Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Συνάντηση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού Πρωτοπρεσβύτερου Γεώργιου Μεταλληνού

«Πραγματική τομή στην παγκόσμια ιστορία υπήρξε η συνάντηση του Χριστιανισμού, ως νέας δυνάμεως, που έμμελε να μεταστοιχειώσει πνευματικά και πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά ακόμη, τον κόσμο, και του Ελληνισμού, ως τρόπου ζωής και σκέψεως. Η μεταφορά του Χριστιανισμού από το Ιουδαϊκό στο "ελληνικό" ή "εθνικό" περιβάλλον και η κατ'αυτόν τον τρόπο οικουμενικοποίηση του ευαγγελικού κηρύγματος συνετέλεσε στην εκ θεμελίων αναδόμηση και μεταμόρφωση ενός πολιτισμού, που υπήρξε η κορύφωση της πανανθρώπινης προόδου, που είχε συντελεσθεί από την πτώση μέχρι την Σάρκωση.


Ο απέραντος ελληνι(στι)κός κόσμος μέσα στη γλωσσική και πολιτιστική ενότητα του (καρπό του έργου του Μ.Αλεξάνδρου) και την πολιτική του συνοχή (αποτέλεσμα της επεκτάσεως της Ρώμης), διέθεντε το πρωταρχικό στοιχείο της ελληνικότητας, που είναι η "ζήτησις της αληθείας".

Η αναζήτηση αυτή, ουσιαστικό γνώρισμα της ελληνικής συνειδήσεως, εκτείνεται σ'όλους τους χώρους της γνώσεως (θρησκεία-φιλοσοφία-επιστήμη-τέχνη) και σ'όλο το φάσμα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Είναι η καθολική ζήτηση της αληθείας για την καθολική τελείωση συνόλου της ανθρωπίνης υπάρξεως και ανάλογη δόμηση του κοινωνικού χώρου, ως ευνομούμενης πολιτείας. 

Από τα βάθη της συνειδήσεως, ως εσωτερικότητα και αυτοενδοσκόπηση (γνώθι σαυτόν), προχωρεί η ελληνική ζήτηση στην πρώτη αιτία του κόσμου (οντολογία) και εκδιπλώνεται ως συνεχής αγώνας γι αγνώση των όντων και του Όντος (γνωσιολογία). Αναζητώντας έτσι την καθολική αλήθεια ο Έλλην άνθρωπος ψηλαφούσε την θεία παρουσία στον κόσμο (Πράξ.17.27), ερευνώντας τον άνθρωπο και τον κόσμο και προσανατολίζοντας Θεοκεντρικά την πορεία του πρός τις κορυφές της τελειότητας (όσιο-αληθές-ωραίο-δίκαιο) και ανεπίγνωστα πρός την πηγή κάθε τελειότητας, τον τρισυπόστατο Θεό.

Αυτό το θεμελιώδη χαρακτήρα της Ελληνικότητας θα εξάρει ιδιαίτερα ο Αθηναίος (;) Κλήμης Αλεξανδρεύς: «Φαμέν τοίνυν ενθένδε [...] την φιλοσοφίαν ζήτησιν έχειν περί αληθείας και της των όντων φύσεως, αλήθεια δε αύτη, περί ης ο Κύριος αυτός είπεν "εγώ είμη η αλήθεια"...». Η ελληνική δηλαδή αναζήτηση, θεοκεντρική στην αυτοέκφραση της, όχι μόνο στον χώρο της διανοήσεως, αλλά και στην καθημερινή πρακτική των λαϊκών στρωμάτων, ήταν κατ'ουσίαν Χριστοκεντρική. 

Είναι δε σημαντικό, ότι ο Κλήμης εδώ δεν πρωτοτυπεί στην διακρίβωση του, διότι η ζήτηση του Ελληνισμού καταξιώθηκε και αγιοπνευματικά στο κήρυγμα του φωτιστού των Ελλήνων Παύλου, όταν γράφει στους Έλληνες Κορινθίους της εποχής του: «Έλληνες σοφίαν  ζητούσιν», αντιπαραβάλλοντας την ελληνική ζήτηση της σοφίας-αληθείας στην ιουδαϊκή "οιονεί" επαιτείαν («Ιουδαίοι σημείον αιτούσιν»). 

