρα­στι­κά του μέσα, ὁ Ἄγ­γε­λος Σι­κε­λι­α­νός ἀπο­δί­δει τό θάμ­βος καί τήν ἡλι­ο­χα­ρῆ εὐ­δαι­μο­νία τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ὑπαί­θρου, μέ το­πίο παλ­λό­με­νο μέσα στό φῶς: «Νέα σάρ­κα ντύ­νει σου τά κόκ­κα­λα, / περ­νά­ει σά φῶς», «Καί μοῦ ἐδι­ά­βη τή δι­ά­φω­τη σάρ­κα μου, / πῶς δι­α­βαί­νει ἕνα θά­μνο τ’ ἀγέ­ρι, / πῶς δι­α­βαί­νει τό πέ­λα­ον ἀσά­λευ­το / καί σπα­θί­ζει ὥς τά βύθη ἕν’ ἀστέ­ρι».
Ἀκό­μα καί στήν ποί­η­ση τοῦ Γι­άν­νη Ρίτ­σου τό πο­λι­τι­κό ἰδε­ῶ­δες βρί­σκε­ται στα­θε­ρά προ­σα­να­το­λι­σμέ­νο στό φῶς: «Τό φῶς εἶ­ναι ἡ πα­τρί­δα μας. Δέν εἶ­σαι ἐσύ κι ἐγώ. / Εἴ­μα­στε ἐμεῖς. / Ἐμεῖς καί ἡ πο­λι­τεία μας. / Ἐμεῖς κι ὁ κό­σμος» (Ἀνυ­πό­ταχ­τη πο­λι­τεία). Στή Ρω­μι­ο­σύ­νη του, τό το­πίο εἶ­ναι «μο­νά­χα φῶς», «μέ τόν ἥλιο κα­τά­στη­θα στό πέ­λα­γο πού ἀσβε­στώ­νει τήν ἀν­τι­κρι­νή πλα­γιά τῆς μέ­ρας», ἀλλά καί σέ εἰ­κό­νες ὅπως τῶν σκο­τω­μέ­νων στόν ἥλιο, καί τῆς χα­ρο­κα­μέ­νης μά­νας, «ὥσπου νά βρεῖ τό φῶς τό δρό­μο του στήν ἀνη­φό­ρα τῆς ψυ­χῆς της».
Ἀν­τι­στοί­χως πρός τόν Κάλ­βο, ἀνι­χνεύ­ου­με καί στό ἔργο τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη ποι­η­τι­κές ἐκ­φρά­σεις ὅπως «μέσα στό μαῦ­ρο φῶς», «στή σκο­τει­νή πόρ­τα τοῦ Ἥλι­ου», «ἀπό τοῦ ἥλι­ου τό ἄλλο μέ­ρος τό σκο­τει­νό» καί, τέ­λος, τούς στί­χους τῆς Κί­χλης: «Ἀγ­γε­λι­κό καί μαῦ­ρο, φῶς», «Ἀγ­γε­λι­κή καί μαύ­ρη, μέρα». Σύμ­φω­να μέ τή ρητή μαρ­τυ­ρία τοῦ ποι­η­τῆ, αὐ­τοί οἱ στί­χοι ἐκ­φρά­ζουν μέ ὁμό­λο­γα ποι­η­τι­κά σχή­μα­τα τήν ἡρα­κλεί­τεια σύν­θε­ση τῶν ἀν­τι­θέ­των, ὅπως στά ἀκό­λου­θα δεί­γμα­τα ἀπό τό ἔργο τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου: «ἕνα φῶς πα­νάρ­χαιο σά­βα­νο τυ­λί­γει/ δέ­νον­τας σέ λάμ­ψεις τή μου­σι­κή μου» «Καί χω­ρί­ζου­με σέ φῶς καί σκο­τά­δι τό Ἕνα. / Χω­ρί­ζου­με τόν Ὀδυρ­μό σέ τύ­φλω­ση καί θυ­σία», ὅπως στόν ἐλυ­τι­κό στί­χο «Ὁλό­σω­μοι πάνω στό φῶς καί μαῦ­ροι ἕως θα­νά­του».
Σύ­νο­λη ἡ ποι­η­τι­κή τοῦ Ὀδυσ­σέα Ἐλύ­τη οἰ­κο­δο­μεῖ­ται μέ ἄξο­να τό φῶς καί τήν «ἡλι­α­κή με­τα­φυ­σι­κή», «στό ὄνο­μα τῆς φω­τει­νό­τη­τας καί τῆς δι­α­φά­νει­ας», κατά τούς λό­γους του ποι­η­τή: «Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅταν οἱ και­ροί εἶ­ναι σκο­τει­νοί καί αὐτό πού τοῦ ὑπα­γο­ρεύ­ουν εἶ­ναι μιά ὅσο τό δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη ὁρα­τό­τη­τα. Δέν μιλῶ γιά τή φυ­σι­κή ἱκα­νό­τη­τα νά συλ­λαμ­βά­νει κα­νείς τ’ ἀν­τι­κεί­με­να σ' ὅλες τους τίς λε­πτο­μέ­ρει­ες ἀλλά γιά τή με­τα­φο­ρι­κή, νά κρα­τᾶ τήν οὐ­σία τους καί νά τά ὁδη­γεί σέ μιά κα­θα­ρό­τη­τα τέ­τοια πού νά ὑπο­δη­λώ­νει συ­νά­μα τήν με­τα­φυ­σι­κή τους ση­μα­σι­ο­λο­γία». Καί ἐπί­σης: «Νά γι­α­τί γρά­φω. Γι­α­τί ἡ ποί­η­ση ἀρ­χί­ζει ἀπό κεῖ πού τήν τε­λευ­ταία λέξη δέν τήν ἔχει ὁ θά­να­τος. [...] Ἡ ἀτε­λεύ­τη­τη φορά πρός τό φῶς τό φυ­σι­κό εἶ­ναι ὁ Λό­γος, καί τό φῶς τό Ἄκτι­στον πού εἶ­ναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτό γρά­φω. Γι­α­τί μέ γο­η­τεύ­ει νά ὑπα­κούω σ’ αὐ­τόν πού δέ γνω­ρί­ζω, πού εἶ­ναι ὁ ἑαυ­τός μου ὁλά­κε­ρος, ὄχι ὁ μι­σός πού ἀνε­βο­κα­τε­βαί­νει τούς δρό­μους καί φέ­ρε­ται ἐγ­γε­γραμ­μέ­νος στά μη­τρῶα ἀρ­ρέ­νων τοῦ Δή­μου» (Ἀνοιχ­τά Χαρ­τιά). «Πι­στεύω γι’ αὐτό στίς αἰ­σθή­σεις πού τίς κι­νη­το­ποιώ πρός μιάν ἀδο­κί­μα­στη ἕως σή­με­ρα κα­τεύ­θυν­ση, ἀπο­βλέ­πον­τας σέ μιά Ἐλευ­θε­ρία πού νά εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τη πρός ὅλες τίς Ἐξου­σί­ες καί σέ μιά δι­και­ο­σύ­νη πού νά ταυ­τί­ζε­ται μέ τό ἀπό­λυ­το φῶς» (Ἐν λευ­κῷ)· «τό φῶς, πού γιά νά χυ­θεῖ ἅπλε­τα ἐν­τός µας κα­νέ­νας ἥλι­ος καί κα­µιά κα­τα­χθό­νια µη­χα­νή δέ χρει­ά­ζον­ται, φτά­νει γιά νά µᾶς φέ­ρει µέ σί­γου­ρα βή­µα­τα λίγο πιό κον­τά στήν αἰ­ώ­νια τήν πηγή», «πρός τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα ἑνός τα­πει­νοῦ Πα­ρα­δεί­σου, πού εἶ­ναι ὁ ἀλη­θι­νός μας ἑαυ­τός, τό δί­κιο μας, ἡ ἐλευ­θε­ρία μας, ὁ δεύ­τε­ρος καί πρα­γμα­τι­κός ἠθι­κός μας ἥλι­ος».
Δι­α­νύ­ον­τες τήν πο­ρεία ἀπό τήν πλα­τω­νι­κή ἀλ­λη­γο­ρία τοῦ σπη­λαί­ου στήν ἐν Χρι­στῷ Ἀνα­το­λή τοῦ Φω­τός τῆς Ἁγί­ας καί «ἀρ­χι­φώ­του» Τρι­ά­δος, ἡ ὁποία φω­το­δο­τεῖ τόν κό­σμο, δέν μπο­ροῦ­με νά μήν στα­θοῦ­με στό βι­βλίο τοῦ Ἡσα­ΐα (49, 9), ὅπου ὁ Θεός κα­λεῖ μέ τό στό­μα τοῦ προ­φή­τη τούς δέ­σμι­ους νά βγοῦν στό φῶς. Ἀλλά καί τό σκο­τά­δι τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι σάν με­σημ­βρι­νή σκο­τία («Καί τό σκό­τος σου ὡς με­σημ­βρία»Ἡσ. 58, 10). Ὁ φω­τουρ­γός, ἄδυ­τος καί ἀει­φεγ­γής Ἥλι­ος τῆς δι­και­ο­σύ­νης, ὁ ὁποῖ­ος ἀνέ­τει­λε μέσα ἀπό τό σπή­λαιο τῆς Βη­θλε­έμ, κα­τα­φώ­τι­σε τήν οἰ­κου­μέ­νη καί ἀπό τόν θά­λα­μο τοῦ τά­φου, κα­τα­λύ­ον­τας μέ τίς ἀνέ­σπε­ρες ἀκτῖ­νες του τόν σκο­τει­νό θά­να­το. Με­τα­μόρ­φω­σε τήν κτί­ση κα­θι­στών­τας δυ­να­τή γιά ὅλους τήν οὐ­ρά­νια ὁλο­λαμ­πῆ πο­ρεία. «Αὕτη ἡ σω­τή­ρι­ος νύξ καί φω­ταυ­γής, τῆς λαμ­προ­φό­ρου ἡμέ­ρας τῆς Ἐγέρ­σε­ως οὖσα προ­άγ­γε­λος», γιά ὅσους, ἐνῶ ζοῦν «ἐν τῷ κό­σμῳ», πε­ρι­λάμ­πον­ται ἀπό τήν Σο­φία τοῦ Θεοῦ. Εὔ­χο­μαι ἀπό τά βάθη τῆς καρ­δι­ᾶς μου νά ἀνα­ζη­τή­σε­τε αὐτό τό Φῶς στή ζωή σας καί νά τό κρα­τή­σε­τε μό­νι­μα καί ἀνα­φαί­ρε­τα. Γι­α­τί τό Φῶς αὐτό εἶ­ναι «τό ἀρ­χέ­τυ­πον κάλ­λος, τό ἀλη­θι­νόν καί ἐρα­σμι­ώ­τα­τον», Φῶς τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος καί ἐκ τοῦ Ζω­ο­δό­χου Τά­φου Ἀνα­στάν­τος Λό­γου τοῦ Θεοῦ, ἡ λαμ­πρό­τη­τα καί ἡ δόξα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Ποτέ νά μή χορταίνεις ἐπικαλούμενος τόν Ἰησοῦ!

