Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Περί Θείων Ονομάτων - (Κεφάλαιο 11)

Για την ειρήνη και τι σημαίνει το ίδιο το καθαυτό είναι. Τι είναι η καθαυτό ζωή, τι η καθαυτό δύναμη και τα παρόμοια.

1. Εμπρός λοιπόν να δοξολογήσουμε με ύμνους ειρηνικούς τη θεϊκή ειρήνη, την ανώτατη αρχή της συνένωσης. 

Γιατί αυτή είναι που ενώνει τα πάντα, αυτή που γεννά και απεργάζεται την ομόνοια και τη σύμπνοια όλων των όντων.

Γι' αυτό και τα πάντα την επιθυμούν, γιατί επαναφέρει τα πολλαπλά διαχωρισμένα μέρη τους στην καθολική ενότητα και ενώνει σε μια ομοειδή συνοίκηση τις εμφύλιες αντιθέσεις των στοιχείων του σύμπαντος.

Μέσω της συμμετοχής στη θεϊκή ειρήνη οι μεγαλύτερες από τις ενωτικές δυνάμεις ενώνονται οι ίδιες με τον εαυτό τους και μεταξύ τους, καθώς και με τη μία υψίστη αρχή της ειρήνης στο σύμπαν.

Και τα κατώτερά τους όντα τα ενώνουν τα ίδια με τους εαυτούς τους και μεταξύ τους και με τη μία και τέλεια αρχή και αιτία της καθολικής ειρήνης. Αυτή η ειρήνη, καθώς επεκτείνεται κατά τρόπο αμέριστο στο σύμπαν, ορίζει, ολοκληρώνει και διασφαλίζει τα πάντα, όπως ακριβώς οι κλειδαριές συνδέουν τα διαχωρισμένα θυρόφυλλα.

Δεν τα αφήνει να διαιρεθούν και να σκορπιστούν στο άπειρο και αόριστο, ούτε να απομείνουν χωρίς τάξη ή στηρίγματα και να χάσουν την επαφή με τον Θεό, ούτε να εξέλθουν από την ένωση του εαυτού τους και να ανακατευτούν μεταξύ τους σε μια καθολική σύγχυση.

Περί Θείων Ονομάτων - (Κεφάλαιο 12)

Για τα ονόματα «άγιος αγίων», «βασιλεύς βασιλέων», «κύριος κυρίων» και «θεός θεών».

1. Αλλά επειδή όσα έπρεπε να πούμε γι' αυτά έφτασαν, όπως νομίζω, στο κατάλληλο τέλος, ας υμνήσουμε τώρα τον πολυώνυμο Θεό και ως «άγιο των αγίων» και βασιλέα των βασιλέων, που βασιλεύει στον αιώνα έως το τέλος του αιώνα και ακόμα παραπέρα, και ως κύριο των κυρίων και θεό των θεών.

Και πρώτα πρέπει να πούμε πώς αντιλαμβανόμαστε την καθαυτό αγιότητα, πώς τη βασιλεία, την κυριότητα, τη θεότητα και τι θέλουν να δηλώσουν οι Γραφές με τον διπλασιασμό των ονομάτων.


2. Αγιότητα λοιπόν είναι, όπως μπορούμε να την ορίσουμε, η καθαρότητα που είναι ελεύθερη από κάθε «άγος», που είναι ολότελα τέλεια και εντελώς άχραντη. Βασιλεία είναι ο απόλυτος έλεγχος κάθε ορίου και διακόσμησης και θεσμού και τάξης.

Κυριότητα όχι μόνο η υπεροχή πάνω στους χειρότερους, αλλά και η συνολική, τέλεια και απόλυτη κατοχή των ωραίων και αγαθών και η αληθινή και αμετάβλητη σταθερότητα. Γι' αυτό και η κυριότητα ετυμολογείται από το «κύρος» και το «κύριον» και το «κυριεύον».

Θεότητα, τέλος, είναι η πρόνοια που «θεάται» τα πάντα, που «περιθέει» και συνέχει τα πάντα με την τέλεια αγαθότητά της, που αποπληρώνει με τον εαυτό της και υπερβαίνει όλα όσα απολαμβάνουν την πρόνοιά της.


3. Αυτούς λοιπόν τους ύμνους ας απευθύνουμε κατά τρόπο απόλυτο προς την αιτία που υπερβαίνει τα πάντα και ας την προσφωνήσουμε επιπλέον και αγιότητα που υπερέχει και κυριότητα και βασιλεία που υπέρκειται και θεότητα που είναι απολύτως απλή.