Η ελληνική αναζήτηση-έστω και αποπροσανατολισμένη λόγω της πτώσεως- συνιστά για τον Απόστολο Παύλο στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας, την ελληνικότητα καθ'εαυτήν. Η εμπειρία άλλωστε του Αποστόλου είχε αποδείξει, ότι η ζήτηση αυτή συνοδεύεται και από τη διάθεση αποδοχής της αλήθειας, όπου ευρεθεί, τουλάχιστον στον Ελληνισμό εκείνο, που διασώζει την αυθεντικότητα του. Γιατί ο ίδιος ο Παύλος θα διαπιστώσει, ότι υπάρχει και ο αλλοτριωμένος Ελληνισμός, που απορρίπτει την αλήθεια-σοφία και μένει στην αναλήθεια και αλογία, αποδεικνύοντας ότι η ζήτηση του είναι απλή επικάλυψη της αλλοτριώσεως του. 

Μήπως αυτό δεν συνέβη σε μια κοσμοϊστορική στιγμή του Ελληνισμού στην ίδια τη Μητρόπολη του; Ο Απόστολος του ελληνικού κόσμου έφερε και κήρυξε στην φιλόσοφο Αθήνα την αναζητούμενη αλήθεια ως «Χριστόν εσταυρωμένον» και αναστάντα. Αυτό σημαίνει, ότι ο Παύλος έφερε στον ελληνισμό την απάντηση του Θεού στη ζήτηση του (Πράξ.17.2,3.31).

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ Ποῦ ὀφείλονται ὅλες οἱ ἁμαρτίες καί πῶς ἀποκτῶνται "τά φάρμακά" τους; Ἀρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος

 http://www.diakonima.gr/wp-content/uploads/2014/04/%CE%A6%CE%99%CE%9B%CE%9F%CE%98%CE%95%CE%9F-%CE%96%CE%95%CE%A1%CE%92%CE%91%CE%9A%CE%9F44.png
Ὅλαι αἱ ἁμαρτίαι προέρχονται 
ἀπό τήν ἔλλειψιν τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἀγάπης!
(11-3-1974)
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh3ScOmVCf6O9oPvJV133w2iNVGnukNkHh1SdkaAby8awL-fw8VpywJ1T91WhfUPP5ImrcffvFkxgQFy2YUfgmbR8Wzzhe4g7bA3d1QIdaM4ftYyf-ZpYQCOpObxdjMBa91UA8ia3ah4Umy/s1600/AGAPI.jpg
Ἐπειδή ἔχω πλῆθος ἐπιστολῶν ἀπό ὅλην τήν οἰκουμένην καί ζητοῦν συμβουλάς καί δέν προφθάνω νά ἀπαντῶ δύο μόνον συμβουλάς σᾶς δίδω, διά νά φυλαχθῆτε ἀπό τάς παγίδας τοῦ παμπονήρου κάι παγκακίστου διαβόλου, ὁ Ὁποῖος ὡς λέων ὡρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίη. Ἡ μία συμβουλή εἶναι νά φροντίσης νά ἀποκτήσης τήν ταπείνωσιν, καί ἡ ἄλλη τήν ἀγάπην
Καί ἐπειδή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχομεν ταπείνωσιν καί ἀγάπην διά τοῦτο ἁμαρτάνομεν. Ἐάν εἶχον ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ταπείνωσιν καί ἀγάπην θά ζοῦσαν ὡς Ἄγγελοι· δέν θά ἐγίνετο εἰς τήν γῆν κανένα κακόν. Ὅλα τά κακά, ὅλαι αἱ ἁμαρτίαι, ὑπερηφάνειαι, φθόνοι, φόνοι, πλεονεξίαι, φιλαργυρίαι, ἀδικίαι, ψεύδη, συκοφαντίαι, ἀσέλγεια, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, ἀρσενοκοιτίαι (ὁμοφυλοφιλίες), ὅλα ὅλα προέρχονται ἀπό τήν ἔλλειψιν τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἀγάπης. 