   Με άλλο τρόπο δεν μπορεί ο άνθρωπος να φυλάξει την πρώτη και μεγάλη εντολή, δηλαδή το «να αγαπήσεις Κύριον τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη τη ψυχή σου και με όλη τη δύναμή σου και με όλη τη διάνοιά σου», καθώς μας προστάξει ο Κύριος (Λουκ. 3, 27), παρά με το μέσον της νοεράς προσευχής.
 Νοερά και καρδιακή προσευχή, κατά τους Αγίους Πατέρες που ονομάζονται Νηπτικοί, είναι κυρίως το να συμμαζεύει ο άνθρωπος το νου του μέσα στην καρδιά του, και χωρίς να λαλεί με το στόμα, αλλά μόνο με τον «ενδιάθετο λόγο», ο οποίος λαλείται μέσα στην καρδιά, να λέγει τη σύντομη αυτή και μονολόγιστη προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», κρατώντας και λίγο την αναπνοή.
Έτσι μέσα στα ίδια τα βάθη της καρδιάς του επικαλείται το πανάγιο όνομα του Κυρίου, ζητεί με επιμονή το έλεός Του προσέχοντας αποκλειστικά και μόνο στα λόγια της προσευχής και τίποτε άλλο δεν δέχεται ούτε από μέσα ούτε απ’ έξω, διατηρώντας τη διάνοιά του εντελώς ασχημάτιστη, χωρίς καμία εικόνα. Την δε αφορμή και το περιεχόμενο αυτής της εργασίας την πήραν όσοι ασχολούνται μ’ αυτήν από την ίδια τη διδασκαλία του Κυρίου, ο οποίος σε κάποιο σημείο λέγει: «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21), και σε κάποιο άλλο: «Υποκριτή, καθάρισε πρώτα το εσωτερικό του ποτηριού και του πίατου, για να γίνει και το εξωτερικό καθαρό» (Ματθ. 23, 26).
Και ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Εφεσίους: «γι’ αυτό γονατίζω, μπροστά στον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρακαλώ να ενισχύει πλουσιοπάροχα και δυναμικά με το Πνεύμα του, τον εσωτερικό σας άνθρωπο, να κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές σας με την πίστη» (Εφεσ. 3, 14).
Τί σαφέστερο θα μπορούσε να υπάρχει από αυτή τη μαρτυρία; Ότι τούτο είναι απαραίτητο, το διδάσκει το Πνεύμα το Άγιο σε κάθε ευσεβή και σε μύριες όσες άλλες σελίδες της Νέας Γραφής, όπως μπορούν να διαπιστώσουν όσοι τις ερευνούν προσεκτικά.
Από αυτή την πνευματική και επιστημονική εργασία, όταν συνοδεύεται από την όσο το δυνατόν ακριβέστερη πραγματοποίηση των αρετών, από την θέρμη που δημιουργείται στη καρδιά και από την πνευματική ενέργεια που ακολουθεί την επίκληση του Παναγίου ονόματος, καταστρέφονται τα πάθη ο νους και η καρδιά σιγά-σιγά καθαρίζονται και ενώνονται μεταξύ τους, όποτε οι σωστικές εντολές κατορθώνονται ευκολότερα… Και για να ειπώ με συντομία, με αυτόν τον τρόπο μπορούμε γρηγορότερα να επανέλθουμε στην τελεία χάρη του Πνεύματος που μας δόθηκε στην αρχή, η οποία υπάρχει μέσα μας, άλλα σαν την σπίθα που κρύβεται στη στάχτη έχει καταχωθεί κι αυτή μέσα στα πάθη, και να την δούμε να λάμπει δυνατά και να φωτίζει το νου μας και στη συνέχεια να τελειωθούμε και να θεοθούμε με τον κατάλληλο τρόπο.
Εάν δε κάποτε μερικοί ξέφυγαν λίγο, τί το θαυμαστό; Αυτό το έπαθαν τις περισσότερες φορές από οίηση, όπως λέγει ο Σιναΐτης Γρηγόριος. Εγώ νομίζω ότι το κύριο αίτιο της παρεκτροπής τους είναι το ότι δεν ακολούθησαν με ακρίβεια τη διδασκαλία των Πατέρων για την εργασία αύτη· δεν ευθύνεται η ίδια η εργασία, για όνομα του Θεού.
Επειδή αυτή είναι αγία και με αυτήν παρακαλούμε να απαλλαγούμε από όλη την πλάνη· επειδή και η εντολή του Θεού η οποία οδηγεί στη ζωή, όπως λέει ο Παύλος, «βρέθηκε να κοστίσει σε μερικούς τον θάνατο, αυτό όμως δεν έγινε εξαιτίας της εντολής. Και πώς να γίνει, αφού αυτή είναι αγία και δίκαιη και αληθινή;» (Ρωμ. 7, 10-12). Αλλά έγινε εξαιτίας της μοχθηρίας εκείνων που την έπραξαν κάτω από την κυριαρχία της αμαρτίας. Τί λοιπόν να κάνουμε; Να καταδικάσουμε τη θεία εντολή για την αμαρτία μερικών; Και να παραμελήσουμε μία τέτοια σωτηριώδη εργασία εξαιτίας της παρεκκλίσεως μερικών; Με κανένα τρόπο. Ούτε εκείνη, ούτε αυτή. Αλλά μάλλον έχοντας θάρρος σ’ Εκείνον που είπε «Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6) με πολλή ταπεινοφροσύνη και πενθική διάθεση ας επιχειρήσουμε το έργο. Γιατί όταν κάποιος είναι απαλλαγμένος από την οίηση και την ανθρωπαρέσκεια, ακόμη κι αν ολόκληρη η στρατιά των δαιμόνων συγκρουστεί μαζί του, ούτε να τον πλησιάσει δεν θα μπορέσει, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων.
Ο Ιησούς ας είναι το γλυκό μελέτημα της καρδίας σου· ο Ιησούς ας είναι το εντρύφημα της γλώσσας σου· ο Ιησούς ας είναι η αναπνοή σου· και ποτέ να μη χορταίνεις επικαλούμενος τον Ιησού. Διότι από αυτή τη συνεχή και γλυκύτατη μνήμη του Ιησού θα φυτευτούν, θα αυξηθούν και θα γίνουν μεγάλα δένδρα στη καρδιά σου οι τρεις μεγάλες εκείνες και θεολογικές αρετές: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Η ψυχή η οποία αγαπά τον Ιησού, επειδή ο Ιησούς είναι στους ουρανούς και δεν είναι ορατός, ώστε να τον βλέπει και να τον απολαμβάνει, με άλλο τρόπο δεν μπορεί να παρηγορεί την αγάπη της προς Αυτόν παρεκτός με την συνεχή ενθύμηση του αγίου Του ονόματος, με το να βοά πάντοτε με αγάπη και δάκρυα και πόνο καρδιάς: Ιησού μου, Ιησού μου αγαπημένε!
πηγή: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη, «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος
 http://agiosmgefiras.blogspot.gr/2014/06/blog-post_6051.html