Γιατί, απ' αυτήν κατά τρόπο ενιαίο και αθρόο έχει παραχθεί και μεταδοθεί όλη η αμιγής ευκρίνεια όλης της γνήσιας καθαρότητας, όλη η διάταξη και διακόσμηση του σύμπαντος, που εξοβελίζει την αρρυθμία, την ανισότητα και την ασυμμετρία, που ευφραίνεται με την εύρυθμη ταυτότητα και ορθότητα και οδηγεί γύρω της όσα έχουν αξιωθεί να μετέχουν σ' αυτήν.

Απ' αυτήν προέρχεται, επίσης, η καθολική, τέλεια και απόλυτη κατοχή όλων των καλών και κάθε αγαθή πρόνοια, που «θεάται» και συνέχει όσα δέχονται την πρόνοια και που προσφέρει κατά τρόπο αγαθοπρεπή τον εαυτό της για την θέωση όσων στρέφονται προς αυτήν.

Περί Θείων Ονομάτων - (Κεφάλαιο 13)

Για τα ονόματα τέλειος και ένας.

1. Αρκετά έχουν λεχθεί και γι' αυτά. Ας προχωρήσουμε στη συνέχεια, αν το επιθυμείς, στο κορυφαίο θέμα του λόγου μας. 

Γιατί η θεολογία αποδίδει στον αίτιο των πάντων όλα τα ονόματα, και μάλιστα συγχρόνως όλα, κι έτσι τον ανυμνεί επίσης ως τον καθαυτό τέλειο και ως ένα .

Τέλειος λοιπόν ονομάζεται όχι μόνο επειδή είναι καθ' εαυτόν τέλειος και καθορίζεται αυτός καθ' εαυτόν από τον εαυτό του κατά τρόπο μονότροπο και είναι ολωσδιόλου τελειότατος, αλλά και επειδή υπερβαίνει το τέλειο κατά την υπεροχή του από όλα τα όντα και επειδή ορίζει κάθε άπειρο, ενώ εκτείνεται υπεράνω κάθε πέρατος.

Τίποτα δεν μπορεί να τον χωρέσει ή να τον περιλάβει, αλλά επεκτείνεται σε όλα συγχρόνως και υπεράνω όλων με τις ανεξάντλητες δωρεές και τις ατελεύτητες ενέργειες. Τέλειος πάλι λέγεται και επειδή δεν αυξάνει και είναι πάντοτε τέλειος και επειδή δεν μειώνεται, καθότι περιλαμβάνει εκ των προτέρων στον εαυτό του τα πάντα και εκχειλίζει σύμφωνα με μία χορηγία, η οποία είναι αστείρευτη και ίδια, υπεράνω πληρότητας και αμείωτη.

Με αυτήν τελειοποιεί όλα τα τέλεια και τα γεμίζει με τη δική του τελειότητα.


2. Ονομάζεται και «ένας» επειδή είναι τα πάντα κατά τρόπο ενιαίο με την υπεροχή της μιας ενότητας και επειδή είναι αίτιος των πάντων χωρίς να εξέρχεται από το ένα. Γιατί κανένα από τα όντα δεν είναι αμέτοχο του ενός, αλλά όπως κάθε αριθμός μετέχει στη μονάδα και μπορούμε να πούμε «μία» δυάδα και «μία» δεκάδα και «ένα» δεύτερο και «ένα» τρίτο και «ένα» δέκατο, έτσι και ολόκληρο το σύμπαν αλλά και κάθε μόριο του σύμπαντος μετέχει στο ένα.

Επειδή υπάρχει το ένα, υπάρχουν και όλα τα όντα. Δεν είναι όμως η μοναδική αυτή αιτία των πάντων μια μονάδα από τις πολλές μονάδες, αλλά υπάρχει πριν από κάθε μονάδα και κάθε πλήθος και καθορίζει κάθε ένα και κάθε πλήθος.

Γιατί δεν υπάρχει πλήθος που να είναι εντελώς αμέτοχο του ενός· αυτό που αποτελείται από πολλά μέρη είναι ένα ως προς το σύνολο, ενώ αυτό που αποτελείται από πολλές ιδιότητες είναι ένα ως προς το υποκείμενο· αυτό που αποτελείται από πολλούς αριθμούς ή δυνάμεις είναι ένα ως προς το είδος και αυτό που αποτελείται από πολλά είδη είναι ένα ως προς το γένος· τέλος, τα πολλά στις εκπορεύσεις είναι ένα ως προς την αιτία.