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΙΑ: Η οδός του Θεού Ιωάννη Κορναράκη: Το πρωτογενές μπόλιασμα τῆς βίας στό άνθρώπινο πρόσωπο



Ὅταν βρίσκεται κανείς σήμερα ἔκπληκτος μπροστά στήν ὠμότητα καί γενικά στίς ποικίλες, συγκλονιστικές στήν ἀνθρώπινη εὐαισθησία, μορφές καί ποιότητες βίας, πού ἀποβαίνουν ἀγχογόνοι οἰωνοί γιά τό μέλλον πού ἔρχεται, διερωτᾶται εὔλογα·
-Ποιά εἶναι ἄραγε ἡ πρωτογενής πηγή καί ἀφετηρία τῆς βίας καί ποιός τή γέννησε; Ποιός επί τέλους, μπόλιασε τό άνθρώπινο πρόσωπο μ' αὐτό τόν καταστροφικό, γιά τήν ἴδια τήν ὕπαρξή του, τυφλό καί ἀδυσώπητο δυναμισμό;
Ἕνα τέτοιο ἐρώτημα εἶναι φυσικό νά μᾶς παραπέμπει στό πολύ παρωχημένο παρελθόν, νά μᾶς γυρίζει πολύ πίσω, στους περασμένους πιά αἰῶνες! Καί, γιατί ὄχι, στήν ἀφετηρία καί στό πρῶτο ξεκίνημα τῆς άνθρώπινης ζωῆς!
-Ἀλλά ποῦ μπορεί νά ἐντοπίσει κανείς ὄχι μόνο χρονικά ἀλλά καί κυρίως "τοπικά" τό χῶρο, πού γιά πρώτη φορά, ἐνσαρκώθηκε ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη κι ἄρχισε τό ξεδίπλωμα τῆς ἱστορικῆς της διαδρομῆς, στήν πορεία αὐτοῦ τοῦ κόσμου;
Φυσικά, ὁ χριστιανός ἄνθρωπος, δέν δυσκολεύεται καθόλου στήν προσπάθεια ἑνός τέτοιου ἐντοπισμοῦ. Ἕνα ἀπό τά πρῶτα κεφάλαια τῆς πίστεώς του, τόν πληροφορεῖ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε στόν παράδεισο.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Η σωματική άσκηση δεν είναι ίδια για όλους