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος – Λόγος περί πίστεως. Και διδασκαλία για εκείνους πού λένε, ότι δεν είναι δυνατόν εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στις φροντίδες του κόσμου να φτάσουν στην τελειότητα των αρετών. Και διήγηση επωφελής στην αρχή. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος E΄).


Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος
Λόγος περί πίστεως. Και διδασκαλία για εκείνους πού λένε, ότι δεν είναι δυνατόν εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στις φροντίδες του κόσμου να φτάσουν στην τελειότητα των αρετών. Και διήγηση επωφελής στην αρχή
Αδελφοί και πατέρες· είναι καλό να διακηρύττομε σε όλους το έλεος του Θεού και να φανερώνομε στους πλησίον μας την ευσπλαχνία και την ανείπωτη αγαθότητα του Θεού προς εμάς. « Εγώ λοιπόν, καθώς το βλέπετε, μήτε νηστείες έκανα, μήτε αγρυπνίες, μήτε χαμαικοιτίες, αλλά μόνο ταπεινώθηκα και ο Κύριος σύντομα με έσωσε», λέει ο θειος Δαβίδ. Και μπορεί κανείς να πει πολύ πιο σύντομα: «Μόνο πίστεψα, και με δέχτηκε ο Κύριος». Επειδή είναι πολλά αυτά πού μας εμποδίζουν ν΄ αποκτήσομε την ταπείνωση, να βρούμε όμως την πίστη δεν μας εμποδίζει τίποτε. Γιατί αν το θελήσομε ολόψυχα, ευθύς ενεργεί μέσα μας η πίστη, αφού είναι δώρο του Θεού και φυσικό προσόν, αν και υπόκειται στην αυτεξουσιότητα της προαιρέσεώς μας. Γι΄ αυτό ακόμη και οι Σκύθες και οι βάρβαροι πιστεύουν ο ένας τα λόγια του άλλου. Και για να σας δείξω στην πράξη την ενέργεια της ενδιάθετης πίστεως και να βεβαιώσω όσα είπα, ακούστε να σας διηγηθώ κάτι πού άκουσα από κάποιον πού δεν ψεύδεται.