Τό ὁμοδύναμο τῶν θείων Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ιδιότητες τῆς θείας φύσεως (Στό ἔργο του Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί τοῦ Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτη)

Dr. Εἰρήνης Ἀρτέμη, Θεολόγου-Φιλολόγου
MA Θεολογίας, PhD Θεολογίας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

Ὁ Τριαδικός Θεός ὑπάρχει «ἐπέκεινα» τοῦ κόσμου καί ὡς ἐκ τούτου ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά Τόν γνωρίσει μέσω τῶν δικῶν του δυνάμεων. 

Τόν προσεγγίζει μέσω τῶν ἄκτιστων θείων ἐνεργειῶν Του, οἱ ὁποῖες δέν εἶναι ἄλλες ἀπό τίς θεῖες ἰδιότητες, μέσω τῶν ὁποίων ὁ Θεός αὐτοαποκαλύπτεται στόν κόσμο[i]. Ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά ποτέ δέν μπορεῖ νά μετάσχει τῆς θείας οὐσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀμέθεκτη τόσο στόν ἄνθρωπο ὅσο καί σέ ὅλα τά κτιστά δημιουργήματα. Ἡ ταυτότητα καί τό ἑνιαῖον τῆς θείας φύσεως δέν παραβλάπτονται καί δέν καταλύονται οὔτε διά τῆς διακρίσεως οὐσίας καί ὑποστάσεων οὔτε διά τῆς διακρίσεως μεταξύ τῶν ὑποστάσεων[ii].

Οἱ ἐνέργειες ἑκάστου θείου Προσώπου δέν ἀνήκουν ἀποκλειστικά σέ Αὐτό ἀλλά καί στίς τρεῖς Ὑποστάσεις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μόνο τά ὑποστατικά ἰδιώματα ἀνήκουν ἀποκλειστικά σέ κάθε Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἁπλῶς γίνεται ἀναφορά ξεχωριστά μερικές φορές στίς φυσικές ἐνέργειες τῶν Προσώπων τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή οἱ Πατέρες κάνουν λόγο γι᾽ αὐτές ἀνάλογα μέ τή χρονική περίοδο πού ἀποκαλύπτεται τό κάθε Πρόσωπο. Κατά συνέπεια εἶναι λάθος νά εἰπωθεῖ ὅτι αὐτές δέν εἶναι κοινές σέ ὅλα τά Πρόσωπα τῆς Τρισηλίου Θεότητας. Ἀντίθετα οἱ ἐνέργειες τῶν θείων Προσώπων εἶναι κοινές ἐξαιτίας τῆς ἑνότητας τῆς θείας Οὐσίας. Γίνεται, λοιπόν, κατ᾽ οἰκονομία λόγος γιά τίς ἐνέργειες τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ, ἔνσαρκου καί ἄσαρκου, καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ἐνῶ εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι ὑπάρχει ὁμοδύναμο στά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος[iii].



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α:

Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗ

Ὁ Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης σημειώνει ὅτι ἡ θεία φύση εἶναι αἰώνια, δηλαδή ἀθάνατη. Παρατηρεῖ ὅτι: «Ἡ ἀιδιότης οἷον ἀειζωότης ἐστί· διὸ καὶ ἐπὶ μόνης τῆς ἀνάρχου φύσεως, τῆς ἀεὶ κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἐχούσης λαμβάνεσθαι εἴωθε»[iv]. Σπεύδει, ὅμως, νά συμπληρώσει ὅτι ἡ ἰδιότητα τῆς ἀθανασίας, ἡ ὁποία ἀποδίδεται στόν Θεό διαφέρει ἀπό ἐκείνη πού προσδίδεται σέ κτιστά πράγματα πού δημιουργήθηκαν, «κρειττόνων δὲ φθορᾶς γεγενημένων»[v], ὅπως οἱ ἄγγελοι καί ἡ ψυχή. Σημαντικό εἶναι νά ἔχουμε συνεχῶς κατά νοῦ ὅτι κάνουμε λόγο γιά τόν Θεό χρησιμοποιώντας λέξεις ἀπό τό πεπερασμένο ἀνθρώπινο λεξιλόγιο, γιατί «ἀριθμοῦ γὰρ τὸ Θεῖον ἀνώτερον, καὶ χρόνων κρεῖττον, καὶ πάσης ἐπινοίας ὑψηλότρον»[vi]. Τίποτα, λοιπόν, δέν εἶναι τόσο ἰδιαίτερο καί χαρακτηριστικό γνώρισμα γιά τόν Θεό «ὡς τὸ ἀῒδιον»[vii]. Ἑπομένως, ἡ ἀπειρότητά Του δέν ὑπόκειται σέ καμμία ἀλλοίωση καί ἐξέλιξη, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζουν μόνο τήν πλάση καί ὄχι τόν Πλάστη[viii].