Η σωματική άσκηση δεν είναι ίδια για όλους
ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
ΔΙΑΚΡΙΣΗ[1]
Η σωματική άσκηση δεν είναι ίδια για όλους
Ήταν κάποτε ένας μοναχός, Ρωμαίος την καταγωγή, πού είχε απο­κτήσει μεγάλο αξίωμα στο παλάτι, και εγκαταστάθηκε σε μία σκή­τη πού βρισκόταν πιο κοντά στην εκκλησία απ' ότι οι σκήτες των άλλων μοναχών. Είχε δε μαζί του και ένα δούλο πού τον υπηρετούσε. Ο πρεσβύτερος, λοιπόν, επειδή αντελήφθη την αδυναμία του και πληροφορήθηκε από ποιά ανα­παυτική ζωή προερχόταν, κάθε φορά πού ο Θεός οικονομούσε και ερχόταν κάτι στην εκκλησία, του το έστελνε. Αφού ό μοναχός συμ­πλήρωσε εικοσιπέντε χρόνια στη σκήτη, απέκτησε φήμη για το διο­ρατικό του χάρισμα.
Κάποιος λοιπόν από τους με­γάλους Αιγυπτίους πατέρες έμα­θε γι' αυτόν και ήρθε να τον δει προσδοκώντας να διδαχθεί απ' αυτόν πώς να καλλιεργείται πνευματικώς σκληραγωγώντας πε­ρισσότερο το σώμα του. Μπήκε μέσα, τον ασπάσθηκε και αφού προσευχήθηκαν, κάθισαν. Τον βλέπει λοιπόν ο Αιγύπτιος να φο­ράει ενδύματα μαλακά και να έχει για στρώμα ένα μικρό υφαντό χα­λί, στρωμένο πάνω σε προβιά, και ένα μικρό προσκέφαλο. Και σαν τα είδε αυτά, σκανδαλίσθηκε, για­τί σ' εκείνο τον τόπο δεν συνήθι­ζαν να ζουν με τέτοιο τρόπο, αλλά μάλλον με σκληραγωγία.
Ο Γέροντας, όντας διακριτι­κός, κατάλαβε ότι σκανδαλίσθη­κε. Λέει λοιπόν στον υπηρέτη του: "Ετοίμασε μας εορταστικό τρα­πέζι προς χάριν του Αββά σήμε­ρα". Βρήκε λοιπόν εκείνος λίγα χόρτα και τα έβρασε και την ώρα του φαγητού κάθισαν και έφαγαν. Ήπιαν δε και λίγο κρασί πού είχε ό γέροντας για τονωτικό. Όταν βράδιασε, ανέγνωσαν τους δώδε­κα ψαλμούς και κοιμήθηκαν. Κα­τά τον ίδιο τρόπο προσευχήθηκαν και τη νύχτα.
Το πρωί, σηκώθηκε ό Αιγύ­πτιος και αφού πήρε την ευχή του Γέροντα έφυγε χωρίς να ωφελη­θεί. Μόλις όμως είχε λίγο προχω­ρήσει, ό Γέροντας, θέλοντας να τον ωφελήσει, έστειλε και τον κά­λεσε πίσω. Σαν έφθασε, τον δέ­χθηκε πάλι με χαρά και τον ρώ­τησε λέγοντας: "Από που είσαι;" Εκείνος απάντησε: "Από την Αίγυπτο". "Και από ποιά πόλη;" "Κάθε άλλο, εγώ δεν είμαι από πόλη", είπε εκείνος. Ό Γέροντας συνέχισε να ρωτά: "Ποιά δουλειά έκανες στο χωριό σου;" "'Έκανα, λέει, τον αγροφύλακα". "Και που κοιμόσουν;" Κι αυτός είπε, "στο χωράφι". "Είχες, τον ρωτάει, στρώ­μα να πλαγιάσεις;" "Σιγά, λέει, στο χωράφι να μην είχα στρώμα να βάλω από κάτω μου!" "Τότε πώς κοιμόσουν;" "Κατάχαμα" εί­πε. Τον ρωτάει πάλι: "Και τί έτρωγες στο χωράφι και τί κρασί έπινες;" Εκείνος αποκρίθηκε: "Υ­πάρχει φαΐ ή ποτό στο χωράφι;" "Τότε πώς ζούσες; "'Έτρωγα, αποκρίθηκε, ξερό ψωμί και κανένα παστό, αν εύρισκα, και έπινα νερό". Τότε ό Γέρων είπε: "Μεγά­λος κόπος. Και υπάρχουν λουτρά στο χωριό για να λούζεσθε;" Κι εκείνος είπε "όχι, αλλά λουζόμαστε στο ποτάμι, όταν θέλουμε".
Αφού λοιπόν ό Γέροντας τον έκανε να τα πει όλα αυτά και έμαθε πόσο κοπιαστική ήταν ή προηγούμενη ζωή του, θέλοντας να τον ωφελήσει, του διηγήθηκε πώς ζούσε εκείνος στον κόσμο πριν γίνει μοναχός, λέγοντας: "Εγώ ό ταπεινός πού με βλέπεις είμαι από τη Ρώμη, τη μεγαλούπολη, και είχα μεγάλο αξίωμα στο παλάτι του βασιλιά". Από τα πρώτα αυτά λόγια ο Αιγύπτιος ένιωσε κατά­νυξη και με προσοχή άκουγε όσα εκείνος έλεγε. Συνέχισε λοιπόν ό Γέροντας να του διηγείται:

Αρπαγή νοός


Αρπαγή νοός
                  Αρπαγή νοός - Θαυμαστόν όραμα*
Εις ένα «Πατερικόν» βιβλίον της Ιεράς Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους ευρίσκεται γραμμένη η ακόλουθος διήγησις, την οποίαν και μεταφέρω εδώ δια ψυχικήν σας ωφέλειαν.
«Είπε κάποιος από τους αγίους Γέροντας. ότι μίαν φοράν όπου ήμουν εις το κελλίον μου, μου ήλθε λύπη, ακηδία και κακή καρδία. και επήγα προς κάποιον Γέροντα, όπου ήτον άγιος άνθρωπος, και τον εχαιρέτησα παρακαλώντας τον να μου ειπή κανένα λόγον ωφελείας, δια να στραφή η ταλαίπωρος ψυχή μου από την αμέλειαν και την ακηδίαν εκείνην όπου είχα, προς τα καλά και σωτήρια της αρετής και της αγιότητος έργα.
 Ο δε Γέρων εκείνος ο άγιος και θαυμαστός, επειδή ήτον θεοφόρος και ωδηγείτο υπό της θείας χάριτος εις το να πράττη το θέλημα του Θεού εις την ζωήν του, μου εδιηγήθηκε πολλά γλυκύτατα και σωτήρια λόγια όπου ήσαν ικανά και άξια να στηρίζουν και να οικοδομούν κάθε ψυχήν και να την προτρέπουν με φιλοτιμίαν να πορεύεται την οδόν της μετανοίας. Εστερεώθη η καρδία μου και ευχαρίστησα τον Θεόν. Κατόπιν ηρώτησα τον Γέροντα να μου ειπή περί καθαράς και ειρηνικής και αγίας προσευχής. Και αποκριθείς ο άγιος Γέρων είπεν:
     
Μίαν φοράν εις τον καιρόν της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής έτυχε και εσηκώθηκα από τον ύπνον πριν από το μεσονύκτιον. Και πρώτον μεν επροσκύνησα έως εδάφους μετά φόβου και σεβασμού και αγάπης τον υπό πάντων των ευσεβών και ορθοδόξου Χριστιανών προσκυνούμενον Θεόν. Έπειτα υψώσας τας χείρας μου και τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν προσηυχόμην επί πολλάς ώρας. Και όσον μου ήτο δυνατόν προσηυχόμην με πολλήν κατάνυξιν και με δάκρυα εις τους οφθαλμούς. Και μοι εφαίνετο -καθώς είναι και η αλήθεια- ότι συνωμίλουν νοητώς και χωρίς λάλημα της φωνής μετά του αγαπητού και πολυποθουμένου μου Θεού.
Συνέβη λοιπόν τότε, εις τον καιρόν της προσευχής μου εκείνης -καθώς με εφάνη- ότι ηρπάγη ο νους μου, και ανέβη, και απέρασεν αυτόν τον φαινόμενον ουρανόν και ευρέθη μέσα εις κάποιαν πόλιν μεγάλην και πολυάνθρωπον. Το δε κάλλος της πόλεως εκείνης καθώς είναι, λογιάζω ότι δεν δύναται νους ανθρώπου να το ειπή και να το παραστήση καθώς πρέπει, πλην όσον δύναται ο νους μου και η γλώσσα μου να διηγηθώ: δια την ευμορφίαν και ευπρέπειαν όπου είχον τα τείχη της πόλεως εκείνης της ουρανίου. δια τον πολύτιμον και μεγαλοπρεπή στολισμόν όπου είχον αι θύρες της, δια την λαμπροτάτην και χρυσοειδή θεωρίαν όπου είχεν το έδαφός της, και δια όλην την άλλην θαυμαστήν σύνθεσιν και τεχνουργίαν, της οποίας τεχνίτην και δημιουργόν ελογίαζα τον Θεόν.
Ο δε πολύς και περισσός λαός και κόσμος, το πλήθος των ανθρώπων όπου ήσαν εκεί δεν είχαν μετρημόν ουδέ λογαριασμόν. Και ήσαν όλοι εστεφανωμένοι τας κεφαλάς, και εστολισμένοι με κάλλος, και με λαμπράς ενδυμασίας. Το δε είδος και η στολή ενός εκάστου δεν ήτον ομοία εις όλους, αλλ' ήτο πολλών λογιών.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι Ησυχαστές 19 Μαρτίου, 2011 — VatopaidiFriend

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι Ησυχαστές


Κυριακή Β΄Νηστειών.
Η Β’ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά (14ος αιώνας) ησυχαστή του Αγίου Ὀρους και μετά Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης.
Ο άγιος Γρηγόριος υπερασπίστηκε τους Ησυχαστές του Αγίου Όρους, τους οποίους ειρωνευόταν και πολεμούσε ο εκφραστής του πνεύματος της Δυτικής Εκκλησίας, μοναχός Βαρλαάμ, από την Καλαβρία της Νότιας Ιταλίας. Ο αγ. Γρηγόριος, όταν υπερασπιζόταν τους εν λόγω Μοναχούς, διατύπωνε την Ορθόδοξη πίστη, σχετικά με το Θεό και τον τρόπο προσέγγισής του από τον άνθρωπο, καθώς και το τί είναι αυτό, που συνιστά τη σωτηρία του ανθρώπου.
Αν η πίστη αλλοιωθεί, έστω και κατά ένα γιώτα(ι), τότε διαφοροποιείται η «εν Χριστώ» ζωή και ματαιώνεται η σωτηρία του ανθρώπου.