Κάποιος, Γεώργιος ονομαζόμενος, νέος στην ηλικία, έως είκοσι χρόνων, κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη τώρα στους καιρούς μας· ο οποίος ήταν όμορφος και φανταχτερός στην εμφάνιση, τούς τρόπους και το βάδισμα, έτσι πού μερικοί από τούτα σχημάτισαν κακή γνώμη γι΄ αυτόν, όσοι δηλαδή βλέπουν μόνο τα εξωτερικά και κρίνουν κακώς τα των άλλων. Αυτός γνωρίστηκε με κάποιον άγιο μοναχό πού ζούσε σ΄ ένα μοναστήρι της πόλεως, και αναθέτοντάς του όλα τα της ψυχής του, έλαβε από αυτόν για υπενθύμιση μια μικρή εντολή (ένα σύντομο κανόνα). Ο νέος ζήτησε ακόμη από τον γέροντα να του δώσει κανένα βιβλίο πού να περιέχει διηγήσεις για τη ζωή των μοναχών και την πρακτική τους άσκηση. Εκείνος του έδωσε να διαβάσει το σύγγραμμα του μοναχού Μάρκου πού διδάσκει περί του πνευματικού νόμου· το οποίο ο νέος το πήρε σαν να ήταν σταλμένο από τον ίδιο το Θεό. Και ελπίζοντας πώς θα λάβει πολύ μεγάλη ωφέλεια από αυτό, το διάβασε όλο με πόθο και προσοχή. Και ωφελήθηκε βέβαια απ΄ όλα όσα διάβασε, όμως τρία κεφάλαια* μόνο ενσφήνωσε, να πω έτσι, στην καρδιά του. Το ένα έλεγε επί λέξει: « Αν ζητάς τη θεραπεία της ψυχής σου, επιμελήσου τη συνείδησή σου, και να κάνεις όσα αυτή σου επιδεικνύει, και θα βρεις ωφέλεια». Το άλλο έλεγε: « Όποιος ζητά τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος προτού να εργαστεί τις εντολές του Θεού, είναι παρόμοιος με αγορασμένο δούλο, ο οποίος την ίδια ώρα πού αγοράστηκε ζητά να του δώσουν και το χαρτί της απελευθερώσεως». Και το τρίτο έλεγε: « Εκείνος πού προσεύχεται σωματικά και δεν απέκτησε ακόμη γνώση πνευματική, είναι παρόμοιος με τον τυφλό πού φώναζε ¨Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με”. Όταν ο πρώην τυφλός έλαβε το φως του και είδε τον Κύριο, δεν τον ονόμασε πλέον υιό Δαβίδ, αλλά τον ομολόγησε Υιό Θεού και τον προσκύνησε».
* Φιλοκαλία, τόμος Α΄, σελ. 133, κεφ. 69. σελ. 148, κεφ. 64, σελ. 129-130, κεφ. 13-14.
Αυτά λοιπόν τα διάβασε ο νέος εκείνος και τα θαύμασε, και πίστεψε ότι με την επιμέλεια της συνειδήσεως θα βρει ωφέλεια και με την εργασία των εντολών θα δεχτεί συνειδητά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και με τη χάρη Του θ΄ ανοίξουν τα νοερά του μάτια και θα δει τον Κύριο. Και πληγωμένος από την αγάπη και την επιθυμία του Κυρίου, ζητούσε πλέον το Πρώτο Κάλλος, το αόρατο. Τίποτε άλλο όμως δεν έκανε, καθώς με βεβαίωσε ύστερα με όρκους, παρά μόνο εκτελούσε κάθε βράδυ το σύντομο κανόνα πού του όρισε ο άγιος εκείνος γέρων, και τότε πλάγιαζε και κοιμόταν. Και καθώς η συνείδηση του έλεγε: «Κάνε κι άλλες μετάνοιες, πρόσθεσε κι άλλους ψαλμούς, πες κι άλλο το Κύριε ελέησον, αφού μπορείς», αυτός υπάκουε σ΄ αυτήν πρόθυμα κι αδίστακτα κι έτσι έπραττε, σαν να τα έλεγε ο ίδιος ο Θεός. Και από τότε πλέον δεν κοιμήθηκε ποτέ με τη συνείδηση να τον ελέγχει και να λέει: «Αυτό γιατί δεν το έκανες;». Κι έτσι, υπακούοντας αυτός χωρίς παράλειψη στη συνείδησή του κι εκείνη προσθέτοντας μέρα με τη μέρα περισσότερο, σε λίγες μέρες αυξήθηκε πολύ η εσπερινή προσευχή του. Κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε την επιστασία του σπιτιού ενός πατρικίου κι είχε πολλές βιοτικές φροντίδες και πήγαινε κάθε μέρα στο Παλάτι· έτσι κανείς δεν αντιλήφθηκε όσα αυτός έπραττε το βράδυ. Αλλά κάθε βράδυ έτρεχαν από τα μάτια του δάκρυα κι έκανε πολλές γονυκλισίες και μετάνοιες και όταν στεκόταν σε προσευχή είχε τα πόδια κολλημένα μεταξύ τους και ακίνητα και διάβαζε ευχές στη Θεοτόκο με πόνο και στεναγμούς και δάκρυα και, σαν να ήταν ο Κύριος παρών σωματικά, έτσι έπεφτε εμπρός στα άχραντα πόδια Του και ως τυφλός του ζητούσε να τον σπλαχνιστεί και να του χαρίσει το φως των ματιών της ψυχής του. Και καθώς πλήθαινε κάθε βράδυ η προσευχή, κρατούσε ως τα μεσάνυχτα, κι όση ώρα προσευχόταν, στεκόταν όρθιος σαν κολόνα η σαν ασώματος, χωρίς διόλου να χαλαρώνει η να ραθυμεί η έστω να κινεί κανένα μέλος του σώματός του, μήτε τα μάτια του να στρέψει η να τα σηκώσει.
Ένα βράδυ λοιπόν, πού ήταν όρθιος κι έλεγε το « Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ» με το νου μάλλον παρά με το στόμα, έξαφνα φανερώθηκε πλούσια από ψηλά μια έλλαμψη θεϊκή και γέμισε από φως όλο τον τόπο και ο νέος αγνόησε και λησμόνησε αν βρισκόταν μέσα σε σπίτι η αν ήταν κάτω από στέγη, γιατί παντού έβλεπε μόνο φως και δεν ήξερε μήτε αν πατούσε στη γη. Ούτε φόβο είχε μήπως πέσει, ούτε καμία φροντίδα του κόσμου, ούτε τίποτε άλλο από όσα ταιριάζουν σε ανθρώπους πού έχουν σώμα περνούσε από το λογισμό του. Αλλά μένοντας τελείως μέσα στο άϋλο φως, του φαινόταν πώς έγινε και αυτός φως και λησμόνησε όλο τον κόσμο κι ήταν όλος γεμάτος από δάκρυα κι από ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση. Και ύστερα από τούτο ανέβηκε ο νους του στον ουρανό κι εκεί είδε άλλο φως λαμπρότερο από το γύρω του· και κοντά σ΄ εκείνο το φως του φάνηκε να στέκεται ο άγιος και ισάγγελος εκείνος γέροντας πού του έδωσε, όπως είπαμε, την εντολή και το βιβλίο.
Εγώ λοιπόν, καθώς τʼ άκουσα από το νέο, σκέφτηκα ότι και η πρεσβεία του αγίου εκείνου θα είχε συνεργήσει πολύ σε τούτο και ότι ο Θεός πάλι θα οικονόμησε να δείξει στο νέο σε ποιο ύψος αρετής βρισκόταν ο άγιος εκείνος. Όταν πέρασε αυτή η θεωρία και ήρθε πάλι στον εαυτό του ο νέος εκείνος, όπως έλεγε, ήταν γεμάτος από χαρά και θαυμασμό και έκπληξη και δάκρυζε από την καρδιά του· και μαζί με τα δάκρυα ακολουθούσε και μία γλυκύτητα. Τέλος, πλάγιασε να κοιμηθεί και την ίδια ώρα λάλησε ο πετεινός, δείχνοντας τη μέση της νύχτας· και σε λίγο σήμαναν οι εκκλησίες για το Όρθρο. Και σηκώθηκε ο νέος για να ψάλλει κατά τη συνήθειά του, χωρίς να σκεφτεί καθόλου τον ύπνο εκείνη τη νύχτα.
Αυτά έγιναν όπως ο Θεός γνωρίζει, ο οποίος και τα πραγματοποίησε για λόγους πού μόνο Εκείνος ξέρει, ενώ ο νέος δεν έκανε τίποτε περισσότερο από όσα ακούσατε, πλην είχε ορθή πίστη και αδίστακτη ελπίδα. Και μην πει κανείς, πώς εκείνος τα έκανε αυτά για να δοκιμάσει· γιατί αυτός μήτε με το λογισμό του είπε μήτε καν σκέφτηκε κάτι τέτοιο -επειδή όποιος δοκιμάζει η πειράζει το Θεό, δεν έχει πίστη. Αλλά απορρίπτοντας ο νέος εκείνος κάθε άλλον εμπαθή και φιλήδονο λογισμό, φρόντιζε τόσο πολύ -όπως έλεγε με όρκο- να πραγματοποιεί εκείνα πού του έλεγε η συνείδησή του, ώστε σε όλα τα άλλα αισθητά πράγματα του κόσμου να είναι σαν αναίσθητος και δεν ήθελε μήτε να φάει η να πιει ηδονικά η συχνότερα.
Ακούσατε, αδελφοί μου, τι κατορθώνει η πίστη στο Θεό, όταν βεβαιώνεται με τα έργα; Καταλάβατε πώς μήτε η νεότητα είναι απορριπτέα, μήτε το γήρας ωφέλιμο, αν λείπει η σύνεση και ο φόβος του Θεού; Μάθατε ότι μήτε η παραμονή στην πόλη μας εμποδίζει να εργαστούμε τις εντολές του Θεού, αν έχουμε προθυμία και εγρήγορση, μήτε η ησυχία και η αναχώρηση από τον κόσμο μας ωφελούν αν βρισκόμαστε σε ραθυμία και αμέλεια; Όλοι μας ακούμε για τον Δαβίδ και θαυμάζομε και λέμε ότι ένας Δαβίδ έγινε κι όχι άλλος· και να πού σε τούτο το νέο συνέβη κάτι περισσότερο από το Δαβίδ. Γιατί ο Δαβίδ έλαβε τη μαρτυρία από τον ίδιο το Θεό, χρίστηκε προφήτης και βασιλιάς, έγινε μέτοχος του Αγίου Πνεύματος κι είχε λάβει πολλές αποδείξεις περί Θεού. Όταν λοιπόν αμάρτησε κι έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και το αξίωμα της προφητείας και αποξενώθηκε από τη συναναστροφή του Θεού, τι το παράδοξο πού τα ζήτησε πάλι, όταν έφερε στο νου του τη χάρη από την οποία ξέπεσε; Ο νέος όμως αυτός τίποτε τέτοιο δεν είχε σκεφτεί ποτέ, αλλά ήταν προσηλωμένος μόνο στα κοσμικά πράγματα κι έβλεπε μόνο τα πρόσκαιρα και η διάνοιά του δεν είχε φανταστεί τίποτε ανώτερο από τα γήινα· και -τι θαυμαστά τα κρίματά Σου,Κύριε!- μόνο άκουσε γι΄ αυτά κι ευθύς πίστεψε. Και τόσο πολύ πίστεψε, ώστε να παρουσιάσει και έργα πού αρμόζουν στην πίστη, με τα όποια η διάνοιά του πήρε φτερά και έφτασε στους ουρανούς κι έκανε τη Μητέρα του Χριστού να τον ευσπλαχνιστεί και με την πρεσβεία της εξιλέωσε το Θεό και κατέβασε ως αυτόν τη χάρη του Πνεύματος· και αυτή τον δυνάμωσε να φτάσει ως τον ουρανό και τον αξίωσε να δει φως, το οποίο όλοι το επιθυμούν μα πολύ λίγοι το πετυχαίνουν.