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Ο ΘΕΟΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Αγαπητός Δεκεμβρίου 24, 2010 — anaxoriti



Με πόθο πολύ ζητούσε από τον όσιο να τον δεχτή και να τον τιμήσει με το πανίερο μοναχικό σχήμα. Κι εκείνος, μετά την κανονική δοκιμασία, τον έκειρε και τον κράτησε κοντά του.
Βλέποντας ο θεσπέσιος Αγαπητός τον όσιο Αντώνιο να υπηρετεί με αγάπη τους ασθενείς και να τους θεραπεύει με τα βότανα και την προσευχή του, θέλησε να γίνει μιμητής του. Αν κάποιος αδελφός αρρώσταινε, ο σπλαχνικός Αγαπητός άφηνε το κελί του και την ησυχία του κι έτρεχε στον άρρωστο. Καθόταν δίπλα του και ικανοποιούσε αγόγγυστα όλες του τις ανάγκες μέχρι ν’ αναρρώσει. Συνάμα έκανε αδιάλειπτη θερμή προσευχή στον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων Ιησού Χριστό υπέρ της υγείας του ασθενούς αδελφού. Κι αν η αρρώστια συνεχιζόταν για πολύν καιρό και ο αδελφός έχανε την υπομονή του και μεμψιμοιρούσε, ο όσιος τον ενίσχυε και τον παρηγορούσε με λόγους αγάπης και παρακλήσεως.
Ακολουθώντας έτσι ταπεινά το παράδειγμα του γέροντα του οσίου Αντωνίου, ο φιλόθεος Αγαπητός αξιώθηκε από το Θεό της ίδιας θαυματουργικής χάριτος: Με τη δύναμη του Χριστού θεράπευε όλες τις παθήσεις, κάνοντας προσευχή και δίνοντας στους αρρώστους να φάνε λίγα χόρτα, από κείνα που έτρωγε ό ίδιος.
Η φήμη του δεν άργησε να διαδοθεί στην πόλη του Κιέβου.
Πλήθη χριστιανών που βασανίζονταν από ποικίλες ασθένειες άρχισαν να συρρέουν στη μονή και να θεραπεύονται από τον ιαματικό
Αγαπητό.

Όσιος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο θαυματουργός Δεκεμβρίου 24, 2010 — anaxoriti



ΔΕΝ ΚΑΥΧΙΕΤΑΙ μόνο η Νεοκαισάρεια για τον ένδοξο Ιεράρχη της Γρηγόριο το θαυματουργό, αλλά και η αγία Λαύρα των Σπηλαίων για τον ομώνυμό του, θαυματουργό όσιο.
Ο μακάριος Γρηγόριος ήρθε στον όσιο Θεοδόσιο όταν εκείνος έχτιζε το μοναστήρι των Σπηλαίων. Αφού έλαβε το μοναχικό σχήμα, διδάχτηκε από τον όσιο την ακτημοσύνη, την εγκράτεια των παθών, την υπακοή και τις άλλες αρετές. Ο φιλόθεος Γρηγόριος όμως έδειξε ιδιαίτερη κλίση και αγάπη στην καλλιέργεια της προσευχής.
Έτσι, με την ακρίβεια της μοναχικής του βιοτής, τους κόπους και τα πνευματικά παλαίσματα, από πολύ νωρίς στολίστηκε με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και αξιώθηκε να επιτελή ποικίλα θαύματα στο όνομα του Χριστού, χάρη στα οποία αποκλήθηκε θαυματουργός. Ιδιαίτερο χάρισμα του έδωσε ο Θεός εναντίον των πονηρών πνευμάτων, που τα επιτιμούσε και τ’ απομάκρυνε από τους ανθρώπους με προσευχές κι εξορκισμούς. Συχνά του έφερναν δαιμονισμένους για να τους θεραπεύσει. Γνωρίζοντας οι δαίμονες τη δύναμη του Χριστόφορου οσίου, φώναζαν από μακριά:
— Αλίμονο μας, Γρηγόριε! Θα μας διώξεις με την προσευχή σου!
Και πράγματι, σε λίγο εξαφανίζονταν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένοι από τα φλογισμένα βέλη της πύρινης προσευχής του μακαρίου.
Ο επίβουλος διάβολος δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί τους συνεχείς εξευτελισμούς του από τον άνθρωπο του Θεού. Αλλά και δεν μπορούσε να τον βλάψει, γιατί ήταν ασφαλισμένος με τα τείχη της δικής του ταπεινώσεως και της χάριτος του Κυρίου.
Έστειλε τότε εναντίον του δυο κακοποιούς, που βάλθηκαν να ληστέψουν τα λιγοστά υπάρχοντά του.
Αλλά τι είχε ο όσιος στο κελί του; Τίποτε άλλο εκτός από τα βιβλία που μελετούσε νύχτα και μέρα, στα διαστήματα ανάμεσα στις προσευχές του. Οι κακοποιοί θέλησαν να κλέψουν αυτά τα βιβλία και να τα πουλήσουν. Ήρθαν αθόρυβα μια νύχτα, πιστεύοντας πως ο άγιος κοιμάται και κρύφτηκαν μέσα στο σκοτεινό κελί του. Περίμεναν να πάει ο γέροντας στην εκκλησία για τον όρθρο κι έπειτα να γδύσουν το κελί με την ησυχία τους.