1. Η Δύση
Ανάμεσα σ’ εκείνους που αλλοίωσαν την αληθινή πίστη της Εκκλησίας είναι και η Δυτική Εκκλησία. Ποιά είναι η βασική διαφορά της από την Ορθόδοξη; Το κυριότερο χαρακτηριστικό της Δύσης είναι η νοησιαρχία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ως πηγή πίστεως τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Πρώτα ο Θεός και μετά ο άνθρωπος. Οι Απόστολοι είπαν: «Έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν». Το «ημίν» αναφέρεται στους Αποστόλους, οι οποίοι ακολουθούν το Άγιο Πνεύμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσπαθεί να προσεγγίσει το μυστήριο του Θεού, βιώνοντας τη ζωή του Χριστού, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο, ανάλογα με τον βαθμό σχέσης με το Θεό· με την εσωτερική κάθαρση του ανθρώπου και τον βαθμό Χάριτος που θα πάρει από το Θεό, ενώ η Δυτική προσπαθεί να προσεγγίσει το Θεό διανοητικά, με την ανθρώπινη λογική και τη φυσική γνώση. Δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τη Χάρη τού Θεού. Το μυστήριο όμως του Θεού είναι «υπέρ λόγον» (=ξεπερνά τη λογική). Πώς θα το προσεγγίσει η λογική;
Ο Βαρλαάμ κατηγορούσε τους Ησυχαστές του Άγ. Όρους, οι οποίοι, για να προσεγγίσουν τον Θεό, αγωνίζονταν να καθαρθούν στη ψυχή με την αδιάλειπτη προσευχή, για να σκηνώσει σ’ αυτήν η θεοποιός Χάρις του Αγίου Πνεύματος, ώστε να πραγματοποιήσουν αυτό, που είπε ο Χριστός και έγινε παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Αυτή η παράδοση ήταν ξένη και άγνωστη στη Δύση. Γι’ αυτό και στις συζητήσεις του με τον άγιο Γρηγόριο ο Βαρλαάμ, που εξέφραζε το πνεύμα της Δύσης, υπεστήριζε ότι ο άνθρωπος όσο πιό πολύ προχωρήσει στη γνώση, στα γράμματα, στη φιλοσοφία, τόσο περισσότερο γνωρίζει το Θεό και έρχεται πλησίον Του. Η ουσία βρίσκεται στη νόηση και όχι στην «κάθαρση της καρδίας», που είπε ο Χριστός. Ο άγιος Γρηγόριος δεν συμφωνούσε, γιατί, εκτός των άλλων, άφηνε έξω από τη σωτηρία τους ολιγογράμματους και τους αγράμματους.