Ο νέος αυτός πού μήτε χρόνους πολλούς νήστεψε, μήτε ποτέ κοιμήθηκε στο έδαφος, μήτε φόρεσε τρίχινα ρούχα, μήτε τη μοναχική κουρά έλαβε, μήτε από τον κόσμο αναχώρησε σωματικά, αλλά μόνο πνευματικά· μόνο αγρύπνησε λίγο, και φάνηκε ανώτερος από τον Λώτ στα Σόδομα. Η μάλλον, έγινε άγγελος μέσα σε σώμα, πού ενώ οι άλλοι τον ψηλαφούσαν και τον έβλεπαν, ήταν εντούτοις ακράτητος και ασύλληπτος, άνθρωπος στο φαινόμενο και άσαρκος στο νοούμενο, βλεπόμενος από όλους και μόνος ευρισκόμενος με μόνο τον παντογνώστη Θεό. Γι΄ αυτό και με τη δύση του αισθητού ηλίου τον έλουσε το γλυκύ φως του νοητού Ηλίου, και πολύ εύλογα· γιατί η αγάπη του προς τον ζητούμενο Θεό τον έβγαλε τελείως από τον κόσμο και από την ίδια του τη φύση και από όλα τα πράγματα και τον έκανε όλον πνευματικό και όλον φως, και μάλιστα ενώ κατοικούσε μέσα στην πόλη κι είχε την επιστασία ενός αρχοντικού και φρόντιζε για δούλους και ελεύθερους και έκανε και έπραττε όλα όσα αρμόζουν στο βίο.
Αλλά είναι αρκετά αυτά πού είπαμε και για έπαινο του νέου και για παρακίνηση δική σας στον πόθο και τη μίμησή του, η θέλετε να σας πω και αλλά μεγαλύτερα, τα όποια ίσως δεν μπορέσει να δεχτεί η ακοή σας; Όμως τι άλλο θα βρεθεί μεγαλύτερο η τελειότερο από αυτό; Σίγουρα, δεν υπάρχει άλλο μεγαλύτερο, καθώς λέει ο Θεολόγος Γρηγόριος: « Αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου. Όπου είναι ο φόβος, εκεί και η φύλαξη των εντολών· και όπου η φύλαξη των εντολών, εκεί και η κάθαρση της σάρκας, η οποία είναι ένα νέφος εμπρός στην ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά τη λάμψη τη θεϊκή· κι εκεί πού είναι η κάθαρση, εκεί και η έλλαμψη. Και η έλλαμψη είναι η ικανοποίηση του πόθου αυτών πού ποθούν τα μέγιστα η το μέγιστο η αυτό πού είναι πάνω από μέγα.» Λέγοντας αυτά φανέρωσε ότι ο φωτισμός του Πνεύματος είναι τέλος ατελές κάθε αρετής, και όποιος έρθει σ΄ αυτόν, έφτασε στο τέλος και το πέρας όλων των αισθητών και βρήκε την αρχή της γνώσεως των πνευματικών.
Αυτά είναι, αδελφοί μου, τα θαυμάσια του Θεού· για τούτο φανερώνει ο Θεός τούς κρυπτόμενους Αγίους Του, ώστε άλλοι να τούς μιμηθούν και άλλοι να μείνουν αναπολόγητοι. Γιατί κι εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στους περισπασμούς και όσοι είναι στα κοινόβια, τα όρη και τα σπήλαια και πολιτεύονται όπως πρέπει, σώζονται και αξιώνονται να λάβουν από το Θεό μεγάλα καλά, για μόνη την πίστη τους προς Αυτόν, έτσι ώστε όσοι αποτυγχάνουν από ραθυμία, να μην έχουν να πουν τίποτε την ημέρα της Κρίσεως. Γιατί, αδελφοί μου, δεν ψεύδεται Αυτός πού υποσχέθηκε να σώζει για μόνη την πίστη προς Αυτόν. Λοιπόν λυπηθείτε τον εαυτό σας και εμάς πού σας αγαπούμε και συχνά θρηνούμε και κλαίμε για χάρη σας -γιατί τέτοιοι προστάζει να είμαστε ο σπλαχνικός και ελεήμων Θεός-· και πιστεύοντας ολόψυχα στον Κύριο, αφήστε τη γη κι όλα όσα παρέρχονται, και προσέλθετε και κολληθείτε σ΄ Αυτόν, γιατί λίγο ακόμη και ο ουρανός με τη γη θα παρέλθουν, και έξω από το Θεό δεν υπάρχει ούτε στάση ούτε πέρας ούτε κατάληξη της πτώσεως των αμαρτωλών. Αφού δηλαδή ο Θεός είναι αχώρητος και ακατάληπτος, πές μου, αν μπορείς, που θα βρεθεί τόπος για όσους εκπίπτουν από τη βασιλεία Του;
Μου έρχεται να θρηνώ και λυπούμαι υπερβολικά και λιώνω για σας, όταν συλλογιστώ πώς έχουμε τέτοιο Κύριο πλουσιόδωρο και φιλάνθρωπο, πού για μόνη την πίστη μας προς Αυτόν μας χαρίζει αυτά πού υπερβαίνουν κάθε νου και ακοή και διάνοια και πού ποτέ δεν τα συνέλαβε άνθρωπος, κι εμείς σαν άλογα ζώα προτιμούμε μόνο τη γη και όσα η γη βγάζει για μας από την πολλή ευσπλαχνία του Θεού για να επαρκούμε στις ανάγκες του σώματος· ώστε εμείς να τρεφόμαστε από αυτά με μέτρο και η ψυχή μας να κάνει ανεμπόδιστα την πορεία της προς τα άνω, τρεφόμενη και αυτή με τη νοερή τροφή του Πνεύματος, ανάλογα με την κάθαρση και την ανάβασή της.
Γιατί αυτό είναι ο άνθρωπος και για τούτο δημιουργηθήκαμε και ήρθαμε στην ύπαρξη· δεχόμενοι εδώ αυτές τις μικρές ευεργεσίες, με την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη προς το Θεό ν΄ απολαύσομε εκεί τα ανώτερα και αιώνια. Αλλά εμείς, αλίμονο, ενώ δε φροντίζομε καθόλου για τα μέλλοντα, είμαστε αχάριστοι για όσα απολαμβάνομε εδώ, κι έτσι γινόμαστε παρόμοιοι με τούς δαίμονες η και χειρότεροι, αν πρέπει να πω την αλήθεια. Και για τούτο πρέπει να τιμωρηθούμε περισσότερο, γιατί και περισσότερες ευεργεσίες λάβαμε και γνωρίζομε Θεό πού έγινε για μας άνθρωπος όπως εμείς, μόνο χωρίς την αμαρτία, για να μας απαλλάξει από την πλάνη και να μας ελευθερώσει από την αμαρτία. Τι άλλο να πω; Σε όλα αυτά πιστεύομε μονάχα με τα λόγια, και με τα έργα τα αρνούμαστε. Δεν ακούγεται παντού το όνομα του Χριστού, στις πόλεις και τα χωριά και τα κοινόβια και τα όρη; Αν θέλεις, κοίταξε και εξέτασε προσεκτικά, αν τηρούν τις εντολές Του· και μόλις θα βρεις -είναι αλήθεια- ένα σε χιλιάδες η ένα σε μυριάδες πού να είναι Χριστιανός και με τα λόγια και με τα έργα. Δεν είπε ο Κύριος και Θεός μας στο άγιο ευαγγέλιο: « Όποιος πιστέψει σ΄ εμένα θα κάνει κι αυτός τα έργα πού κάνω εγώ κι ακόμη μεγαλύτερα»; Ποιος λοιπόν από εμάς τολμά να πει: « Εγώ κάνω έργα Χριστού και πιστεύω ορθά στο Χριστό»; Δε βλέπετε, αδελφοί, ότι έχουμε να βρεθούμε άπιστοι κατά την ημέρα της κρίσεως και να κολαστούμε χειρότερα από εκείνους πού δε γνωρίζουν τον Κύριο; Γιατί είναι ανάγκη η εμείς να καταδικαστούμε ως άπιστοι, η ο Χριστός να αποδειχτεί ψεύτης, το οποίο είναι αδύνατο, αδελφοί μου, αδύνατο.
Αυτά τα έγραψα όχι για να εμποδίσω την αναχώρηση από τον κόσμο και να προβάλω τη ζωή μέσα σ΄ αυτόν, αλλά για να πληροφορήσω όλους όσοι διαβάσουν την παρούσα διήγηση, πώς εκείνος πού θέλει να κάνει το αγαθό, έλαβε και τη δύναμη από το Θεό να μπορεί να το κάνει σε κάθε τόπο. (Και να αξιωθεί να λάβει και χαρίσματα πνευματικά και θειες θεωρίες όπως και τούτος ο νέος, ο ευλογημένος Γεώργιος, τον οποίο επειδή είχα γνώριμο και στενό φίλο, τον παρακάλεσα και μου τα διηγήθηκε καθώς τα έγραψα).
Για τούτο, αδελφοί μου εν Χριστώ, σας παρακαλώ ας τρέξομε κι εμείς με κόπο το δρόμο των εντολών του Χριστού, και δεν πρόκειται να καλύψει η ντροπή τα πρόσωπά μας. Γιατί όπως ο Χριστός ανοίγει τις πύλες της βασιλείας Του σε καθένα πού χτυπά επίμονα, και δίνει το ευθές και πανάγιο Πνεύμα σε καθένα πού γυρεύει, και είναι αδύνατο, εκείνος πού ζητά ολοψύχως, να μη βρει τον πλούτο των χαρισμάτων Του, έτσι κι εσείς θα εντρυφήσετε στα απόρρητα αγαθά Του, τα όποια ετοίμασε γι΄ αυτούς πού τον αγαπούν, τώρα βέβαια εν μέρει και με πνευματική σοφία, κατά τον μέλλοντα όμως αιώνα ολοκληρωτικά, μαζί με όλους τούς Αγίους, με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σ΄ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 293-299.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Το βαθύτερο νόημα της Αναστάσεως του Κυρίου Από το βιβλίο του † Αρχ. Χριστοδούλου Φάσσου, «Η Συγκατάβαση του Θεού και η Ευθύνη του Ανθρώπου»