Ινα τι Κύριε αποστρέφης το πρόσωπόν σου απ΄εμου;



Εις την Κωνσταντινούπολιν ητον ενας ευλαβής νέος, γραμματικός ενός αρχοντος μάγου, χωρίς όμως να ηξεύρη ο νέος ότι ο αυθέντης του αυτός ητο μάγος. Εν μια δε των ημερων μετά την δύσιν του ηλίου καβαλλικεύσας ο αρχων και προστάξας τον νέον να τω ακολουθη εβγηκεν εξω της πόρτας του Κάστρου. Περιπατήσαντες δε εως οτου εγινε σκότος, εφθασαν εις ένα κάμπον και εκει βλέπουν ένα παλάτι μεγάλο. Κατέβη ο αρχων από το αλογον και ευθύς ελθόντες τινές από το παλάτιον εκεινο εκράτησαν το αλογον, ο δε αρχων εμβηκεν εις το παλάτιον, ηκολούθει δε και ο νέος κατόπιν.
Εκει βλέπει ένα μεγάλον αξιωματικόν οπου εκάθητο εις θρόνο υψηλόν, δορυφορούμενον από πολλούς υπηρέτας. Παρευθύς ο αξιωματικός εκεινος επρόσταξε και εφεραν αλλον θρόνον και εκάθησεν επάνω εις αυτόν ο αρχων, ο δε νέος εστέκετο οπίσω του θρόνου του αυθέντου του. Τότε αρχισε ο φαινόμενος εκεινος αξιωματικός να ερωτα τον αρχοντα φιλικως πως διάγει. Ο δέ αρχων απεκρίθη ότι τον ευχαριστει πολύ διά τας ευεργεσίας οπου του χαρίζει και τον ευτυχει και τον δοξάζει. Ο δε νέος τουτα ακούων εγνώρισεν ότι ο αξιωματικός εκεινος ηταν ο σατανας με τους υπηρέτας του δαίμονας και ότι ο αυθέντης του ητον μάγος. Μετά την ομιλίαν ερώτησεν ο σατανας. Αυτός δε ο οπισθέν σου στεκόμενος νέος, ποιος ειναι; Απεκρίθη ο μάγος και λέγει. Και αυτός δουλος σου ειναι αυθέντα μου. Τότε ερωτα και τον ιδιον νέον και του λέγει, δουλος μου εισαι νεανία; Ο δε ευλογημένος εκεινος ποιήσας το σημειον του Σταυρου απεκρίθη με γενναιότητα και αφοβία: «Δουλος ειμί Πατρός, Υιου και Αγίου Πνεύματος» και ομου με τον λόγον αφαντα εγιναν παρευθύς και παλάτια και θρόνοι και ο σατανας και οι υπηρέται του και αυτός ο ιδιος αρχων ο αυθέντης του. Αρπάσαντες γάρ αυτόν οι φίλοι του δαίμονες, σύσσωμον εκατέβασαν τον αθλιον εις το πυρ της κολάσεως και μόνος ευρέθη ο νέος εις την πεδιάδα εκείνην.