2. Ο Αγ. Γρηγόριος και οι Ησυχαστές
Τί ήταν οι Ησυχαστές; Αυτοί που στη ζωή τους επεδίωξαν την «ησυχία», που δεν είναι απλά η αποφυγή των εξωτερικών θορύβων, της ηχορύπανσης. Την ησυχία αυτή είναι εύκολο να τη βρεις, αν απομακρυνθείς από τον κόσμο. Το δύσκολο είναι να κατορθώσει ο άνθρωπος την εσωτερική ησυχία, αφού απαλλαγεί από την εσωτερική ταραχή που δημιουργούν: το φρόνημα του κόσμου και η συμμόρφωση με αυτό, οι βιοτικές μέριμνες, η επιθυμία του πλούτου και των πολλών αγαθών, οι σαρκικοί λογισμοί, που «γεννούν στη καρδιά υιούς και θυγατέρας» (Ευάγριος) η φωτιά των φιλήδονων ορμών, γενικά η ροπή προς την αμαρτία. Όλα αυτά δημιουργούν την «ένδοθεν ζάλην» και ταραχή. Όταν αυτά εκλείψουν, έρχεται η Χάρις του Αγίου Πνεύματος στη καρδία, που αναπαύει τον άνθρωπο και τότε ησυχάζει.
Για να έρθει η ποθητή ησυχία απαιτείται άσκηση εναντίον όλων, που συνθέτουν τον παλαιό άνθρωπο, για να γίνει ο χριστιανός, στρατιώτης Χριστού «άϋλος και αμέριμνος», «απαθής πάσης επιθυμίας» και να επιρρίψει όλη τη «μέριμνα του επί Κύριον». Ζωή του να γίνει η αδιάλειπτη προσευχή και η κατοίκηση του Χριστού στη καρδιά, που καρποφορεί την αληθινή ησυχία. Αυτός που την απολαμβάνει καλείται ησυχαστής. Είναι η κατάσταση του ανθρώπου πριν από την πτώση, η παραδείσια.
Από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού υπήρξαν Ησυχαστές, οι οποίοι με τον τρόπο ζωής τους, σφράγισαν διαχρονικά τον χαρακτήρα της πνευματικής ζωής. Εγκατέλειπαν τις πόλεις και «επόλιζαν (=δημιουργούνταν πόλεις από το πλήθος των Ασκητών) την έρημον», όχι για να αποστραφούν τον κόσμο, αλλά για να προσηλωθούν εξολοκλήρου στον Θεό. Τα προβλήματα του κόσμου τα μετάφεραν στο θυσιαστήριο και με τις προσευχές τους σταματούσαν πολλές φορές την ανομβρία, τους σεισμούς, τους πολέμους, τις επιδημίες ασθενειών κ.ά. Ο Μ. Αντώνιος π.χ. «την οικουμένην εστήριξεν ευχαίς του», όπως ψάλλει η Εκκλησία μας.
Αυτούς τους ανθρώπους κατηγορεί και ειρωνεύεται ο Βαρλαάμ, γιατί ο ίδιος δεν είχε την εμπειρία της ασκήσεως και της αδιαλείπτου προσευχής. «Διενοείτο τα θεία», όπως λέγει ο αγ. Γρηγό­ριος, δηλαδή ο Θεός ήταν γι’ αυτόν αντικείμενο διανοίας, μια ιδέα, ενώ οι Ησυχαστές «έπασχαν τα θεία». Ο Θεός γι’ αυτούς ήταν πρόσωπο, με το οποίο «πάσχιζαν» να συναφθούν. Με την άσκηση και τη «γεύση» του Σταυρού, «έδιναν αίμα για να πάρουν Πνεύμα». Για τον Βαρλαάμ οι Ησυχαστές θεωρούνταν αργόσχολοι. Αλλά ποιά εργασία του κόσμου, μπορούσε να ανεβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό και να τον κάνει «κατά χάριν» Θεό; Καμιά. Ενώ η «αργία» των Ησυχαστών το έκανε. Γι’ αυτό, όπως λέγει ο αγ. Γρηγόριος, είναι «υπέρ πάσαν ενέργειαν» (=ξεπερνά κάθε εργασία), γιατί «ενεργούσε» τη θέωση.
Αυτή η «αργία» είναι η αδιάλειπτη προσευχή, «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Με τη συντομία της βοηθούσε το νου να συγκεντρωθεί στη καρδιά και να προσηλωθεί στο Θεό. Με τη μεταφορά στη καρδιά γινόταν το όπλο τους εναντίον του διαβόλου. Η προσευχή αυτή γινόταν «έξις» (=ζωή) και τους συνείχε, έστω και αν το σώμα ασχολείτο με οτιδήποτε άλλο. Επειδή ήταν ένα με τη ζωή τους ή μάλλον αυτή η ίδια η ζωή τους, η οποιαδήποτε φυσική εργασία δεν εμπόδιζε το νου να προσεύχεται αδιαλείπτως. Όπως για τον άνθρωπο στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, ζωή του ήταν να βρίσκεται σε διαρκή σχέση και κοινωνία με το Θεό, σ’ αυτή την κατάσταση επανέρχονταν -κατά το δυνατό- και οι Ησυχαστές. Κατόρθωναν να δουν το άκτιστο Φως, το οποίο ο αγ. Γρηγόριος αποκαλεί υποστατικό, δηλαδή δεν ήταν απλά μια αισθητή λάμψη, αλλά ένα φως «ενυπόστατο», «εν προσώπω». Και αυτό το πρόσωπο ήταν ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
Όπως σημειώνει ο αγ. Γρηγόριος, «όταν η προσευχή γίνεται με καθαρό νου (από κάθε τι το αισθητό) εξέρχεται (ο νους) από την ευχή, γεμάτος θερμότητα, ως να έχει φωτιά μέσα του (το θείο πυρ της Χάριτος). Εγώ νομίζω -σημειώνει- πως και ο ιδρώτας που έσταζε από το πρόσωπο του Κυρίου, κατά την εναγώνια προσευχή του στη Γεθσημανή, ήταν αποτέλεσμα της εσωτερικής θερμότητας της προσευχής».
Ο αγ. Γρηγόριος έλεγε, πως οι Ησυχαστές πραγματοποιούσαν τον Μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Και ο Κύριος υποσχέθηκε, πως σ’ αυτούς θα «ενοικήση και θα εμπεριπατήση» (Β’ Κορ. 6, 16). Για όσους τον αγαπούν αληθινά, υποσχέθηκε πως θα έρθει με τον Πατέρα Του και θα κάνουν «μονήν» (=διαμονή) στη καρδιά τους.
Οι Ησυχαστές βίωσαν την Παράδοση της Εκκλησίας, ότι ο άνθρωπος με την κάθαρσή του από τα πάθη προσεγγίζει τον Θεό και θεώνεται και αυτή η θέωση συνιστά τη σωτηρία του.
Σήμερα, που οι άνθρωποι νοιώθουμε τόσο κουρασμένοι από τους εκτός και τους εντός μας θορύβους, το μήνυμα του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά και των Ησυχαστών είναι επίκαιρο.
Να επιστρέψουμε στους εαυτούς μας, στην περισυλλογή, την αυτοσυγκέντρωση, την αναζήτηση του Θεού και τη σχέση και κοινωνία μαζί Του και θα νοιώσουμε κοντά του την ανάπαυση, για την οποία μας υποσχέθηκε: «Καγώ αναπαύσω υμάς».