Προσέξτε δε τούτο το θαυμαστό: Εκείνο το οποίον τότε, κατά τις ημέρες εκείνες αποτελούσε αίνιγμα, αμφι­βολία, αντικείμενο δυσπιστίας για τους μαθητές -«και εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών, και ηπίστουν αυταίς» (Λουκ. ΚΔ’, 11), «κακείνοι ακούσαντες ότι ζη και εθεάθη υπ' αυτής (Μαγδαληνής), ηπίστησαν... » (Μάρκ. ΙΣΤ’, 11)- σήμε­ρα είναι τόσο παραδεκτό και ανθεί στα χείλη όλων, νέων και γέρων, πιστών και απίστων ακόμη.

Αλλά στο σημείο αυτό γεννάται ένα ερώτημα: Οι Χριστιανοί έχουν κατανοήσει καλά αυτό το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου; Εμείς έχουμε εννοήσει ποιες υποχρεώσεις μάς γεννά η πίστη ότι «ηγέρθη ο Κύριος όντως;» (Λουκ. ΚΔ’, 34). Εχουμε σκεφθεί τις συνέπειες και τα αποτελέσματα αυτού του χαιρετισμού «Χριστός Ανέστη»; Μήπως και στα δικά μας χείλη ανθεί απλώς και τον επα­ναλαμβάνουμε χωρίς να έχουμε καταλάβει το βαθύτερο περιεχόμενο του;

Γι' αυτό σήμερα θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μία βαθύτερη διείσδυση στο χαιρετισμό αυτό, δηλαδή στο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου μας. Βέβαια και αυτό είναι μυστήριο και δεν μπορούμε πλήρως να το κατανοήσουμε, αλλά θα προσπαθήσουμε με λίγες σκέψεις να το προσεγγίσουμε κάπως περισσότερο.

Χρειάζεται να κατανοήσουμε πρώτον ότι η Ανάσταση είναι στενά ενωμένη με το Πάθος και είναι αποτέλεσμα αυτού.

Ηδη οι Προφήτες στις σχετικές προφητείες τους συν­δέουν τα παθήματα με τη δόξα του Μεσσίου. Ο Απόστολος Πέτρος γράφει χαρακτηριστικά: «Περί της σωτηρίας εξεζήτησαν και εξηρεύνησαν προφήται... τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα δόξας...» (Α’ Πέτρ. Α’ 10-11).

Κατά την πορείαν εις Εμμαούς, και ενώ οι δυο Απόστολοι ήσαν στενοχωρημένοι και σκυθρωποί, ο Κύριος τους είπε: «Ω ανόητοι και βραδείς τη καρδία του πιστεύειν επί πάσιν οις ελάλησαν οι προφήται! Ουχί ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξαν αυτού;» (Λουκ. ΚΔ’, 25-26).

Γι' αυτό και σε όλη την εκκλησιαστική υμνολογία συνδέεται στενά το Πάθος με την Ανάσταση του Κυρίου. Τη Μ. Πέμπτη ακούμε στο ιε’ Αντίφωνο «... Προσκυνούμέν σου τα πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου ανάστασιν» (Τριώδιον, Ορθρος Μ. Παρασκευής, Αντίφωνον ιε’). Την Κυριακή του Πάσχα στο «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι» διαβάζουμε: «Τον Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνούμεν και την αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν... ιδού γαρ ήλθε δια του Σταύρου χαρά εν όλω τω κόσμω...» (Πεντηκοστάριον, Όρθρος Κυριακής του Πάσχα, «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι»).

Ωραιότατα και ο Απ. Παύλος συνδέει το Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου: «τον δε βραχύ τι παρ' αγγέλους ηλαττωμένον βλέπομεν Ιησούν δια το πάθημα του θανάτου δόξη και τιμή εστεφανωμένον...» (Εβρ. Β’, 9). Βλέπουμε λοιπόν ότι η Ανάσταση έχει υπόβαθρο το πάθος, τον πόνο, το Γολγοθά. Ανεστήθη, διότι έπαθε. Δεν θα είχαμε το φως που έλαμψε και εθάμβωσε κατά την Ανάσταση, εάν δεν είχε προηγηθεί το «σκότος από ώρας έκτης» (Ματθ. ΚΖ’, 45). Οταν αυτές τις δυο έννοιες τις συνδέουμε, τότε κατανοούμε το μυστήριο της σωτηρίας μας και χαιρόμαστε τη χαρά της Αναστάσεως, διότι δια του Πάθους λυτρωνόμαστε.

Ποιό είναι τώρα το συμπέρασμα από την άρρηκτη αύτη ένωση Αναστάσεως και Πάθους; Ο Απ. Πέτρος μας λέγει: «Εις τούτο γαρ εκλήθητε... ίνα επακολούθησητε τοις ίχνεσιν αυτού...» (Α’ Πέτρ. Β’, 21). Δηλαδή, όταν λέμε «Χριστός Ανέστη», δεν θα χαιρόμαστε μόνο για την Ανάστασή Του, αλλά θα σκεπτόμαστε και τα παθήματά Του. Και κατά συνέπεια καλούμεθα όχι μόνον να είμεθα μέτοχοι της χαράς της Αναστάσεως, αλλά και των παθημάτων. Τούτο σημαίνει ότι, για να φθάσουμε στην Ανάσταση, θα περάσουμε και μεις μέσα από πάθη και θλίψεις. «Ωσπερ κοινωνοί εστε των παθημάτων, ούτω και της παρακλήσεως» (Β’ Κορ. Α’, 7). Καλούμεθα σε αγώνα πνευματικό και θα δοκιμά­σουμε πόνο. Καλούμεθα σε μία γέννηση και αυτή προϋποθέτει πάντοτε ωδίνες. Ο εχθρός ευρίσκεται πάντοτε γύρω μας και εντός μας. Ασφαλώς θα φθάσουμε στη νίκη, στην Ανάσταση, αλλά κατόπιν αγώνος και θλίψεων. Θα βλέπουμε την Ανάσταση, αλλά δια μέσου του Γολγοθά. Θα βλέπουμε μέσω των δακρύων, αλλά τότε λέγουν οι πατέρες ότι βλέπουμε καθαρότερα. Τις θλίψεις θα τις βλέ­πουμε με το φακό της Αναστάσεως, ώστε να μη μας καταβάλλουν.

Και εφ' όσον πονώ... και εφ' όσον θλίβομαι... και εφ' όσον υποφέρω... και πάλι η Ανάσταση δίνει τη λύση. Κανείς δεν το αρνείται. Είδατε ότι και ο Κύριος μετά την Ανάσταση φέρει τους τύπους των ήλων. Θα αγωνιζόμαστε, θα πονούμε, αλλά θα παρηγορούμεθα δια της Αναστάσεως. Θα γνωρίζουμε ότι θα φέρουμε τα τραύματά μας δια βίου. Και θα αναμένουμε την Ανάσταση τη Δευτέρα για την τελεία θεραπεία.

Και τώρα ας σταθούμε σ' ένα δεύτερο σημείο.

Ενα ερώτημα ας θέσουμε στον εαυτό μας: Πιστεύουμε στην Ανάσταση του Κυρίου;

Ισως απορήσουν μερικοί. Θεωρείται τόσον άστοχο το ερώτημα. Ασφαλώς πιστεύουμε. Πριν όμως απαντήσουμε, ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Εκείνοι που πίστευσαν προ πάντων στην Ανάσταση ήσαν οι Απόστολοι. Ας δούμε τι έκαναν Αυτοί, πώς φανέρωσαν την πίστη τους στον Αναστάντα Κύριο.

α) Εκήρυξαν την Ανάσταση.

Η εντολή τους δόθηκε από τον ίδιο τον Κύριο: «υμείς δε έστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. ΚΔ’, 48). Και διαλάλησαν αυτό το μεγάλο, το ακατανόητο, το απίστευτο γεγονός παντού. Και πόσα δεν τους στοίχισε! Πόσες θυσίες, πόσοι διωγμοί, πόσες φυλακίσεις, πόσα μαρτύρια, πόσο αίμα, αλλά και τη ζωή τους ακόμη! Βέβαια, κηρύττουν το γεγονός χωρίς κανέναν δισταγμό. «Ου δυνάμεθα γαρ ημείς α είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν...» (Πράξ. Δ’, 20).

β) Οι Μαθηταί έζησαν την Ανάσταση του Κυρίου.

Η ζωή τους ήταν μία απόρροια της Αναστάσεως. Είχαν κατανοήσει ότι ο «Χριστός έπαθεν υπέρ ημών» (Α’ Πέτρ. Β’ 21) «και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. Δ’, 25). Είχαν κατανοήσει τούτο το μέγα: «Συνετάφησαν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών... ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. ΣΤ’, 4). Η ζωή τους ήταν ζωή ανθρώπων αναστημένων, «εγηγερμένων εκ νεκρών...» (Εφεσ. Ε’, 14).

Και επανέρχομαι στο ερώτημα της αρχής. Πιστεύουμε στην Ανάσταση του Κυρίου; Εάν ναι, τότε και μεις πρέπει να κάνουμε ό,τι και οι άγιοι Απόστολοι. Να το κηρύτ­τουμε, να το διαλαλούμε, να διασκορπίζουμε παντού το μήνυμα της Αναστάσεως.

Ισως όμως να πει κάποιος: Μα να γίνω κήρυκας, να αφήσω την εργασία μου; Οχι. Αυτό είναι για τους λίγους. Και σήμερα έχουμε τόση ανάγκη από κήρυκες του λόγου του Θεού. Αυτό ας το προσέξουν οι χριστιανοί γονείς που δεν ωθούν τα παιδιά τους να γίνουν κληρικοί ή μοναχοί, όταν υπάρχει κάποια κλίση. Μάλιστα και μερι­κοί αντιδρούν.

Δεν ζητάει, λοιπόν, ο Θεός να γίνουμε όλοι κήρυκες των λόγων, αλλά κήρυκες της Αναστάσεως με τη ζωή μας. Ιδού το μεγάλο ζήτημα. Επηρεάζεται η όλη ζωή μου από την Ανάσταση του Κυρίου; Προσέξατε πώς άλλαξε η ζωή των μαθητών; Πριν ήσαν φοβισμένοι, δειλοί, άτολμοι. Μετά την πίστη τους στον Αναστάντα Κύριο παίρνουν θάρρος, τόλμη, παρρησία. Τι φοβερή μεταβολή είχε και ο Παύλος από την πίστη στον Αναστημένο Κύριο!

Είμαστε λοιπόν  εμείς άνθρωποι της  Αναστάσεως; Παρουσιάζεται αναστημένος και όρθιος ο εσωτερικός μας κόσμος; «Ανάστα εκ των νεκρών...» (Β’ Τιμοθ. Β’, 8) μας παραγγέλλει ο Κύριος. Η ζωή εκείνου που πιστεύει στην Ανάσταση πρέ­πει να είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή εκείνου που δεν πιστεύει. Αυτός ζει μία ζωή αδιαφορίας και ηθικής καταπτώσεως. «Η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου...» (Α’ Ιω. Β’, 16) αποτελούν τα ιδανικά του. Μήπως είναι και τα δικά μας; Εάν συμβαί­νει αυτό, τότε πώς θα πούμε ότι ζούμε το «Ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης» (Κολ. Γ’, 1-2); Ο χριστιανός πρέπει να στρέφεται και να πετά πάντοτε προς τα ύψη, όπως ο αετός΄ και όχι να σέρνεται στα χαμηλά, όπως το σκουλήκι.

Εάν πιστεύουμε ότι «ηγέρθη ο Κύριος», τότε η καρδιά μας δεν θα είναι κολλημένη στα γήινα, στα χαμηλά. Αφού θα έχει συνταφεί, θα έχει και συναναστηθεί. Η καινούργια ζωή μας πρέπει να είναι μία αναμφισβήτητη πραγμα­τικότητα. Είδατε το μεταξοσκώληκα πως μεταμορφώνεται η κάμπια σε χρυσαλλίδα (νύμφη) κι αυτή πάλι μεταμορφώνεται μέσα στο κουκούλι σε τέλειο έντομο, την πεταλούδα; Αυτό είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Ετσι και η δική μας μεταμόρφωση πρέπει να είναι ένα πραγματικό γεγονός. Μόνον τότε πιστεύουμε στην Ανάσταση του Χριστού.

Τέλος ας υπογραμμίσουμε και μία άλλη αλήθεια:

Η Ανάσταση του Κυρίου είναι για μας όλους ανεξάντλητη πηγή χάριτος και δωρεών.

Ας θυμηθούμε τι μας δίδαξε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως. «Και εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν, και χάριν αντί χάριτος» (Ιω. Α’, 16). Οχι απλώς λαμβάνουμε πλήθος δωρεών, αλλά μας δίδεται συνεχώς «χάρις αντί χάριτος», δηλαδή η μία δωρεά πάνω στην άλλη. Οπως ακριβώς τα κύματα της θάλασσας ακατάπαυστα διαδέχονται το ένα το άλλο αιωνίως, έτσι και δια της Αναστάσεως παρέχεται συνεχώς χάρις επί Χάριτος.