(Παύλου Μουκταρούδη, θεολόγου, «Διήρχετο δια των σπορίμων», τ.Β΄.εκδ. Ι.Μητροπόλεως Λεμεσού)

Περί Θείων Ονομάτων - (Κεφάλαιο 10)

Για τα ονόματα «παντοκράτωρ» και «παλαιός ημερών», όπου γίνεται λόγος και για τον αιώνα και τον χρόνο.

1. Είναι τώρα καιρός να υμνήσουμε με το λόγο μας τον πολυώνυμο Θεό ως «παντοκράτορα» και ως «παλαιό των ημερών». 

Το πρώτο όνομα αποδίδεται σ' αυτόν, επειδή αποτελεί την παντοκρατορική έδρα των πάντων, που συνέχει και περιέχει το σύμπαν, που εγκαθιδρύει, θεμελιώνει, περισφίγγει και καθιστά το σύμπαν αρραγές στον εαυτό της.

Από τον εαυτό της παράγει τα πάντα, σαν από ρίζα παντοκρατορική, στον εαυτό της επαναφέρει τα πάντα, σαν σε πυθμένα παντοκρατορικό, και τα συγκρατεί όλα μαζί ως παντοδύναμη έδρα των πάντων.

Αυτή διασφαλίζει όλα τα συγκρατούμενα όντα με μια συνοχή που υπερβαίνει τα πάντα και δεν τα αφήνει να εκπέσουν από τον εαυτό της, σαν να απομακρύνονται από μια πλήρως τέλεια εστία, και να χαθούν.

Επίσης, η ανώτατη θεϊκή αρχή ονομάζεται «παντοκράτωρ», επειδή κυριαρχεί στα πάντα και εξουσιάζει όσα βρίσκονται κάτω από τη διοίκησή της χωρίς να αναμειγνύεται με αυτά· επειδή είναι επιθυμητή και αξιέραστη σε όλα τα όντα και επιβάλλει σε όλα τους εκούσιους ζυγούς και τις γλυκές ωδίνες του θείου, παντοκρατορικού και ακατάλυτου έρωτα της ίδιας της αγαθότητας.