Θα προσπαθήσω να το απλοποιήσω για να το κατανοήσουμε καλύτερα. Ο Κύριος δια του σταυρικού Του θανάτου έλαβε τις αμαρτίες μας. «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει...» (Α’ Κορ. ΙΕ’, 17). Προσέφερε τον εαυτόν του θυσία στο Θεό. Εχυσε το αίμα Του για να μας καθαρίσει. Ολα αυτά τα λέμε, αλλά πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι είναι έτσι; Οτι ο ουράνιος Θεός δέχτηκε αυτή τη θυσία του αντικαταστάτου; Οτι έσχισε το χειρόγραφο των αμαρτιών μας; Ποια απόδειξη έχουμε;

Εχουμε τρανή απόδειξη την Ανάστασή Του! «Οτι Χριστόν ήγειρεν εκ νεκρών» (Πραξ. Γ’, 15). Εάν ο Χριστός έμενε στον τάφο, ούτε απόδειξη θα είχαμε ούτε χάρη και δωρεές. «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις ημών» (Α’ Κορ. ΙΕ’, 14). «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών΄έτι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών» (Α’ Κορ. ΙΕ’, 17).

Ετσι, λοιπόν, τώρα μπορούμε να χαιρόμαστε και να επαναλαμβάνουμε μετά βεβαιότητος ότι ο Κύριος Ιησούς «παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. Δ’, 25).

Αλλά ας προσέξουμε κάτι ακόμη σπουδαιότερο. Δια της Αναστάσεως λαμβάνουμε «χάριν αντί χάριτος». Λαμβάνουμε πλήθος χαρίτων και δωρεών. Ας προσέξου­με ένα χωρίο ακόμη του Αποστόλου: «Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ. Ε’, 10). Εάν δια του θανάτου κερδίσαμε, φαντάζεσθε τι κερδίζουμε δια της ζωής Του, της Αναστάσεώς Του. Εάν δια του Σταυρού υπάρχει χάρις, δια της Αναστάσεως έχομεν χάριν αντί χάριτος. Ολα όσα απολαμβάνουμε είναι δώρα και καρποί της Αναστάσεως. Αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, προσευχή, γαλήνη, μετάνοια κλπ. Ολα τα Μυστήρια της Εκκλησίας είναι καρποί της Αναστάσεως. Ολα αυτά ανέτειλαν εκ του κενού τάφου. Ας θυμηθούμε τον Κατηχητικό λόγο του Ι. Χρυσοστόμου...

Αγαπητοί, τρεις αλήθειες υπογραμμίσαμε:

Οτι η Ανάσταση συνδέεται πάντοτε με το πάθος του Κυρίου και άρα δια του Πάθους το θνητό μας σώμα θα ενδυθεί αθανασία.

Οτι εάν πιστεύουμε στην Ανάσταση του Κυρίου, οφείλουμε να την κηρύττουμε λόγω και έργω. Δηλαδή να έχουμε μία αναστημένη ζωή.

Οτι η Ανάσταση είναι πηγή των δωρεών και των χαρίτων.

Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη ζωοφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας.

Ας γίνει αυτή το βίωμά μας.

Ας διαποτίσει τη ζωή μας.

Ας αποτελεί το φως, το οποίον θα την καταυγάζει.

Ας ριζώσει τόσο βαθιά μέσα μας, όσον φαίνεται ότι ήταν ριζωμένη στις καρδιές των Ρώσων, όπως αποδεικνύεται από το εξής ανέκδοτο:

Στα χρόνια του αθέου κομμουνισμού ένας διαφωτιστής, άνθρωπος του κόμματος, προσπαθούσε επί ώρες πολλές να πείσει το ακροατήριό του ότι η Ανάσταση του Χριστού είναι μύθος, παραμύθι. Στο τέλος πολύ συγκαταβατικά ρώτησε αν κάποιος έχει κάποια απορία ή θέλει να πει κάτι. Ενα γεροντάκι σήκωσε το χέρι του και είπε: Δυο λέξεις μόνο θα πω. Αφού ανέβηκε στο βήμα, αναφώνησε:

- Χριστός Βοσκρές (Χριστός Ανέστη)! Και όλη η αίθουσα αντήχησε:

- Βοϊστίνο Βοσκρές (Αληθώς Ανέστη)!

Τη στιγμή εκείνη όλα τα επιχειρήματα του ινστρούχτορα (διαφωτιστή) κατέρρευσαν.

Ας επαναλαμβάνουμε, λοιπόν, και μεις πάντοτε με ακράδαντη πίστη:

- Χριστός Ανέστη!

- Αληθώς Ανέστη!

(Αγία Ταβιθά, 1968)

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Περί Θείων Ονομάτων - (Κεφάλαιο 12)

Για τα ονόματα «άγιος αγίων», «βασιλεύς βασιλέων», «κύριος κυρίων» και «θεός θεών».

1. Αλλά επειδή όσα έπρεπε να πούμε γι' αυτά έφτασαν, όπως νομίζω, στο κατάλληλο τέλος, ας υμνήσουμε τώρα τον πολυώνυμο Θεό και ως «άγιο των αγίων» και βασιλέα των βασιλέων, που βασιλεύει στον αιώνα έως το τέλος του αιώνα και ακόμα παραπέρα, και ως κύριο των κυρίων και θεό των θεών.

Και πρώτα πρέπει να πούμε πώς αντιλαμβανόμαστε την καθαυτό αγιότητα, πώς τη βασιλεία, την κυριότητα, τη θεότητα και τι θέλουν να δηλώσουν οι Γραφές με τον διπλασιασμό των ονομάτων.


2. Αγιότητα λοιπόν είναι, όπως μπορούμε να την ορίσουμε, η καθαρότητα που είναι ελεύθερη από κάθε «άγος», που είναι ολότελα τέλεια και εντελώς άχραντη. Βασιλεία είναι ο απόλυτος έλεγχος κάθε ορίου και διακόσμησης και θεσμού και τάξης.

Κυριότητα όχι μόνο η υπεροχή πάνω στους χειρότερους, αλλά και η συνολική, τέλεια και απόλυτη κατοχή των ωραίων και αγαθών και η αληθινή και αμετάβλητη σταθερότητα. Γι' αυτό και η κυριότητα ετυμολογείται από το «κύρος» και το «κύριον» και το «κυριεύον».

Θεότητα, τέλος, είναι η πρόνοια που «θεάται» τα πάντα, που «περιθέει» και συνέχει τα πάντα με την τέλεια αγαθότητά της, που αποπληρώνει με τον εαυτό της και υπερβαίνει όλα όσα απολαμβάνουν την πρόνοιά της.


3. Αυτούς λοιπόν τους ύμνους ας απευθύνουμε κατά τρόπο απόλυτο προς την αιτία που υπερβαίνει τα πάντα και ας την προσφωνήσουμε επιπλέον και αγιότητα που υπερέχει και κυριότητα και βασιλεία που υπέρκειται και θεότητα που είναι απολύτως απλή.

Γιατί, απ' αυτήν κατά τρόπο ενιαίο και αθρόο έχει παραχθεί και μεταδοθεί όλη η αμιγής ευκρίνεια όλης της γνήσιας καθαρότητας, όλη η διάταξη και διακόσμηση του σύμπαντος, που εξοβελίζει την αρρυθμία, την ανισότητα και την ασυμμετρία, που ευφραίνεται με την εύρυθμη ταυτότητα και ορθότητα και οδηγεί γύρω της όσα έχουν αξιωθεί να μετέχουν σ' αυτήν.

Απ' αυτήν προέρχεται, επίσης, η καθολική, τέλεια και απόλυτη κατοχή όλων των καλών και κάθε αγαθή πρόνοια, που «θεάται» και συνέχει όσα δέχονται την πρόνοια και που προσφέρει κατά τρόπο αγαθοπρεπή τον εαυτό της για την θέωση όσων στρέφονται προς αυτήν.